Παρουσίαση του Άξιζε… στο ΕΒΕΑ

Οι εκδόσεις Πεδίο σάς προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Νίτσας Λουλέ Άξιζε…, την Τρίτη 8 Δεκεμβρίου και ώρα 12:00, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών (ΕΒΕΑ, Ακαδημίας 7-9, Αθήνα).

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

  • Γιάννης Δραγασάκης, Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης,
  • Μαριέττα Γιαννάκου, πρώην υπουργός,
  • Αλέκος Παπαδόπουλος, πρώην υπουργός.

Την παρουσίαση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Παύλος Τσίμας.

Το Άξιζε… είναι ένα βιβλίο που βασίζεται στα γράμματα των γονιών της συγγραφέως Νίτσας Λουλέ. Γράμματα που γράφουν ο Κώστας Λουλές και η Μαρία Λουλέ, το γένος Μπαρτζιώτα, από τις φυλακές και τις εξορίες και φέρουν το στίγμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Γράμματα ποτισμένα με την ατσαλένια πίστη στους αγώνες και στα οράματα, αλλά και με τον πόνο, καθώς γράφονται μακριά από τα αγαπημένα πρόσωπα στα οποία και απευθύνονται.

Η αλληλογραφία ξεκινά από το βουνό και τον Εμφύλιο το 1949 και τελειώνει τον Μάιο του 1974, λίγο πριν πέσει η χούντα. Μέσα από τα γράμματα αυτά, τόσο εκείνα που ανταλλάσσει το ζευγάρι όσο κι εκείνα που γράφονται από τα παιδιά τους, Νίτσα και Δημήτρη, ή απευθύνονται προς αυτά, περνά ολόκληρη η περίοδος των πέτρινων χρόνων.

Τα γράμματα δεν ακολουθούν χρονική σειρά. Έτσι, η αφήγηση πηγαίνει μπρος πίσω στον χρόνο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μυθιστορηματική. Συνδέονται μεταξύ τους με κείμενα της Νίτσας Λουλέ, η οποία τα τοποθετεί στην ιστορική τους στιγμή, δίνοντας συγχρόνως το πολιτικό, ή και κομματικό, στίγμα της εποχής με συχνές αναφορές στο σήμερα. Καταθέτει προσωπικές της μαρτυρίες, κάνει διευκρινίσεις, προσθέτει πληροφορίες που οι γονείς της δεν θα μπορούσαν να δώσουν για ευνόητους λόγους παρανομίας και λογοκρισίας.

Παρουσίαση του Άξιζε... στο ΕΒΕΑ photo Pialpharhoomicronupsilonsigmaalphasigmaeta tauomicronupsilon xiiotazetaepsilon... sigmatauomicron EpsilonBetaEpsilonAlpha_zps1rdnzc0s.jpg

Φέρνει στο φως για πρώτη φορά επιστολές της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, όπως του Βασίλη Μπαρτζιώτα, γνωστού ως Φάνη, υπουργού του Νίκου Ζαχαριάδη στο βουνό, όταν πληροφορείται στον Γράμμο τη σύλληψη της αδελφής του Μαρίας και γράφει ταραγμένος στον γαμπρό του Κώστα Λουλέ. Η συγγραφέας κάνει επίσης αναφορά στην αυτοκτονία του Νίκου Ζαχαριάδη και αποκαλύπτει τη συζήτηση που έγινε ανάμεσα στον Χαρίλαο Φλωράκη, τη Ρούλα Κουκούλου, σύζυγο του Ζαχαριάδη, και τον πατέρα της, Κώστα Λουλέ, στο (Ανατολικό) Βερολίνο τον Ιούλιο του ΄73.

Η άγρια αντιμετώπιση των κομμουνιστών και των οικογενειών τους μετά τον Εμφύλιο από τις μετέπειτα κυβερνήσεις μέχρι και τη δικτατορία των συνταγματαρχών, οι διασπάσεις στον χώρο της Αριστεράς, αρχής γενομένης το 1968 και μέχρι τις μέρες μας με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η σκληράδα των ίδιων των κομμουνιστών προς τους συντρόφους που δεν συμμορφώνονταν με τις αποφάσεις της ηγεσίας, περνούν από τις σελίδες του βιβλίου.

Βουδαπέστη, Ρουμανία, Γιούρα, Ετσεδίν, Λέρος, Αλικαρνασσός, Ωρωπός, Φυλακές Αβέρωφ, νοσοκομείο φυλακισμένων Άγιος Παύλος, είναι τόποι που αναφέρονται δίπλα στις ημερομηνίες των επιστολών που γράφονται από την παρανομία, τις φυλακές, την εξορία. Στις γραμμές τους βρίσκουμε τα ονόματα των Χαρίλαου Φλωράκη, Μίκη Θεοδωράκη, Μίνας Γιάννου, Αύρας Παρτσαλίδου, Μανώλη Γλέζου και πολλών άλλων.

Ο δευτερότοκος γιος του τσιφλικά Δημήτρη Λουλέ από τον Τύρναβο, μέλος του ΚΚΕ από 20 χρονών, φοιτητής Νομικής Αθηνών, που έγινε ένα με τους κολίγους του θεσσαλικού κάμπου, έφυγε για το βουνό το ΄48, πέρασε στις ανατολικές χώρες και σε παράνομο κομματικό «ταξίδι» στην Ελλάδα τον Ιούνιο του ΄55 συλλαμβάνεται (η είδηση έγινε γνωστή από τη Φωνή της Αλήθειας), για να αποφυλακιστεί μαζί με άλλους τελευταίους φυλακισμένους κομμουνιστές το 1966 και σε έναν μόλις χρόνο μετά να παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος: την 21η Απριλίου 1967 συλλαμβάνεται ξανά, μαζί με τη γυναίκα του. Από τα 82 χρόνια που έζησε ο βουλευτής του ΚΚΕ και ευρωβουλευτής, τα σαράντα πέρασαν στις φυλακές, τις εξορίες, την παρανομία, την αναγκαστική προσφυγιά. Όταν έκανε ο ίδιος τη σούμα, έβγαζε έξω τα σαράντα κι έλεγε: «Είμαι μόλις 42. Έχω να ζήσω άλλα 100!».Νίτσα Λουλέ

Μέσα από τα γράμματά του προσπαθεί να κρατήσει την οικογένεια ζωντανή. Ζητά να μάθει λεπτομέρειες για τα πάντα, προτείνει λύσεις σαν να είναι παρών, διευθετεί οικονομικά προβλήματα, καθώς η περιουσία του είχε δημευθεί. Δίνει «παραγγελίες» για πράγματα που χρειάζονται ο ίδιος ή οι σύντροφοί του στη φυλακή, συμβουλεύει τα παιδιά του, συχνά αυστηρά, δεν ξεχνά ποτέ γιορτές και επετείους. Τα συναισθήματα πάντα ξεχειλίζουν και ποτίζονται από τις μυρωδιές των αγριολούλουδων που τυλίγονται στα γράμματα (ξεραμένα σώζονται μέχρι τώρα).

Μέσα από τα γράμματα ο αναγνώστης μπαίνει στο κλίμα της εποχής, αφουγκράζεται τον πόνο των πρωταγωνιστών, «ανακαλύπτει» μαζί τους ακόμη και τρόπους επικοινωνίας όταν η απαγόρευση ξεπερνά κάθε όριο, ειδικά επί χούντας. Για παράδειγμα, στα Γιούρα απαγορευόταν ο κοινός προαυλισμός γυναικών και ανδρών. Έτσι, τα ανδρόγυνα «ανακάλυψαν» ως σημείο επαφής την κλειδαρότρυπα! Όταν έβγαιναν οι άντρες περνούσαν ένας ένας μπροστά από την κλειδαρότρυπα κι έκαναν σινιάλο στις γυναίκες τους. Το ίδιο συνέβαινε όταν προαυλίζονταν εκείνες. Τούτη η μικρή επαφή χάθηκε μόλις οι άντρες μεταφέρθηκαν στη Λέρο – ήταν μεγάλη η απώλεια.

«Μέσα απ’ αυτά τα γράμματα πορευτήκαμε σαν οικογένεια όπως και χιλιάδες άλλες μετά τον εμφύλιο», γράφει στον πρόλογό της η Νίτσα Λουλέ. «Μέσα από τα γράμματα «γνωρίσαμε» τους γονείς μας ο αδελφός μου κι εγώ. Κι εκείνοι εμάς. Στις σελίδες τους «ακούγονται» οι πατρικές και μητρικές συμβουλές, οι οικογενειακοί καβγάδες, ο θόρυβος των φιλιών, τα γέλια και το κλάμα. Εκείνο που δεν μπορεί να αποτυπωθεί είναι το χάδι. Η απαραίτητη τροφή που χρειάζεται ένα παιδί για να μεγαλώσει (…) Αυτά ήταν το σπίτι μας, το σαλόνι μας, το γραφείο. Αυτά κι ο χώρος που “βλέπαμε” τη μάνα και τον πατέρα. Κι όποιος λέει πως σε μια κόλλα χαρτί δεν μπορεί να χωρέσει μια ζωή λαθεύει».

Η Νίτσα Λουλέ αφιερώνει το βιβλίο σε όλα τα παιδιά των φυλακισμένων από τη μετεμφυλιακή εποχή ως την πτώση της χούντας. «Στα παιδιά που τους βρήκε ένα ξημέρωμα χωρίς γονείς, χωρίς στηρίγματα και οικογενειακά πρότυπα. Που βρέθηκαν παρά τη θέλησή τους σε μια σκληρή και αφιλόξενη γι’ αυτά κοινωνία. Που πάλεψαν για να επιβιώσουν κάτω από άνισες συνθήκες. Που έπεσαν και σηκώθηκαν ξανά και ξανά. Και τα κατάφεραν».

Το εξώφυλλο του Άξιζε… φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Δημήτρης Ταλαγάνης.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!