Αγγέλα Γαβρίλη: Μου ταιριάζει ο ρόλος του storyteller

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Συμβιβασμός είναι η οδός «η απάγουσα εις την απώλεια»

Πόσο εύκολο είναι, τελικά, το να είσαι αφηγητής; Αφηγητής από αυτούς που εμπνέουν τον μύθο τους, που σε κρατούν σε αγωνία μέχρι την τελευταία σελίδα και «κατασπαράζουν» οτιδήποτε τολμήσει να εξασθενίσει το ενδιαφέρον και την προσήλωσή σου;

Με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημά της Ίσκρα, το Superior Books συναντά την Αγγέλα Γαβρίλη για να υποβάλει τα σέβη του και να διαπιστώσει πως η «φλόγα» της δεν δειλιάζει να σταθεί κόντρα στον άνεμο της ευκαιριακής και ενδεούς «λογοτεχνίας» που καλπάζει στις μέρες μας.

Η Ίσκρα είναι ο τελευταίος γνωστός σε εμάς κρίκος μιας ανθρώπινης «αλυσίδας» γυναικών που, με τον τρόπο της η κάθε μία, στον καιρό της, πάλεψε να μην συμβιβαστεί. Η γιαγιά Ρούσσα προτίμησε το βουνό, η κόρη της Αλένα την πόλη, η εγγονή Ίσκρα επίσης την πόλη, ακόμη και την μεγαλούπολη μιας ξένης χώρας όπως η Αγγλία. Πόσο εύκολο είναι το να Ίσκραπαραμένεις «διαφορετικός» ανάμεσα στους ανθρώπους; Πόσο άνετα μπορείς να είσαι «επαναστάτης» από την θέση ενός δρώντος στα κοινά και καθημερινά των αστών; Τελικά η κοινωνική εξάρτηση, η κοινωνική συναναστροφή, συνδράμει στην υποταγή; Η τύρβη του κόσμου (όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Έζρα Πάουντ για τον ποιητή του) σου αφήνει περιθώρια ν’ αντέξεις και να μην καταντήσεις, με τα χρόνια, «γρανάζι» ενός συστήματος που μισείς; 

Το να συμβιβαστείς με την κοινωνική νόρμα έχει μεγάλο τίμημα, κι ας μοιάζει εύκολο, κι ας επιλέγεται από τους πολλούς. Είναι η ευρύχωρη οδός «η απάγουσα εις την απώλεια»: Απώλεια του εαυτού σου, της ελευθερίας σου και τελικά της ανθρώπινης ιδιότητας, αφού, όπως πολύ σωστά επισημαίνετε, γίνεσαι «γρανάζι».

Οι άνθρωποι-ζόμπι που λειτουργούν με ψυχοφάρμακα, τα βίαια εγκλήματα από πρόσωπα τα οποία άπαντες χαρακτηρίζουν ως «καλά παιδιά», η ενδοοικογενειακή βία, οι «ανεξήγητες» αυτοκτονίες, είναι αποτέλεσμα του συμβιβασμού με τη λογική του «κοπαδιού» και του περίφημου «Μη μιλάς». Η Ρούσσα και η Ίσκρα τραβούν τον δικό τους δρόμο, κι ας φοβούνται, κι ας στέκουν μόνες. Αντιθέτως, η Αλένα επιλέγει τον κοινωνικό συμβιβασμό και χάνεται μέσα σε έναν συμβατικό γάμο: Εξ ου και δεν ακούμε τίποτα ξανά γι’ αυτήν -όπως συμβαίνει με πάρα πολλές γυναίκες στην πραγματική ζωή.

Η ηρωίδα καταφέρνει να ξεφύγει από το αστικό οικογενειακό της περιβάλλον, αλλά αδυνατεί, τελικά, να τιθασεύσει την ζωώδη φύση που κρύβει μέσα της. Κατά μάνα και γιαγιά, ενσαρκώνει με την σειρά της τις επιταγές ελληνικών παραδοσιακών θρύλων, κατά έναν τρόπο ξεχασμένων σήμερα από τις νεότερες γενιές, μα στο τέλος συμβιβάζεται και η ίδια αποδεχόμενη την διπλή φύση της. Ωστόσο πουθενά δεν προκύπτει φόβος, αμηχανία, σοκ, έκπληξη ή μια ισχνή έστω ανησυχία από την στιγμή που ανακαλύπτει τον δεύτερο εαυτό της. Πώς το εξηγείτε; 

Αντιθέτως, η ηρωίδα για μεγάλο μέρος του βιβλίου ανησυχεί ότι έχει τρελαθεί και απομονώνεται από τους ανθρώπους που αγαπά αλλά και από το κοινωνικό περιβάλλον, φοβούμενη ότι θα κάνει κακό σε κάποιον. Όταν σταδιακά αρχίζει να κατανοεί την περίεργη κατάσταση την οποία βιώνει, προσπαθεί να την αποδεχθεί (αφού δεν μπορεί να κάνει τίποτ΄ άλλο) και μαθαίνει ή προσπαθεί να μάθει πώς να ζήσει με αυτήν τη νέα συνθήκη της πραγματικότητας. Όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν μια δραματική αλλαγή στη ζωή τους την οποία δεν επέλεξαν οι ίδιοι. Η Ίσκρα αποδέχεται τη φύση της και προσπαθεί, μέσα από πολλές δυσκολίες, να φτιάξει μια ζωή που να ταιριάζει σε αυτήν.

Η κοπέλα της ιστορίας μας δεν διστάζει να παραδοθεί στον αγοραίο έρωτα, στο πληρωμένο σεξ πιο σωστά, και ασφαλώς αφήνεται να εννοηθεί πως δεν το κάνει ακριβώς για να καλύψει οικονομικές της ανάγκες. Για ποιους λόγους μια γυναίκα γίνεται πόρνη, αν όχι για τα χρήματα;

Αγγέλα Γαβρίλη 2Πέρα από τους οικονομικούς λόγους που μπορεί να οδηγήσουν μια γυναίκα στην πορνεία, υπάρχουν και οι ψυχολογικοί: Μια γυναίκα μπορεί να γίνει πόρνη γιατί αισθάνεται ότι δεν έχει καμία αξία ως άνθρωπος, η αυτοεκτίμησή της έχει τραυματιστεί σοβαρά ή δεν την έχει αποκτήσει ποτέ λόγω του τρόπου που μεγάλωσε. Έτσι μετατρέπεται με τη θέλησή της σε αντικείμενο, «σε ένα κομμάτι κρέας» όπως λέει χαρακτηριστικά η ηρωίδα, αφού δεν θεωρεί τον εαυτό της ικανό για οτιδήποτε άλλο και θεωρεί φυσικό το να την μεταχειρίζονται αναλόγως.

Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της ηρωίδας μου, αποτελεί αυτή η επιλογή ένα είδος παγώματος σε μια ψυχολογική κατάσταση «αντικειμένου», χωρίς συναισθήματα -άρα και χωρίς πόνο ψυχικό. Φυσικά και αυτό έχει το τίμημά του, και η Ίσκρα το πληρώνει επίσης.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα τις λάθος επιλογές της Ίσκρα, αλλά πιστεύω ότι, αφού και η ίδια δεν μετανιώνει, αυτές αποτελούν κομμάτι των βιωμάτων που ο καθένας μας θα επιθυμούσε για τον εαυτό του. Η ηρωίδα διψά ν’ αποθησαυρίσει εμπειρίες, να γευτεί την γλυκιά… πίκρα των λαθών -γιατί και το δικαίωμα στο λάθος σίγουρα αποτελεί στοιχείο της ελευθερίας μας. Στην περίπτωση όμως του αρραβώνα της με τον απάνθρωπα σκληρό αστυνομικό καταγράφεται έντονα -ίσως για μία και μοναδική φορά- ο αιφνιδιασμός της: Μετανιώνει και οργανώνει την δολοφονία του! Παραμένει ωστόσο ένα ερώτημα αναπάντητο: Γιατί επιδίωξε την επαφή μαζί του; Είναι ο κίνδυνος που την σαγήνεψε; Το παιχνίδι του ρίσκου που συχνά λατρεύουν οι άνθρωποι; Αυτοκαταστροφική τάση, εμμονή να ανακαλύψει τις αντοχές της ή απλώς ανωριμότητα;

Ο καθένας σε αυτή τη ζωή πρέπει να παλέψει με τους εσωτερικούς του δαίμονες, τους οποίους φέρει μέσα του και τους προβάλλει και στις σχέσεις του. Συχνά παρασυρόμαστε σε τέτοιες καταστάσεις ακριβώς γιατί οι σχέσεις μας είναι καθρέφτες. Διαλέγουμε υποσυνείδητα αυτό που έχουμε μέσα μας, είτε γιατί μας είναι ήδη οικείο είτε γιατί έχει έρθει η ώρα να το αντιμετωπίσουμε και να το ξεπεράσουμε. Η Ίσκρα έπρεπε να πολεμήσει τον δαίμονα των άσχημων βιωμάτων τής παιδικής της ηλικίας: Τον βίαιο πατέρα-αφέντη τον οποίο συνάντησε ξανά στο πρόσωπο του αστυνομικού. Και αυτό έκανε.

Η δισυπόστατη ηρωίδα χαρακτηρίζεται από σπάνια αίσθηση δικαιοσύνης, ευαισθησίες πρωτόγνωρες, απαράμιλλη ανθρωπιά και παντελή έλλειψη αγνωμοσύνης. Συνδέεται ψυχικά με θαυμαστά αντικείμενα, δεν ξεχνά ανθρώπους που την αγάπησαν, που την φρόντισαν, επιστρέφει το καλό που της χαρίστηκε. Με τον Μάνο όμως αποδείχτηκε ψυχρή, τον εγκαταλείπει για έναν έρωτα τυχοδιώκτη και… περιοδικό, τον ακολουθεί στο άγνωστο έχοντας μάλιστα το παιδί του Μάνου στα σπλάχνα. Πόσο τίμιο είναι αυτό για μια γυναίκα που απαιτεί αυτοσεβασμό και αναγνώριση;

Πράγματι, η ηρωίδα προσπαθεί συνειδητά να είναι σωστός άνθρωπος. Δεν είναι η φύση της, είναι επιλογή της. Μέσα της πιστεύει ότι ο μόνος τρόπος να διασωθεί κάποιος από το «κακό», με όποια μορφή αυτό έχει, είτε είναι στην ψυχή μας είτε προέρχεται από τις εξωτερικές συνθήκες, είναι αυτός. Αλλά στον έρωτα δεν μπορεί κάποιος να είναι δίκαιος, ακόμα κι αν το θέλει. Όλοι έχουμε αδικήσει και όλοι έχουμε αδικηθεί στις ερωτικές σχέσεις. Ποιος μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι δεν πλήγωσε ποτέ τον άνθρωπο με τον οποίο είχε ή έχει ερωτικό δεσμό; Ο έρωτας είναι εξ ορισμού αναρχικός και συχνά σκληρός από τη φύση του.

Αναμφίβολα είναι άλλο να σε διώχνουν και άλλο να φεύγεις. Στην πρώτη περίπτωση πληγώνεσαι ανεπανόρθωτα, στην δεύτερη αναπνέεις την ελευθερία που κερδίζεις. Όταν βιώνεις την εγκατάλειψη, πάλι, αναγκαστικά θυματοποιείσαι, αλλά τι γίνεται όταν εσύ εγκαταλείπεις κάποιον που σε λάτρεψε; Πόσο εγωιστική χαρακτηρίζετε μια τέτοια κίνηση στην εποχή μας, όπου όλα «τρέχουν» ιλιγγιωδώς και δύσκολα τα αισθήματά μας «κάθονται» στην «αύρα» των αισθημάτων του άλλου;

Όταν είσαι ερωτευμένος παίζεις το κεφάλι σου κορόνα-γράμματα. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι δεν θα πληγωθείς, ότι δεν θα μείνεις πίσω. Αν ερωτευτείς λοιπόν παίρνεις και το ανάλογο ρίσκο -αλλιώς, αν φοβάσαι, «πέφτεις και κοιμάσαι», κατά το γνωστό σύνθημα. Ήτοι ζεις μια ζωή συμβατικών και «ασφαλών» σχέσεων χωρίς κινδύνους, αλλά και χωρίς έρωτα. Άγγελα Γαβρίλη

Και ναι, ο έρωτας είναι πάντα εγωιστής. Η αγάπη πάλι όχι. Αν, πέρα από τον έρωτα, νιώθουμε και αγάπη για τον σύντροφό μας, μπορούμε να συγχωρήσουμε και να κατανοήσουμε: Θέλουμε να είναι ευτυχισμένος, ακόμα και χωρίς εμάς, αν αυτό διαλέξει. Η αγάπη που νιώθουμε και προσφέρουμε, ακόμα και αν έχει μείνει χωρίς ανταπόδοση, μας έρχεται από αλλού στη ζωή μας, δεν χάνεται ούτε εκπίπτει.

Το πρώτο σας μυθιστόρημα, η Ίσκρα, κέρδισε το ελληνικό αναγνωστικό κοινό με την απέριττη αφήγηση μιας απλής ιστορίας. Παρατήρησα ότι πουθενά δεν «φορτώσατε» την γραφή σας με περίτεχνες λογοτεχνικές νόρμες, βαριά «καλούδια» μιας ίσως ξεπερασμένης νοοτροπίας, αλλά είναι ολοφάνερο ότι δεν στερείστε ανάλογου ταλέντου. Θα θέλατε στο μέλλον να εγκαταλείψετε αυτό το είδος και να επιδοθείτε σε μια πιο «περίπλοκη» λογοτεχνική περιπέτεια;

Αγαπώ και επιλέγω συνειδητά την απλότητα και στα γραπτά μου και στη ζωή μου. Οτιδήποτε περίπλοκο, επιτηδευμένο, φορτωμένο, ακόμα και αν το αποτέλεσμα είναι αισθητικά υψηλό, δεν ταιριάζει στην ψυχοσύνθεσή μου. Φυσικά υπάρχουν λογοτέχνες, κυρίως οι κλασικοί, τους οποίους θαυμάζω για τη γραφή τους. Αλλά δεν είναι ο δικός μου δρόμος αυτός . Επιλέγω για τον εαυτό μου το ρόλο του storyteller, του αφηγητή ιστοριών, όχι του γλωσσοπλάστη ή του λογοτέχνη. Αν έχω γράψει μια ωραία ιστορία και την έχω αφηγηθεί αρκετά καλά  ώστε να την αγαπήσει ο αναγνώστης, είμαι απόλυτα ευχαριστημένη.

Αν σας υποχρέωναν να αλλάξετε κάτι στο βιβλίο σας, ποιο θα ήταν αυτό; Για παράδειγμα, ίσως μια διαφορετική έκβαση, ένα διαφορετικό τέλος…

Υπάρχουν πρόσωπα στο βιβλίο, για τα οποία θα είχα και άλλα να πω, να ξεδιπλώσω περισσότερο τον χαρακτήρα τους και την ιστορία τους. Ή, πιο σωστά, εκείνα θα ήθελαν να μιλήσουν περισσότερο, όπως ο Μάνος που αναφέρατε πιο πριν, που μάλλον έμεινε στη σκιά. Αυτό είναι ένα σχόλιο και ορισμένων αναγνωστών του βιβλίου, που μου έγραψαν ή μου είπαν ότι θα ήθελαν να μάθουν περισσότερα για κάποιους από τους ήρωες της ιστορίας.

Ποια η γνώμη σας για την σημερινή κατάσταση στον ελληνικό εκδοτικό χώρο; Διαβάζουν οι νεοέλληνες; Ποιες οι δικές σας προτιμήσεις και τι θα απευχόσασταν στην πορεία σας ως συγγραφέα;

Μια και εκτός από τη συγγραφή, ασχολούμαι και με άλλες ιδιότητες επαγγελματικά στον εκδοτικό χώρο, έχω μια συνολική εικόνα τής αρκετά δύσκολης κατάστασης. Το ελληνικό κοινό δεν αποτελείται από φανατικούς αναγνώστες που αγαπούν το διάβασμα και το βιβλίο, αλλά κυρίως από περιστασιακούς που στρέφονται συνειδητά στα μπεστ-σέλλερ όταν διαβάζουν.

Εξαίρεση ίσως αποτελεί το αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει δημιουργήσει ένα δικό του σταθερό κοινό, το οποίο διαβάζει και κλασικούς στο είδος και νέους συγγραφείς αλλά και πιο πειραματικές γραφές. Οι συνθήκες της οικονομικής κρίσης δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση, αφού έχουν μειώσει δραματικά τις πωλήσεις των βιβλίων, οδηγώντας ακόμα περισσότερο στην ασφαλή λύση των μπεστ-σέλερ.

Επομένως, όποιος αποφασίσει να εκδώσει το βιβλίο του, ειδικά ένας νέος συγγραφέας, θα πρέπει να γνωρίζει ότι κολυμπά ενάντια στο ρεύμα και ότι τίποτα δεν θα είναι εύκολο. Από την άλλη, αν μέσα σε αυτές τις συνθήκες το βιβλίο του ξεχωρίσει και βρει το κοινό του, τότε η επιτυχία του είναι πιο σημαντική από το αν έβγαινε σε άλλες, πιο ευνοϊκές συνθήκες. Και βέβαια, υπάρχει η μόνιμη πληγή της έλλειψης μιας εθνικής πολιτικής για τον πολιτισμό και για το βιβλίο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι Σκανδιναβοί συγγραφείς που έγιναν πασίγνωστοι διεθνώς γιατί τα κράτη τους επιδοτούν τις μεταφράσεις τους στο εξωτερικό. Αντίθετα, στην Ελλάδα, ενώ έχουμε πολλούς καλούς συγγραφείς σε όλα τα λογοτεχνικά είδη, οι οποίοι θα μπορούσαν να μεταφραστούν και να «ταξιδέψουν» σε ένα μεγαλύτερο κοινό, δεν υπάρχει ανάλογη στήριξη.

Όσο για το τι απεύχομαι ως συγγραφέας για τη δική μου δουλειά: Το να γράφω άψυχα έργα που δεν έχουν μέσα τους ούτε μια στάλα αληθινής ζωής ή βιβλία-βιτρίνες για να «καταξιωθώ» λογοτεχνικά.

Είστε από φύση μυθοπλάστης ή απλώς εκφραστήκατε με την έκδοση ενός βιβλίου; Ποια είναι τα άμεσα μελλοντικά σχέδια της συγγραφέως Αγγέλας Γαβρίλη;

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια όπου όλοι έλεγαν ιστορίες. Η ελληνική Ιστορία, από τους ληστές των ορέων έως τη μικρασιατική καταστροφή, και από την Κατοχή και τον Εμφύλιο έως τη δικτατορία, έφτασαν σε μένα μέσα από τις αφηγήσεις των δικών μου ανθρώπων που τα έζησαν. Και μαζί με αυτά, παραμύθια, λαϊκές παραδόσεις, ιστορίες μαγείας και μεταφυσικών συναντήσεων με «νεραϊδικά» και πλάσματα από άλλους κόσμους, ένας ολόκληρος θησαυρός προερχόμενος και από τις τρεις ρίζες της καταγωγής μου.

Κυρίως ο παππούς και οι δύο γιαγιάδες μου, που ήταν εξαιρετικοί αφηγητές, με έμαθαν να φτιάχνω ιστορίες, να τις αγαπώ και να τις αφηγούμαι -θέλω να ελπίζω καλά. Επίσης, πάντα ήθελα να μαθαίνω τις ιστορίες των ανθρώπων που συναντώ στη ζωή μου, ακόμα κι αν αυτή η συνάντηση είναι σύντομη ή τυχαία.

Γενικά, όποιος έχει να μου πει μια ιστορία είναι φίλος μου, και μου προσφέρει υλικό για τις δικές μου. Οπότε, καλώς εχόντων, θα υπάρξουν και άλλα βιβλία στο μέλλον, αφού έχω να πω ακόμα πολλές ιστορίες. Ειδικά το αμέσως επόμενο θα είναι μάλλον έκπληξη για όσους με ξέρουν, αλλά όχι αν με ξέρουν αρκετά καλά…

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!