Από την απάντηση κρίνονται -ενίοτε- τα ερωτήματα…

Κολυμπώντας περιδεώς και εν πλήρει αγανακτήσει στον ωκεανό της βλακείας ενός κόσμου παραδομένου στο πνευματικό τέλμα, εγκλωβισμένος στα σπάργανα της αποσύνθεσης μιας κοινωνίας με έλλειμμα ψυχής και μιας εξουσιαστικής ελίτ ατάλαντης, τυχάρπαστης και συχνά κακόβουλης, κάθε τέτοια μέρα εορτασμού της επετείου τού ηρωικού ΟΧΙ διερωτώμαι: Τι ακριβώς εορτάζει σήμερα ο ελληνισμός;

Μην πλανάσθε, το ερώτημα δεν είναι τόσο εύκολο όσο θέλει να δείχνει. Διότι από την απάντηση κρίνονται -ενίοτε- τα ερωτήματα…

Θα μπορούσαμε ασφαλώς να πούμε ότι εορτάζουμε το ηρωικό φρόνημα των Ελλήνων, την αδάμαστη ψυχή ανθρώπων που όρθωσαν ανάστημα στον ξένο κατακτητή, τον μαχητή της λευτεριάς, την πίστη στην αδούλωτη ζωή, την θρησκεία των αξιών και των ιδανικών. Και πράγματι αυτή θα ήταν μια ικανοποιητική απάντηση. Αν όμως προσπαθούσαμε να συνδέσουμε διαχρονικά το τότε με το τώρα, αν αποδίδαμε το έπος του ΄40 με σημερινούς όρους και εντοπίζαμε ποιοι ακριβώς απόγονοι εκείνων επιχαίρουν και αναθυμούνται, ποιοι αποδίδουν τιμές στους πεσόντες ήρωες και υπό ποιες συνθήκες ευτέλειας και μιζέριας οι σημερινοί κάτοικοι αυτού του ταλαίπωρου τόπου προσεγγίζουν το κλέος των αθανάτων προγόνων, το αποτέλεσμα θα ήταν απογοητευτικό.

Ακόμη χειρότερα: Πώς θα μπορούσαμε άραγε να εξηγήσουμε στους Ευρωπαίους εταίρους μας εκείνο το υπέρλαμπρο ΟΧΙ; Θα το μεταφράζαμε άραγε κατά το δοκούν; Θα τολμούσαμε να το πούμε, παραδείγματος χάριν, ΝΕΙΝ; Πώς θα σας φαινόταν αυτό; Κι ένα βήμα παραπέρα: Κάποιοι στην ευρωπαϊκή «οικογένεια» διατείνονται πως έχουν καταδικάσει στην συνείδησή τους το κακό παρελθόν, έχουν τραβήξει μιαν ακλόνητη διαχωριστική γραμμή από εκείνον τον κακό εαυτό τον οποίο, διαβεβαιούν, έθαψαν παντοτινά στα έγκατα του παρελθόντος χρόνου. Γιατί λοιπόν δεν γιορτάζουν μαζί μας σήμερα;

Ας προσγειωθούμε στα καθ΄ ημάς…

Δυστυχώς οι σημερινοί Έλληνες δεν δύνανται να συναισθανθούν την σημαντικότητα εκείνων των κρίσιμων στιγμών. Δεν είναι σε θέση να νιώσουν τον παλμό τής εθνεγερσίας και να εκτιμήσουν τα πλεονεκτήματα της ομοψυχίας, όχι ασφαλώς λόγω της χρονικής απόστασης, αλλά επειδή, ως πεπτωκώς λαός, δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει στην ουσία τους εκείνες τις αρχέγονες αξίες που έθρεψαν τα παλικάρια της Πίνδου για να προτάξουν ανάστημα στα κανόνια του εχθρού.

Ακόμη χειρότερα, σήμερα είναι πολύ δυσκολότερο να ξεχωρίσεις τον πραγματικό εχθρό. Να εντοπίσεις και να πυρπολήσεις τις θέσεις του, να ξεριζώσεις τους θύλακες της αντίστασής του και να τον εκμηδενίσεις. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, οι πολιτικές ηγεσίες φρόντισαν αποτελεσματικά ν΄ αποπροσανατολίσουν τις μάζες, να «δασκαλέψουν» λάθος τα παιδιά μας, να «κορφολογήσουν» το γενναίο φρόνημα και να υποθηκεύσουν το αγωνιστικό φρόνημα ενός λαού υπερήφανου και ελεύθερου. Θα μου πεις: Υπάρχουν άραγε λαοί όχι υπερήφανοι, που μισούν την ελευθερία τους; Και θ΄ απαντήσω: Ναι, υπάρχουν! Κοίτα γύρω σου, κοίτα δίπλα σου, κοίτα μέσα σου…

Αφεθήκαμε! Παραδοθήκαμε σ΄ έναν εαυτό μίζερο και δειλό. Και τώρα εισπράττουμε αυτό που μας αξίζει. Εύκολα κατηγορούμε τα παιδιά μας για την αγραμματοσύνη τους, τις ατελείς γνώσεις για τα γεγονότα τού τότε, καταδικάζουμε το ότι δεν μπορούν να συναισθανθούν την ιερότητα της σημερινής επετείου, εμείς, εμείς που θα έπρεπε να δικαστούμε για την αδιαφορία και μικροψυχία μας, εμείς που τα παραδώσαμε σ΄ έναν κόσμο τραγικά άσχημο κι επικίνδυνο, που άνετα βυθισμένοι σε καναπέδες ασκούμε μιαν ανούσια κριτική στις βλακείες που αρθρώνουν άεργοι κι απατεώνες πολιτικοί τους οποίους πάλι εμείς οι ίδιοι φέραμε στην Βουλή.

Και κανείς από εμάς δεν τολμά μια θαρραλέα αυτοκριτική. Μήπως εμείς οι ίδιοι δεν ισοπεδώσαμε τις παραδόσεις και τις αξίες, για τον μη σεβασμό των οποίων τώρα κατηγορούμε τους νέους μας; Έχουμε το θράσος ν΄ απαιτούμε εθνική συνείδηση και πατριωτισμό από μια γενιά που βλέπει να κλείνουν σχολεία, θέσεις δασκάλων κενές, λουκέτα παντού, ανθρώπους να σεργιανίζουν άνεργοι σε πλατείες και καφενεία, με τα χέρια στις τσέπες και βλέμμα αδειανό. Απαιτούμε συνείδηση από νέους χωρίς ελπίδα, χωρίς μέλλον, εγκλωβισμένους σ΄ ένα κράτος – πληγή που τιμωρεί την ιδιωτική εκπαίδευση και χαρατσώνει τα «κεραμίδια» μας, που σύρει διαρκώς τους εκπροσώπους του στα σαλόνια των Βρυξελλών για επαιτεία, προκειμένου να φιμώσει τις κραυγές τής αντίδρασης όσων η ζωή πετάχτηκε στα σκουπίδια, να καταλαγιάσει την αγανάκτηση στις ουρές των τραπεζικών μηχανημάτων αυτόματης εκταμίευσης χρημάτων που δύσκολα θα επαρκούσαν για κάλυψη στοιχειωδών αναγκών μιας εβδομάδας. Απαιτούμε συναίσθηση κι εθνικό φρόνημα από νέους που ξεριζώνονται απ΄ τον τόπο τους κακήν κακώς προς άγραν εργασίας -ποιοι; εμείς, εμείς που προσποιηθήκαμε ένα ΟΧΙ για να υποταχτούμε τελικά στο ΝΑΙ της εξαθλίωσης και της απανθρωπιάς!

Είναι παράλογες αυτές οι απαιτήσεις, εξωπραγματικές. Σε λίγα χρόνια, μέρες σαν την σημερινή θα περνούν απαρατήρητες. Η λήθη είναι απότοκο της παθητικότητας και ταυτόχρονα μέσο για το πέρασμα σε κατάσταση πλήρους αναλγησίας. Σ΄ έναν κόσμο όπου ο καθείς είναι ό,τι έχει, αργά ή γρήγορα θα πρυτανεύσει ο αμοραλισμός των αριθμών. Η ανθρωπιά θα καταντήσει λέξη κενή νοήματος. Ήδη το νιώθεις να γίνεται. Το ζεις! Ο ήλιος δύει αργά, το σκοτάδι ξέρει να περιμένει. Η ιστορική μνήμη θα θαφτεί σιωπηλά, ανώδυνα, και κάποιες μέρες σαν την σημερινή θα σε πυρπολεί η απορία: Τι έγινε τάχα τότε, εκείνο το πρωινό τού Οκτώβρη τού 1940;

Και θα ψάχνεις νωχελικά το νόημα στην φωνή τού Κώστα Σταυρόπουλου: «Εδώ, ελεύθεραι ακόμα Αθήναι. Έλληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέρφια, κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια. Έλληνες! Ψηλά τις καρδιές… Ο πόλεμός μας συνεχίζεται. Και θα συνεχιστεί μέχρι της τελικής νίκης. Ζήτω το έθνος των Ελλήνων!».

Μετά, βαριεστημένος, μ΄ ένα αποφασιστικό enter θα σβήνεις την οθόνη τού υπολογιστή, ακούγοντας το γουργουρητό του να ξεψυχά…

Πάνος Γιαννάκαινας

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!