Χαρά Ανδρεΐδου – Η γυναίκα, η συγγραφέας, ο άνθρωπος

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

«Πιστεύω ότι η ζωή όλων μας είναι συνταρακτική»

Όσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία της, όσοι έχουν γνωρίσει τους ήρωές της, είδαν σε αυτούς κομμάτια τους. Το superiorbooks.gr συναντά την Χαρά Ανδρεΐδου και αφουγκράζεται τις αγωνίες της, τις σκέψεις και τους προβληματισμούς της.

Πώς ξεκινήσατε το θαυμαστό ταξίδι της γραφής; Τι σας ώθησε να πιάσετε το καλαμάρι -ή πιο σωστά το πληκτρολόγιο;

Ξεκίνησα να γράφω πριν από μερικά χρόνια υπακούοντας σε δυο κυρίαρχες ανάγκες μέσα μου, σε δυο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μου. Η πρώτη είναι η ανάγκη μου να μελετήσω, να αναλύσω, να καταλάβω και να αποδεχτώ καταρχάς εμένα, και στη συνέχεια τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω μου.Χαρά Ανδρεΐδου

Πιστεύω πως δεν μπορούμε να πορευτούμε σ’ αυτή τη ζωή αν δεν καταλάβουμε, αν δεν κατανοήσουμε και δεν αποδεχτούμε τον εαυτό μας, αν δεν κάνουμε ειρήνη μαζί του. Πιστεύω επίσης πως το να αποδεχόμαστε τους άλλους είναι μια ανάγκη βαθιά ριζωμένη μέσα μας, όπως και η ανάγκη μας να αποδέχονται οι άλλοι εμάς.

Επικοινωνία σημαίνει αποδοχή; Πόσο σημαντικό είναι αυτό για έναν συγγραφέα;

Όταν είσαι γεμάτος στεγανά, όταν υψώνεις γύρω σου συνεχώς αδιάβλητα αξιώματα, ορισμούς και αφορισμούς, δεν μπορείς να αποδεχτείς ούτε τον εαυτό σου ούτε τους ανθρώπους γύρω σου. Πρέπει να καταλάβεις ότι ο καθένας έχει τον τρόπο του, τον χρόνο του και τους λόγους του για ό,τι κάνει. Όταν καταλάβεις αυτό τον τρόπο, αυτόν τον χρόνο κι αυτούς τους λόγους, τότε μπορείς να τον αποδεχτείς ή να τον απορρίψεις. Αλλά πρώτα πρέπει να τον καταλάβεις. Προσπαθώ λοιπόν να καταλάβω και εμένα και τους άλλους.

Έχετε δηλώσει επανειλημμένα πως είστε «ερωτευμένη» με τις λέξεις. Πολλοί καταξιωμένοι συγγραφείς τις θεωρούν ως «μπάλσαμο» και «διαφυγή». Πόσο «βασανιστική» είναι η επεξεργασία του λόγου μέχρι να συνθέσει ένα ολοκληρωμένο βιβλίο; Πώς αποθησαυρίζετε γνώσεις και εμπειρίες και στην συνέχεια τα κατατάσσετε ως χρήσιμο υλικό για την συγγραφή;

Το κάνω συλλέγοντας ιστορίες, στιγμές, σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες, όχι μόνο δικά μου αλλά και των ανθρώπων γύρω μου. Όλα αυτά τα μαζεύω μέσα μου, τα αφήνω να τριγυρνάνε εκεί κι όταν έρχεται η ώρα τους τα βγάζω στην επιφάνεια και αρχίζω να τα μελετάω εξαντλητικά, προσπαθώντας να τα καταλάβω, να βρω την αλήθεια τους. Το κάνω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είναι για μένα μια άσκηση αυτογνωσίας, που με βοηθάει πολύ. Αλλά επίσης δίνει και διέξοδο στη μεγάλη μου αγάπη για τις λέξεις, για τον λόγο.

Αυτή είναι η δεύτερη κυρίαρχη ανάγκη μου: Να δώσω μια διέξοδο, ένα πεδίο έκφρασης στη μεγάλη αγάπη μου για τις λέξεις. Αγαπούσα πάντοτε τις λέξεις. Με γοητεύουν οι άπειρες δυνατότητες που προσφέρει ο -γραπτός κυρίως- λόγος, οι απειροελάχιστες αποχρώσεις που μπορεί ν΄ αποδώσει, οι αμέτρητες διαβαθμίσεις, οι διαφορετικοί τονισμοί, τα παιχνίδια που μπορείς να κάνεις.

Έχω μια συνήθεια, μια εμμονή αν θέλετε, να περιγράφω εξαντλητικά μέσα μου οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο μου, να το μελετάω περιγράφοντάς το με λέξεις, προσπαθώντας να το αποδώσω απ’ όλες του τις πλευρές, σ’ όλες του τις εκφάνσεις και να το κατανοήσω ως σύνολο, ως «όλον». Και το κάνω με τις λέξεις, με τις φράσεις, που άλλες τις κουβαλάω μέσα μου από καιρό κι άλλες γεννιούνται εκείνη τη στιγμή.

Από όλη αυτή τη διαδικασία υπάρχει μια συνεχής φασαρία μέσα στο μυαλό μου, μια συνεχής αναταραχή κι ούτε μια στιγμή ησυχίας. Η συγγραφή βιβλίων με βοηθάει να διαχειρίζομαι όλα αυτά που τριγυρνάνε, που χορεύουν, που παλεύουν συνεχώς μέσα μου. Όλα αυτά που με προβληματίζουν και με κρατάνε συνεχώς σε εγρήγορση. Τα διοχετεύω στους ήρωες μου. Πλάθω τους ήρωές μου, τους δίνω μορφή, Η αγάπη είναι πόλεμοςψυχή, υπόσταση και τους αφήνω να συνδιαλέγονται μεταξύ τους σ’ έναν αέναο διάλογο, σαν αυτόν που συμβαίνει μέσα μου κάθε στιγμή.

Η διαδικασία αυτή με ανακουφίζει, καταπραΰνει τις αγωνίες μου. Είναι για μένα έκφραση, ψυχοθεραπεία. Και το ίδιο γοητευτική με τη συγγραφή ενός βιβλίου είναι επίσης η διαδικασία έκδοσης του βιβλίου και του τελικού μοιράσματος και της επικοινωνίας με τους αναγνώστες.

Ποια η «αμοιβή» του δημιουργού;

Πιστεύω πως οι περισσότεροι από εμάς δεν είμαστε συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας, θεωρούμε πως οι αντιδράσεις μας σε όσα μας συμβαίνουν είναι υπερβολικές, παράλογες, παθολογικές και ζούμε σε μια συνεχή εσωτερική απαξίωση. Όταν γράφω ένα βιβλίο εύχομαι ο αναγνώστης διαβάζοντάς το να αναγνωρίσει μέσα του κομμάτια από τον εαυτό του και να νιώσει πως δεν είναι μόνος του, πως δεν είναι ο μοναδικός που βιώνει ανάλογες καταστάσεις, κι αυτό να του δώσει μια αίσθηση παρηγοριάς, ανακούφισης και  συντροφικότητας.

Όταν άνθρωποι που διαβάζουν τα βιβλία μου μού λένε πως μέσα τους βρήκαν επιτέλους  γραμμένα όλα αυτά που οι ίδιοι νιώθουν και δεν μπορούν -για διάφορους λόγους- να εκφράσουν, ότι ταυτίζονται με τους ήρωές μου και ανακουφίζονται, αυτό το μοίρασμα, η επικοινωνία και η ανακούφιση των αναγνωστών μου είναι για μένα η δική μου λύτρωση.

Απόσπασμα από το Η αγάπη είναι πόλεμος (2011), εκδόσεις Ψυχογιός:

«Τι είναι αυτό που σε κάνει να ερωτεύεσαι έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, έναν άνδρα, μια γυναίκα;», τη ρωτάει.

«Τι είναι αυτό που σε κάνει να ερωτεύεσαι έναν συγκεκριμένο άνθρωπο;», επαναλαμβάνει εκείνη την ερώτησή του. «Χιλιάδες λόγοι και κανένας που να μπορείς να τον ορίσεις με ακρίβεια.»

«Ναι, αλλά ποιοι λόγοι, τι είναι αυτό που σε τραβάει κοντά του;», επιμένει εκείνος.

«Μμμ, είναι τόσα πολλά!», του λέει, έτοιμη πάντα να δώσει την απάντηση. «Σ’ αρέσει η εικόνα του, το πρόσωπό του, τα μαλλιά του, η κορμοστασιά του. Σ’ αρέσει η φωνή του, η χροιά της, το βλέμμα του, το χαμόγελό του, ακόμη και το κατσούφιασμά του».

Ζωγραφίζει με τα δάχτυλά της ένα χαμόγελο κι ένα κατσούφιασμα στο πρόσωπο του άνδρα που την κρατάει αγκαλιά και την ακούει χαμογελώντας ήρεμα. Του χαμογελάει κι εκείνη και συνεχίζει:

«Σ’ αρέσει ο τρόπος που περπατά, που στέκεται, που κάθεται, που κινείται, που μιλάει. Σ’ αρέσει ο τρόπος που ντύνεται, ο τρόπος που εκφράζεται, που διασκεδάζει, που χαλαρώνει. Σ’ αρέσουν τα μαγαζιά στα οποία συχνάζει, οι φίλοι που έχει. Σ’ αρέσει η δουλειά του, οι στόχοι του, οι φιλοδοξίες του, το πρόγραμμά του, οι απαιτήσεις του από τη ζωή, από τους άλλους, από σένα. Σ’ αρέσει η κοσμοθεωρία του, ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη ζωή, το θάνατο, τη φιλία, την αγάπη, σ’ αρέσουν οι απόψεις του για το καθετί».

Ανεβαίνει ένα ένα τα σκαλιά στην κλίμακα των αξιών της ζωής, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται η ίδια. Κι όταν καταλαβαίνει ότι ξέφυγε πολύ, ότι απομακρύνθηκε, γυρίζει και πάλι πίσω:

«Και κυρίως σ’ αρέσει ο τρόπος που σου φέρεται, ο τρόπος που σε κοιτάζει, που σε ακούει, που σε φροντίζει, που σε προσέχει, που σου δείχνει πως είσαι σημαντική». Καθώς τα λέει αυτά, κλείνει το πρόσωπό του στα δυο της χέρια, το φυλακίζει εκεί, του δείχνει ότι μιλάει γι’ αυτόν, ότι αναφέρεται σ’ αυτόν καθώς απαριθμεί όλα όσα της αρέσουν σ’ έναν άνδρα. Του χαμογελάει και της χαμογελάει κι αυτός.

«Μόνο αυτά;», την τσιγκλίζει να συνεχίσει. Κάτι έχει στο νου του σήμερα.

«Σ’ αρέσουν όλα αυτά και χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη τέτοια. Σ’ αρέσουν τα πιο μικρά, αυτά που πρέπει να πλησιάσεις πιο κοντά για να τα δεις, μια σκιά στα μάτια όταν είναι στενοχωρημένος, το σφίξιμο του σαγονιού όταν είναι θυμωμένος ή αγχωμένος, ο μυς που συσπάται χαμηλά στο μάγουλό του, ο τρόπος που κρατάει το τιμόνι όταν οδηγεί, ο τρόπος που ανάβει το τσιγάρο του, με το κεφάλι γερμένο πίσω, ο τρόπος που αγκαλιάζει τους φίλους του όταν συναντιούνται και χτυπούν ο ένας το χέρι στην πλάτη του άλλου, ο τρόπος που χτυπάει την μια παλάμη του μέσα στην άλλη για να τονίσει αυτά που λέει…»

Μιλάει και συνοδεύει τα λόγια της με την κίνηση των χεριών της. Περνάει τα δάχτυλά της πάνω στα βλέφαρά του, έπειτα ακουμπάει το σαγόνι, χαϊδεύει τον ατίθασο μυ, φιλάει ένα ένα και τα δυο του χέρια, τις χούφτες του, περνάει το χέρι της μέσα από τα μαλλιά του και τον αναγκάζει να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω. Και τα κάνει όλα με ανείπωτη τρυφερότητα κι εκείνος τα δέχεται με μια ήρεμη ικανοποίηση, που καθρεφτίζεται στα μάτια του.

«Όλα αυτά και άλλα πολλά, ακόμα πιο πολλά, που πρέπει να πλησιάσεις ακόμα πιο κοντά, μέσα από την πανοπλία για να τα δεις, για να τα αγαπήσεις», συνεχίζει. «Οι απίστευτες αποχρώσεις που παίρνουν τα μάτια του όταν νιώθει χαρά, πόνο, οργή, πόθο, ικανοποίηση. Η διαφορετική βραχνάδα της φωνής του όταν είναι τρυφερός, όταν είναι παθιασμένος, θυμωμένος, κουρασμένος, δοτικός, ανυπόμονος. Ο τρόπος που τυλίγει τα χέρια του και το σώμα του γύρω σου σε κάθε διαφορετική στιγμή, σε κάθε διαφορετική απαίτηση που έχει από σένα, όταν σε ποθεί ερωτικά, όταν σε κανακεύει με τρυφερότητα, όταν σε επιδεικνύει στους γύρω του, όταν θέλει να κλειστεί αυτός μέσα σου και να τον προστατεύσεις εσύ, απ’ όλους…»

Τώρα τα χείλη της συνοδεύουν τα λόγια της, φιλάει τα μάτια του, φιλάει τα χείλη του, το λακκάκι του λαιμού του, το μάγουλο, το μέτωπό του. Και συνεχίζει:

«Όλα αυτά κι άλλα πολλά, είναι πάρα πολλά αυτά που σου αρέσουν σ’ έναν άνθρωπο κι είσαι ερωτευμένος μαζί του. Σταγόνες που ενώνονται και γίνονται ένα μεγάλο, ορμητικό ποτάμι που σε παρασύρει, σε παίρνει από την ζωή σου και απ’ ό.τι μέχρι τώρα ήταν δεδομένο για σένα, σε πάει μακριά, σε ταξιδεύει».

Πώς θα χαρακτηρίζατε το είδος των βιβλίων που γράφετε; Περιγράψτε μας πώς αισθάνεστε για τους ήρωες που στις σελίδες σας παίρνουν «σάρκα και οστά», πώς τους αντιμετωπίζετε, τι τους βασανίζει, ποιες οι αγωνίες και οι χαρές τους, τι συνταρακτικό συμβαίνει στην ζωή τους…

Από όταν έγραψα το πρώτο κείμενο του πρώτου μου βιβλίου, δεν σταμάτησα να γράφω. Είναι μια διαδικασία που έχει αποκτήσει μιαν ασυγκράτητη ορμή μέσα μου, που δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα. Το 2011 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, το Η αγάπη είναι πόλεμος και το 2013 το δεύτερο, τα Ημερολόγια διαδρομών -και τα δυο από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Το Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα είναι το τρίτο μου βιβλίο, κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2014, από τις εκδόσεις Λιβάνη.

Οι ταμπέλες και οι γενικεύσεις δεν μου αρέσουν, τις θεωρώ πολύ επικίνδυνες. Αν ωστόσο θα έπρεπε οπωσδήποτε να χαρακτηρίσω με κάποιο τρόπο τα βιβλία μου, να τους δώσω μια ταμπέλα, θα τα αποκαλούσα «ψυχολογικά μυθιστορήματα».

Γράφω για να μπορέσω να εκφράσω, να δώσω φωνή, να μοιραστώ  μια σειρά από βασικά, θεμελιώδη ερωτήματα που στροβιλίζονται συνεχώς μέσα μου, που τριβελίζουν το μυαλό μου και με τυραννάνε και που έχουν να κάνουν με τη στάση μας απέναντι στη ζωή και με το ζύμωμά μας με τους άλλους ανθρώπους. Πλάθω τους ήρωές μου ταυτίζοντας τον κάθε ήρωα με έναν εαυτό μου μέσα μου -γιατί πιστεύω πως όλοι έχουμε μέσα μας πολλούς εαυτούς, οι οποίοι βρίσκονται σε έναν διαρκή, ασίγαστο, ανηλεή πόλεμο μεταξύ τους-, πλάθω λοιπόν τους ήρωές μου, τους δίνω σάρκα και οστά, πνοή και ζωή, τους θέτω τα ερωτήματα που με ταλανίζουν και τους αφήνω να συνδιαλέγονται και να προβληματίζονται μέσα στον καμβά της ιστορίας του βιβλίου.Ημερολόγια διαδρομών

Οι απαντήσεις τους είναι απαντήσεις μου, η αγωνία τους είναι αγωνία μου, η απορία τους είναι απορία μου. Ο καθένας τους συνήθως παίρνει μια διαφορετική θέση, δίνει μια διαφορετική απάντηση στα  ερωτήματα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Κι εγώ τις αραδιάζω όλες μπροστά σας, σας τις εκθέτω. Δεν προκρίνω καμία έναντι των άλλων, δεν επιλέγω καμία ως σωστή. Τις αραδιάζω μπροστά σας για να επιλέξετε αυτή που ταιριάζει περισσότερο στον καθένα σας. Ή να μην επιλέξετε καμιά, να έχετε ήδη τη δική σας απάντηση, τη δική σας αλήθεια και να μείνετε προσκολλημένοι σ’ εκείνη. Το παιχνίδι είναι δικό σας. Η απόφαση είναι δική σας. Εγώ είμαι απλώς ο μεσάζοντας…

Ο καμβάς που μέσα του κινούνται οι ήρωές μου είναι πάντοτε το πλαίσιο μιας σχέσης. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο αναπτύσσονται, παρουσιάζονται, ζουν μόνο οι βασικές χαρακτήρες, κι αυτοί αποκλειστικά στη διάστασή τους ως μέλη, συστατικά στοιχεία της σχέσης που μελετάω κάθε φορά. Μερικές, περιστασιακές μόνο, αναφορές γίνονται σε άλλους ανθρώπους γύρω τους κι αυτές μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητες για να δοθεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες.

Είναι μια απόλυτα συνειδητή επιλογή, το να τους βάζω μόνους τους μέσα στον κόσμο που δημιούργησα γι’ αυτούς. Θέλω οι ήρωες μου να κινούνται σ’ ένα κόσμο απογυμνωμένο από δευτερεύοντα στοιχεία, ώστε να μπορώ απερίσπαστη να εστιάζω, να καταγράφω, να εξετάζω, να αναλύω κατευθείαν τα πρωτεύοντα, τα ουσιαστικά στοιχεία και του καθενός χωριστά, αλλά και της σχέσης τους. Και γι΄ αυτό αποφεύγω επίσης επιμελώς να δώσω πρακτικές πληροφορίες για την εμφάνισή τους, τις δουλειές τους, τον τρόπο ζωής τους.

Στη ζωή των ηρώων μου δεν συμβαίνουν συνταρακτικά εξωτερικά γεγονότα. Δεν πέφτουν αεροπλάνα, δεν βουλιάζουν πλοία, δεν γίνονται πολύνεκρα τροχαία. Δεν εμφανίζεται καν κάποια ανίατη ασθένεια, δεν γίνεται κάποια τρομερή αποκάλυψη από το παρελθόν. Το συνταρακτικό είναι η ίδια τους η ζωή και ο τρόπος που αυτοί στέκονται απέναντί της.

Πιστεύω ότι η ζωή όλων μας είναι συνταρακτική. Μέσα μας συμβαίνουν καθημερινά άθλοι που μοιάζουν ακατόρθωτοι, νίκες που μας κάνουν περήφανους, ήττες που μας ταπεινώνουν, πληγές που δεν επουλώνονται ποτέ. Είναι η δική μας προσωπική Ιστορία, με Ι κεφαλαίο, γεμάτη με αγώνες, διλήμματα, αποφάσεις, πετάγματα, γκρεμίσματα, συμμαχίες, προδοσίες, συνθηκολογήσεις, μια Ιστορία που δεν γράφεται ποτέ, δεν διαβάζεται από κανέναν, δεν την γνωρίζει ποτέ κανείς πέρα από μας τους ίδιους και ίσως και δυο τρεις ανθρώπους που για κάποιον λόγο τους θεωρούμε δικούς μας και τους αποκαλύπτουμε κομμάτια -κομμάτια μόνο- της πορείας μας.

Απόσπασμα από το Ημερολόγια διαδρομών (2013), εκδόσεις Ψυχογιός:

Δευτέρα 2 Μαΐου

 Χθες Πρωτομαγιά. Το πράσινο έχει καλύψει τα πάντα. Πράσινα χωράφια, πράσινα βοσκοτόπια, πράσινοι φράχτες, μερικές μόνο λωρίδες ή μπαλώματα και πινελιές από άλλα χρώματα, τα χρώματα των λουλουδιών στον κάμπο, στις αυλές, στις πλατείες. Τα χωράφια με τα σπαρτά που προορίζονται για βιοκαύσιμα, μεγάλα κίτρινα τετράγωνα ή ορθογώνια εδώ κι εκεί, σφηνώνουν την κατακίτρινη σημαία των μικροσκοπικών ανθών τους μέσα στο κυρίαρχο πράσινο, κατοχυρώνουν τον δικό τους χώρο. Λευκές και αχνορόδινες πινελιές από τα μοναχικά δένδρα του κάμπου, φορτωμένα ακόμα με τα εύθραυστα λουλουδάκια τους. Σχεδόν ασήμαντα το καθένα από μόνο του, με τα φτενά του πέταλα, με τους δυσανάλογα μεγάλους στήμονες, τόσο εντυπωσιακά όμως στο σύνολό τους, δεκάδες, εκατοντάδες μαζεμένα πάνω σε ένα λεπτό κλαδί, ένα κλαράκι που γίνεται σύμβολο ομορφιάς, έκρηξη χρώματος, πανδαισία όσφρησης. Τα ταπεινά λουλούδια των μοναχικών δένδρων του κάμπου. Κόκκινα και ροζ και πορτοκαλιά στους φράχτες, από τις τριανταφυλλιές που ανθίζουν περήφανες, και  υπόλευκες πινελιές από τα ευωδιαστά γιασεμιά.

Μπαλώματα από μοβ, γαλάζια, κιτρινωπά εδώ κι εκεί στα βοσκοτόπια, τα χαμηλά λουλουδάκια των αγρών, λιλιπούτεια, αθέατα σχεδόν το καθένα από μόνο του, ενώνουν τις δυνάμεις τους, συναθροίζονται, καταφέρνουν και ξεχωρίζουν με το πλήθος τους. Και φυσικά, στις άκρες των δρόμων, σε όλη τη διαδρομή, το κυρίαρχο κόκκινο της παπαρούνας.Ένα κόκκινο φλογερό, ζωηρό, επιθετικό, που δεν το συναντάς πουθενά αλλού, που κανείς δεν μπορεί να το μιμηθεί, απλώνεται χιλιόμετρα και χιλιόμετρα, μια κόκκινη λωρίδα με μικρές μαύρες πιτσιλιές, σαν οροθέτης των δρόμων.

Το πράσινο της φύσης, τα χρώματα των λουλουδιών και το γαλάζιο του ουρανού. Ένας ουρανός αραιός, ανάλαφρος, καταγάλανος, με μακριές μόνο ουρές από σύννεφα, χιλιόμετρα από ένα αραιό λευκό χωρίς ειδική υπόσταση και όγκο, σαν μια άσκοπα τραβηγμένη πινελιά από ένα υπερβολικά νερωμένο χρώμα. Πρωτομαγιά χθες και σήμερα η δεύτερη μέρα του Μαγιού.

Μέσα στα βιβλία μου, εκτός από την προφανή ιστορία της σχέσης των ηρώων, πρωταγωνιστής είναι η συνεχής πάλη, η μόνιμη αγωνία που βιώνουμε όλοι μας κάθε στιγμή της ζωής μας για το κάθε τι που αντιμετωπίζουμε. Ένας δρόμος χωρίς τέλος. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο οι ήρωες μου ζυμώνονται μεταξύ τους έντονα, επίπονα και επίμονα. Αλέθονται όπως το σπυριά το σιτάρι στις μυλόπετρες, ζουν μια πραγματική σφαγή στην προσπάθειά τους να συνυπάρξουν με άλλους ανθρώπους. Και θυσιάζουν στο βωμό της προσπάθειάς τους αυτής τις βεβαιότητές τους, τις αλήθειες τους, τις ανάγκες τους. Οι ήρωές μου βασανίζονται από την άρση όλων των βεβαιοτήτων τους, από την άρση ουσιαστικά του κόσμου τους. Κι όμως, εξακολουθούν να ψάχνουν, να προσπαθούν, να ζητούν, να δίνουν και να παίρνουν. Προσπαθούν να συνυπάρξουν.

Κάποια στιγμή, όλοι τους λένε ΙΣΩΣ. Λένε «ίσως» και αποδέχονται, δίπλα στις δικές τους αλήθειες και τις αλήθειες των άλλων, των ανθρώπων που θέλουν να έχουν κοντά τους. Αυτό το «ίσως» είναι η ουσία του βιβλίων μου. Η αποδοχή ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές αλήθειες και ότι η ζωή, κάποια στιγμή, όσο καλά ταμπουρωμένοι κι αν είμαστε στη δική μας αλήθεια, όσο ικανοποιημένοι κι αν είμαστε από αυτή, η ζωή κάποια στιγμή θα μας φέρει αντιμέτωπους και με άλλες αλήθειες, θα μας αναγκάσει να τις δούμε και να πάρουμε θέση απέναντί τους. Αυτό είναι το κόστος της συνύπαρξής μας με τους άλλους ανθρώπους. Το κόστος του να μην είμαστε μόνοι. Πρέπει να δεχτούμε και τις αλήθειες των άλλων για να συνεχίσουμε να συνυπάρχουμε, να ζούμε, να ζυμωνόμαστε μαζί τους. Ή να τις απορρίψουμε,  και τις αλήθειες αλλά και τους ανθρώπους και να μείνουμε μόνοι. Η επιλογή είναι δική μας.

Τα βιβλία μου έχουν πάντα πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Αν θέλει, μπορεί κάποιος να μείνει στο πρώτο επίπεδο, στο προφανές, στις γαργαλιστικές λεπτομέρειες της εξέλιξης των σχέσεων ανάμεσα στους ήρωες. Μπορεί αν θέλει να προχωρήσει και πιο κάτω, στο επόμενο, στα επόμενα επίπεδα, μέχρι τα πιο βαθιά, μέχρι την καρδιά του κειμένου. Είναι σαν ένα κρεμμύδι που το ξεφλουδίζεις φλούδα-φλούδα. Όσο περισσότερες φλούδες βγάζεις τόσο περισσότερο σε «πιάνει» η κάψα του, τόσο περισσότερο σε αγγίζει και επιδρά μέσα σου.

Στα τέσσερα σημεία του ορίζονταΜια ερώτηση που μου κάνουν συχνά στις συνεντεύξεις αφορά στο κεντρικό μήνυμα του εκάστοτε βιβλίου. Απαντώ πως το βιβλίο, το κάθε βιβλίο, μπορεί να το διαβάσει ο καθένας με τον δικό του τρόπο και να το καταλάβει ανάλογα με το τι κουβαλάει μέσα του, τι θέλει να πιστέψει, να απορρίψει, τι αντέχει και τι δεν αντέχει. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι τα βιβλία μου επιμένουν στη διαρκή εγρήγορση και αυτογνωσία του ανθρώπου, στο να γνωρίζουμε κάθε στιγμή ποιοι είμαστε και να μας αποδεχόμαστε, να μην αρνούμαστε τον εαυτό μας, τους εαυτούς μας, τις ανάγκες μας, τις αλήθειές μας, τις αντοχές μας, αλλά επίσης να αποδεχόμαστε και την αλήθεια των άλλων. Δεν μπορούμε να αποκοπούμε ούτε από τον κόσμο γύρω μας,  αλλά ούτε και από τον κόσμο μέσα μας, ο οποίος -μέσα από πολύ επίπονες διαδρομές, είναι αλήθεια- μας δείχνει τον δρόμο που μπορούμε να πάρουμε κάθε φορά. Και πάλι είναι δική μας επιλογή το πώς θα περπατήσουμε πάνω σ’ αυτό το δρόμο.

Οι ήρωές μου δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί άνθρωποι. Είναι άνθρωποι. Όπως όλοι μας. Για μένα δεν υπάρχει απόλυτα καλός ή απόλυτα κακός άνθρωπος. Ούτε και θέλω να παρουσιάσω τους ήρωές μου έτσι στους αναγνώστες, να τους δώσω έτοιμη, μασημένη τροφή. Θα ήταν σαν να τους υποτιμούσα. Και δεν το θέλω.

Δημιουργώ τους ήρωές μου και τους αφήνω στην κρίση του καθενός. Όμως παρακαλώ πάντοτε τους αναγνώστες να μην μου τους κρίνουν αυστηρά. Να είναι επιεικείς μαζί τους. Γιατί τους αγαπάω πολύ, όλους. Παρακαλώ τους αναγνώστες να δώσουν ελαφρυντικά στους ήρωές μου, να τους αφήσουν περιθώρια, να προσπαθήσουν να τους νιώσουν και να τους κατανοήσουν. Και να νιώσουν και το τέλος του  κάθε βιβλίου, που όπως το συνηθίζω, δεν είναι τέλος. Είναι μια αρχή, ένας καινούργιος κύκλος. Καλή αρχή, κακή αρχή, θα κρίνει ο καθένας μόνος του.

Για μένα είναι η συνέχεια που ταιριάζει στους ήρωές μου, στο χαρακτήρα τους, στη ψυχοσύνθεσή τους. Ένα τέλος που είναι αρχή. Και είναι -ας πούμε- και το δώρο μου προς τους αναγνώστες. Τους δίνω μια καινούργια αρχή στην ιστορία για να την πάνε όπου ο καθένας θέλει, να τη διαμορφώσει όπως θέλει, όπως του ταιριάζει, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

Απόσπασμα από το Στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα (2014), εκδόσεις Λιβάνη:

Μπορείς να είσαι παρών στη ζωή μου; Μπορείς να είσαι εδώ, να είσαι συνεπής, να υπάρχεις, να ζεις και ν’ ανασαίνεις μέσα μου, κι ας μην είσαι δίπλα μου, αν δεν μπορείς να το κάνεις. Όμως να είσαι παρών, να είσαι μέσα μου, να με κουβαλάς, να σε κουβαλάω, να μου μιλάς, να σ’ ακούω. Σε θέλω στη ζωή μου, με κάθε τρόπο, με οποιοδήποτε κόστος. Όλα μου κοστίζουν, όλα όσα παίρνω είναι ακριβά, πανάκριβα, τίποτα δεν μου χαρίζεται. Τώρα θέλω να μου κοστίσεις κι εσύ, θέλω να σ’ έχω και να πληρώσω το αντίτιμο, κάθε αντίτιμο· και να σε τραβήξω να παίξουμε μια παρτίδα ακόμη, να  κάνουμε ένα γύρο ακόμη, να δώσουμε άλλη μια ευκαιρία. Ίσως τώρα, που ξέρουμε ότι πονάει, πόσο πολύ πονάει, να το σεβαστούμε αυτό που νιώσαμε ο ένας για τον άλλον, ίσως τώρα να του φερθούμε καλύτερα, να το υπολογίσουμε. 

Μου είπες: «Θα πονέσεις». Σου απάντησα: «Θα πονέσω, όμως θέλω το σημάδι σου στη ζωή μου». Αυτή τη στιγμή τίποτα δεν μπορεί να είναι χειρότερο από την απουσία σου από τη ζωή μου. Ό,τι κι αν συμβεί, θα βρω τη δύναμη να το αντιμετωπίσω, να το χωρέσω μέσα μου, να το διαχειριστώ. Ό,τι κι αν συμβεί, εκτός από την απουσία σου. Το πέρασμά σου από τη ζωή μου θα μου αφήσει σημάδια, ναι! Όλα όσα ζούμε μας αφήνουν σημάδια, μικρά, μεγάλα, όλα αφήνουν σημάδια. Όμως αυτά τα σημάδια είναι που χτίζουν τη ζωή μας, μέρα με τη μέρα, άνθρωπο με τον άνθρωπο, χαρά με τη χαρά και πληγή με την πληγή. Τι να την κάνεις μια ζωή μέσα στην αταραξία, μέσα σε μια συνεχή νιρβάνα που δεν τη διακόπτει καμιά χαρά, καμιά λύπη, καμιά ταραχή; Είναι σαν θάνατος! Είναι κι αυτό ένας θάνατος, η αταραξία.  Να μην αφήνεις τίποτα να περάσει  μέσα σου, να σε αγγίξει, να σου δώσει χαρά και να σε πονέσει, να σε ταρακουνήσει, να ζήσεις μαζί του, για όσο ζήσεις μαζί του, και φεύγοντας να σου αφήσει το σημάδι του· καλό σημάδι, κακό σημάδι, σημάδι, ο χάρτης της ζωής σου. Κι η πιο βαθιά πληγή κάποια στιγμή επουλώνεται, γίνεται ένα σημάδι στο χάρτη της ζωής μας. Έτσι ζούμε, με τα σημάδια, με τους λεκέδες,  με τις ζάρες και τις πτυχές. Τι να την κάνεις τη ζωή που μοιάζει με ατσαλάκωτο ύφασμα απλωμένο ολόισιο πάνω σε έναν πάγκο; Πώς να τη χαρακτηρίσεις, από πού να την πιάσεις; Τι μνήμες να σου αφήσει; Η ζωή δεν μετριέται μέσα από τη μακαριότητα, μετριέται μέσα από την πάλη. Και κάθε σημάδι, κάθε ζάρα, κάθε πτυχή πάνω στο ύφασμα είναι ένα βήμα μέσα στη ζωή σου.

Έλα και περπάτησε στη δική μου…

Παρουσίαση βιβλίου Χαράς Ανδρεΐδου

Θα θέλατε από εδώ ν΄ απευθύνετε κάποιο μήνυμα προς τους αναγνώστες σας;

Για μένα το να διαβάσεις ένα βιβλίο είναι μια πράξη παραχώρησης, ένα άνοιγμα του εαυτού μας προς κάποιον άλλο. Μπορεί ένα βιβλίο να σου αρέσει ή να μην σου αρέσει, να δεχτείς την αλήθειά του ή να την απορρίψεις. Τη στιγμή όμως που το διαλέγεις, που το παίρνεις στα χέρια σου και το ανοίγεις, αποφασίζεις να του παραχωρήσεις κομμάτια από το χρόνο σου, από τη σκέψη σου, από την ενέργειά σου, από όλα αυτά τα τόσο πολύτιμα στον καθένα μας. Κάθε φορά που κάποιος αναγνώστης κάνει αυτή την παραχώρηση στα βιβλία μου, νιώθω ότι την κάνει σε μένα την ίδια. Ότι μου ανοίγει χώρο στο χώρο του και χρόνο στο χρόνο του και με καλεί να περάσω μέσα, να μου προσφέρει την προσοχή του, τη σκέψη του, τα συναισθήματα του.

Είναι μια πράξη απέραντης ευγένειας και γενναιοδωρίας από κείνον προς εμένα, από τον αναγνώστη προς εμένα, και θέλω να πω ότι τη νιώθω, την καταλαβαίνω, δεν την αφήνω να προσπεράσει, την αδράχνω και τη ζω. Και αυτή με γεμίζει ενέργεια, θετικά συναισθήματα, και ορμή, για να συνεχίσω, να γράψω το επόμενο βιβλίο μου, να το παρουσιάσω στο κοινό, στους αναγνώστες, να κερδίσω ακόμα μια φορά την προσοχή τους, την εύνοιά τους και τη θετική τους αύρα. Είναι για μένα μια διαδικασία μαγική, μαγευτική, λυτρωτική και τους ευχαριστώ γι’ αυτήν!

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!