Ερωτοτροπίες (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Έχοντας κατακτήσει 24 γλώσσες, Ο Μαδριλένος τεχνίτης του λόγου Χαβιέρ Μαρίας (Javier Marias) παρέδωσε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, με την ευσυνείδητη μεσολάβηση των εκδόσεων Πατάκης, το προτελευταίο του πόνημα -ένα μυθιστόρημα αξιώσεων, που αβίαστα μας ωθεί στο να χαρακτηρίσουμε τον δημιουργό του ως έναν από τους πλέον εξέχοντες σύγχρονους Ευρωπαίους συγγραφείς.

Γιος του αντιστασιακού Χουλιάν Μαρίας Αγιλέρα (Julián Marías Aguilera), γνήσιο τέκνο της ευρωπαϊκής κουλτούρας (παρά το ότι έζησε κάμποσα χρόνια στις ΗΠΑ, λόγω των εκεί εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του πατέρα του), ο Χαβιέρ παραμένει αθεράπευτα ευρωπαϊστής, γράφει με προσανατολισμό το γνήσιο τέκνο αυτής της… Γηραιάς Ηπείρου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο φιλοσοφικός και λογοτεχνικός του ορίζοντας αυτοοριοθετείται στα «εντός των τειχών». photo Javier Mariacuteas 1_zpsv7uxuyzk.jpg

Άλλωστε τα ευρήματα των ιστοριών του απευθύνονται στον απανταχού σύγχρονο άνθρωπο – κληρονόμο του παγκοσμίου πνεύματος, τον ακάματο «σκαπανέα» της πνευματικής ύλης που, χωρίς να δύναται να προσφέρει την λύτρωση από την αδηφάγο και ισοπεδωτική κατιούσα πορεία του πολιτισμού μας, σωρεύεται διαρκώς στα θεμέλια των σημερινών κοινωνιών σαν κακόγουστο αστείο: Τίποτα -ούτε αυτή η γραφίδα ενός Χαβιέρ Μαρίας!- δεν μπορεί ν’ αναστρέψει την παρακμή του γένους των ανθρώπων.

Ακόμη και στις δύσκολες μέρες μας, η ανάγνωση τέτοιων βιβλίων δεν αποτελεί ακριβή πολυτέλεια, μα ενσυνείδητη επιλογή όσο και ενστικτώδη παρόρμηση αναγκαία για την επιβίωση και μακροζωία των κεκτημένων μας. Αυτός είναι, πιστεύω, κι ο λόγος που η τεχνική τού Μαρίας δεν δρέπει δάφνες εξαιτίας μιας -λιγότερο ή περισσότερο τυχαίας- κατάκτησης χώρων μέχρι σήμερα ανεξερεύνητων, παρθενικών ίσως εδαφίων της Λογοτεχνίας. Αντίθετα, ο ίδιος προτιμά τις ήδη προ πολλού δοκιμασμένες φόρμες που σήμερα φαντάζουν ξετσίπωτα γηρασμένες, ξιπασμένες ίσως και συχνά αναχρονικές, ιδίως στα χέρια αδόκιμων ή ατάλαντων επίδοξων γραφιάδων, για να περιγράψει όχι ακόμη μία «επανάσταση των πραγμάτων» αλλά μια δια-λεκτική συντέλεια, έναν κόσμο όπου οι λέξεις δεν τρομάζουν όσους τις ξεστομίζουν, πολύ δε περισσότερο όσους τις ακούν.

Στον κόσμο του Μαρίας, οι λέξεις διατηρούν τον αρχέγονο ρόλο τους, καθυποβάλλουν την ζωή των εμψύχων σε μια ιδιότυπη δικτατορία εννοιολογικών και συναισθηματικών φορτίων -κάτι που άριστα κατάφερε να εκφράσει στο εξαιρετικό βιβλίο του Καρδιά τόσο άσπρη, όπου η οξύμωρη λατρεία και συνάμα το δέος τού γράφοντος στρέφεται στην λέξη που λέγεται και όχι αυτήν που γράφεται: «Είμαστε άοπλοι ενώπιον των λέξεων… Το ν’ ακούς είναι το πιο επικίνδυνο, σημαίνει να ξέρεις, σημαίνει να πληροφορείσαι και να είσαι ενήμερος, τ’ αυτιά δεν έχουν βλέφαρα που θα μπορούσαν να κλείσουν ενστικτωδώς μπροστά σ’ αυτό που ειπώθηκε, δεν μπορούν να φυλαχτούν απ’ αυτό που προαισθάνονται ότι θ’ ακούσουν, πάντα είναι πάρα πολύ αργά. Τώρα πια ξέρουμε, κι αυτό μπορεί να λεκιάσει τις τόσο άσπρες καρδιές μας, ίσως και να ‘ναι χλωμές και φοβισμένες ή δειλές…».

Τώρα, στο Ερωτοτροπίες, ο συγγραφέας επανέρχεται στο αγαπημένο του θέμα -την… επικράτεια των λέξεων- από μια πιο ώριμη και πολυσύνθετη σκοπιά, αποτολμώντας να συλλάβει το μαγικό και ταυτόχρονα μαγευτικό timing της ανθρώπινης δράσης, να προσδιορίσει και απομονώσει την σύμπτωση, το τυχαίο, την συγκυρία την λειτουργούσα ως κινητήριο μοχλό της ζωής. Σε όλα αυτά αγαπάμε να κλείνουμε τα μάτια και αυθόρμητα, σχεδόν επιπόλαια, αποδίδουμε στα γεγονότα (ή τις παραλείψεις) ιδιότητες κοσμογονικές, χαρακτηριστικά σπάνια και αδιανόητα, εδραζόμενα σε συνωμοτικές νομοτέλειες και βαθυστόχαστα ερείσματα. Διότι ίσως κανείς από εμάς δεν είναι πρόθυμος ν’ αποδώσει στην συγκυρία τον πρωταγωνιστικό ρόλο της, κανείς δεν την ανέχεται νωχελικά καθήμενη στον εξουσιαστικό θρόνο της -κι ας γνωρίζουμε κατά βάθος πως δεν είμαστε τέκνα ανάδελφα, πως, μακροσκοπικά παρατηρώντας, δεν αποτελούμε μοναδικότητες, αλλά κακέκτυπες καρικατούρες προηγουμένων ζώντων ανθρώπων, ανθρώπων που ήρθαν στον κόσμο μας κι έφυγαν για να ξεχαστούν, παρά τον πόνο της απουσίας, παρά την δυστυχία της αποχώρησης…

 photo Javier Mariacuteas 3_zpsdzyjfi25.jpgΗ σύμπτωση, λοιπόν, κατευθύνει κι αυτό το εύρημα του Χαβιέρ Μαρίας. Η αφηγήτρια (κεντρική ηρωίδα;) συμπτωματικά παρατηρεί ένα ζεύγος που κάθε πρωί συνηθίζει να παίρνει το πρωινό του στο ίδιο καφέ με αυτό που και η ίδια προτιμά πριν καταλήξει στον εκδοτικό οίκο όπου εργάζεται. Η συχνή περιοδικότητα βοηθά την παρατήρηση να μετεξελιχθεί σε κανονικό… ψυχογράφημα του ανυποψίαστου ζεύγους. Μικρολεπτομέρειες, νεύματα, ψίθυροι, βλέμματα και ανεπαίσθητα αγγίγματα, όλα στέλνουν το πληροφοριακό τους υλικό στο παρατηρητικό μάτι της «διακριτικής νέας» που νιώθει την ανάγκη ν’ αποκωδικοποιήσει τα σημαινόμενα, τα σημειολογούμενα, να διερμηνεύσει τα οπτικά (και κάποιες φορές ψευδοακουστικά) ερεθίσματα, κι ακόμη πιο πέρα, να διερμηνεύσει, αυθαίρετα ομολογουμένως, όσα παρατηρεί. Κατόπιν, ανακλαστικά, θα προχωρήσει σε συγκρίσεις με αυτό που η ίδια βιώνει, θα προσπαθήσει ν’ αποκαθηλώσει μερικά από τα στέρεα «πιστεύω» της και να επαναπροσδιορίσει το στίγμα της πορείας της στην ζωή.

Αλλά μια μέρα το ζεύγος δεν εμφανίζεται. Η Μαρία Ντολθ, η παρατηρητής αφηγήτρια, πληροφορείται την δολοφονία τού ανδρός από τις εφημερίδες και, πάλι εκ συμπτώσεως, έρχεται σε επαφή με την γυναίκα και τον οικογενειακό φίλο τού μέχρι πρότινος ζεύγους, τον εντυπωσιακό Χαβιέρ Ντίαθ – Βαρέλα με τον οποίο συνάπτει μια σύντομη ερωτική σχέση. Ο θεός των συμπτώσεων επεμβαίνει και πάλι, με αποτελέσματα περισσότερο σοκαριστικά αυτήν την φορά: Ακούσια κρυφακούγοντας, η Μαρία πληροφορείται ότι ο εραστής της ήταν ο ιθύνων νους πίσω από την δολοφονία του καλού του φίλου, αποσκοπώντας να κερδίσει την ανυποψίαστη γυναίκα του.  Κι ακολουθούν, ασφαλώς, οι παραδοχές, οι επιχειρηματολογίες, οι εξηγήσεις. Οι λέξεις!

Με σφικτό, μακροπερίοδο λόγο, λιτά περιγραφικό μα βαθιά αναλυτικό ως προς τα ψυχολογικά ελάσματα όπου βασίζονται οι ήρωές του, ο Μαρίας διερευνά τα ανθρώπινα κίνητρα, τις ανείπωτες σκέψεις, τους μύχιους πόθους του σύγχρονου ανθρώπου και τις στρεβλώσεις της συμπεριφοράς του. Δεν παίρνει θέση υπέρ κανενός, αφήνει στον αναγνώστη του την διακριτική ευχέρεια να ταχθεί προς όποια πλευρά επιθυμεί. Δεν δικαιολογεί, αλλά και δεν κατακρίνει -πόσω μάλλον δεν δικάζει. Στο λογοτεχνικό «σύμπαν» τού Μαρίας όλα εναλλάσσονται δίχως ανάγκη απολογίας, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας καλά γνωρίζει την ελαστικότητα της ανθρώπινης συνείδησης, την δύναμη του πάθους που εξουσιάζει την δράση μας, την ροπή μας προς την αμαρτία, τον εκτροχιασμό, το παράλογο. Αυτήν την απροσδιόριστη μα αναμφίβολη εντροπία προσπαθεί ο συγγραφέας να καταδείξει στο «σύμπαν» του -και αναμφίβολα τα καταφέρνει δελεαστικά και συνάμα αβίαστα, συντονίζοντας τις απείθαρχες λέξεις και φράσεις με έναν ακατάβλητα μοναδικό τρόπο, δαμάζοντας το κείμενο του και «μπολιάζοντάς» το με «αφορμές» από γνωστά κλασικά έργα άλλων λογοτεχνών του παρελθόντος.

Εντυπωσιάζει βεβαίως η απουσία κάθε υπερβολής. Ο αναγνώστης πουθενά δεν θα νιώσει την έπαρση, το απίθανο ή το αδιανόητο που συχνά απαντούν σε κείμενα  πολλών ευπώλητων  photo Javier Mariacuteas 2_zpsxwkihlms.jpgσυγγραφέων. Ο τρόπος του Μαρίας είναι ειλικρινά «ταπεινός», οριοθετημένος στον χώρο του εφικτού, γι’ αυτό και τα βιβλία του αφήνουν μια αρκετά ισορροπημένη επίγευση, αφού ο συγγραφέας αποφεύγει ακόμη κι αυτό το φυσιολογικά απρόβλεπτο, το αναπάντεχο. Στα βιβλία του δεν υπάρχει χώρος για «από μηχανής θεούς». Οι εκκωφαντικές εκρήξεις τού είναι άγνωστες, όλα κυλούν στρωτά, πάντα με στόχο ένα «perspective end» -ποτέ «happy end». Φροντίζει οι «αποκαλύψεις» του να έχουν λειασμένες τις γωνίες τους, να μην σαρώνουν τα πάντα στο πέρασμά τους, να μην ανατρέπουν, απλώς ν’ αναπροσδιορίζουν. Κι αυτό αγγίζει βαθιά τον αναγνώστη -που έτσι κι αλλιώς δύσκολα πια εκπλήσσεται. Ο γήινος τρόπος γραφής τού Μαρίας, μέσα από τα δαιδαλώδη σχήματα (που ωστόσο διατηρούν την πειθαρχία ενός σφριγηλού ειρμού και μιας άκαμπτης νοηματικής), είναι η απτή απόδειξη της επίγνωσής του ότι όλα είναι πλέον ξεπερασμένα: Η απώλεια της ζωής ως μόνιμα ολέθρια κατάσταση, η ερωτική έλξη που ορκίζεται στην αθανασία, η πίστη μας στους νεκρούς που διεκδικούν, ολοένα και πιο επίμονα, κομμάτι απ’ τον «ζώντα» χώρο μας, επιζητώντας «λεόντειες μερίδες» από το πεπερασμένο σύνολο των αναμνήσεών μας, είναι ζητήματα που ταλανίζουν την σκέψη του συγγραφέα.

Και η αγάπη;

Ναι, μοιάζει να κραυγάζει νηφάλια ο Μαρίας, ναι, ακόμη κι αυτή η αγάπη μπορεί κάποτε να καταντήσει άχθος στις εύθραυστες πλάτες μας, κι αυτή ακόμη η αφοσίωση κάμπτεται από την κόπωση του χρόνου, την απόσταση του χρόνου, από τις λέξεις των εραστών που δεν λέγονται, από αυτές που πια δεν ακούγονται…

Ναι, διατείνεται ο Μαρίας, είμαστε πάντα ένα βήμα πιο πίσω από τους εαυτούς μας, εκείνους του αυθεντικούς εαυτούς που εναγωνίως προσπαθούμε ν’ αποκρύψουμε. Παραδομένοι στην αμφιβολία, κυνηγώντας το ασήμαντο, άπιστοι, νοσηροί, κάθε μέρα αποδεικνύουμε την κατωτερότητά μας έναντι των περιστάσεων…

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Carlos Ruiz Zafόn – Ψυχογιός

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Georges Simenon – Άγρα

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!