Freikorps

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Οι παρακρατικοί ένοπλοι που κατάφεραν να πνίξουν την επανάσταση των Σπαρτακιστών στο αίμα και να σχηματίσουν τους πρώτους πυρήνες των γερμανικών Ταγμάτων Εφόδου, συντελώντας στην θεμελίωση του ναζιστικού καθεστώτος

Το δαχτυλίδι των Freikorps με την νεκροκεφαλή (Totenkopf), σύμβολο αργότερα των SS και των Einsatzgruppen

Η συμφορά

Το 1918 η Αυτοκρατορική Γερμανία διέρχεται μιας σοβαρότατης κρίσης σε στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Παρά τις προσδοκίες της για έναν σύντομο νικηφόρο πόλεμο, οι φονικές μάχες ακόμη σπαράζουν την καρδιά της Ευρώπης, καθηλώνοντας χιλιάδες στρατιωτών στα μισητά χαρακώματα. Μετά τις πολύνεκρες μάχες του Απριλίου και την αποτυχία της μεγάλης επίθεσης του Μάρνη στα τέλη Ιουλίου, η ηγεσία του Γερμανικού Επιτελείου αντιλαμβάνεται πλέον πως ο πόλεμος έχει χαθεί και προετοιμάζεται σιωπηρά για την διαπραγμάτευση των όρων της ειρήνης.

Μα ο στρατός δεν έχει ολοκληρωτικά ηττηθεί. Αμύνεται σθεναρά, κρατώντας τον πόλεμο μακριά από τα σύνορα της πατρίδας του. Έχοντας μάλιστα νικήσει τους Ρώσους στην ανατολή και υποχρεώνοντάς τους στην επονείδιστη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος 1918), ο πονοκέφαλος των δυνάμεων της Αντάντ επιδεινώνεται, αφού οι αποδεσμευμένες πια ανατολικές μεραρχίες των Γερμανών τοποθετούνται στο δυτικό μέτωπο. Αλλά η αποτυχία του υποβρυχιακού πολέμου της προηγούμενης χρονιάς, με τον οποίο ελπίζουν να εξαναγκάσουν την Αγγλία σε ανακωχή και να αποθαρρύνουν την επέμβαση των Αμερικανών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια στην εύθραυστη αισιοδοξία του Γενικού Επιτελείου.

 Νοέμβριος 1918: Γερμανοί στρατιώτες επιστρέφουν από το μέτωπο στο Βερολίνο, κάτω από βλέμματα συμπαθείας του λαού. Για πολλούς από αυτούς οι περιπέτειες δεν θα σταματήσουν εδώ

Στην διάρκεια του πολέμου, η Δεξιά προπαγάνδα εργαζόταν με ζήλο πάνω στον απατηλό καμβά του μύθου σχετικά με την “αταξική κοινωνία” των χαρακωμάτων. Οι φιλόδοξοι οπαδοί της μεγαλόπνοης πολιτικής του Κάιζερ, οι εύπιστοι διανοούμενοι και οι θερμοκέφαλοι Πρώσοι αριστοκράτες στρατιωτικοί αρέσκονταν να φαντασιώνονται εξιδανικευμένες σχέσεις συντροφικότητας μεταξύ των συμπολεμιστών της πρώτης γραμμής, θεωρώντας τες αποτέλεσμα των κοινών μακροχρόνιων εμπειριών και κινδύνων. Δεν είναι απίθανο να συνέβαινε κάτι τέτοιο στις αρχές του πολέμου, όταν ακόμη η εύρωστη Reichswehr θριάμβευε. Μα στα τέλη του 1918, οι μαχητές οπωσδήποτε αισθάνονται διαφορετικά. Στον αριθμό αυτών που λίγο πριν την λήξη των εχθροπραξιών έσπευσαν να καταταγούν στα Freikorsps, θα μπορούσαμε να αντιπαραθέσουμε τον εξίσου σημαντικό αριθμό των μελών των αντιπολεμικών οργανώσεων, όπως η “Ένωση Αναπήρων Πολέμου”, η“Βετεράνοι του Πολέμου” κ.ά. Η επακόλουθη διαίρεση του λαού αντικατοπτρίζει τις διαφορετικότητες των εμπειριών και των αντιλήψεων των πολεμιστών, που σαφώς ενίσχυσαν το χάσμα μεταξύ των αντικρουόμενων πολιτικών ομάδων.

Επιπλέον, η επιμονή του Επιτελείου σ’ έναν αμυντικό πόλεμο φθοράς του αντιπάλου αντιτίθεται στην γενική επιθυμία για ειρήνη. Το εξαντλημένο από τις μακροχρόνιες μάχες, στράτευμα έχει απολέσει την πίστη του στους Στρατάρχες, που πλέον αποδεικνύονται ανίκανοι να εξαργυρώσουν τον ποταμό αίματος με μια λαμπρή νίκη. Οι ελπίδες που στηρίχτηκαν στον οίκο των Χοεντσόλερν (Hohenzollern) εξανεμίζονται κάτω από τον όλεθρο των βλημάτων και τον ενθουσιασμό των πρώτων νικών διαδέχεται ο τρόμος και η αβεβαιότητα για την ίδια την ύπαρξη. Οι αυταπάτες, που δημιούργησαν τα οράματα του Μπίσμαρκ για μια δεσπόζουσα Γερμανία επί των “υπανθρώπων” (Untermenschen) της Ανατολής αποτελούν παρελθόν, αφού ο Γερμανός στρατιώτης δεν είναι πια πρόθυμος να πολεμάει για την δόξα των Πρώσων αριστοκρατών αξιωματικών και το μεγαλείο του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Συναισθάνεται το καταστροφικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η πατρίδα και προφασίζεται δικαιολογίες για να επιστρέψει σπίτι του.

Franz Ritter von Epp

Πολλοί αυτοτραυματίζονται, σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσουν λίγες μέρες “ανάρρωσης” σε κάποιο νοσοκομείο των μετόπισθεν. Άλλοι λιποτακτούν και παραδίνονται στα συμμαχικά στρατεύματα, που τώρα επελαύνουν ταχύτατα προς τον Ρήνο. Οι πεδιάδες της Καμπανίας και της Φλάνδρας, όπου οι νεοκαταταχθέντες νεαροί του 1914 οραματίζονταν μια ένδοξη νίκη, γίνεται ο τάφος χιλιάδων Γερμανών, την στιγμή που το Γενικό Επιτελείο και η ελίτ των αριστοκρατών του στρατού, εκτιμώντας με υπερβάλλουσα αισιοδοξία την απέλπιδα κατάσταση, πασχίζουν να περισώσουν το γόητρο και την ακεραιότητα του εξασθενημένου Ράιχ. Στα δυτικά, ορθώνεται η απειλή των Συμμάχων, που μόλις και μετά βίας συγκρατούνται από το να ξεχυθούν στις κοιλάδες του Ρουρ και να κατασφάξουν τις ατέλειωτες στρατιές “φαντασμάτων” που επέστρεφαν από τα χαρακώματα του Αρτουά, του Υπρ, του Αρράς και του Βερντέν. Στα ανατολικά, γιγαντώνονται τα πολωνικά κινήματα για την ανεξαρτησία, καθοδηγούμενα από την ατσάλινη πυγμή του Στρατάρχη Πιουσούντσκι (Piłsudski). Στα νότια, η αυτονομιστική τάση των επαρχιών της Βαυαρίας και της Βυρτεμβέργης δυναμιτίζει την ενότητα του Ράιχ. Ολόκληρη η Γερμανία, μπροστά σε τούτη τη συμφορά, αγγίζει τα όρια της απόλυτης καταστροφής…

Ένοπλοι Σπαρτακιστές σε πορεία, στο κέντρο του Βερολίνου. Σύντομα θα αποδειχθεί ότι ο ενθουσιασμός δεν αρκεί,ώστε να θεωρηθεί επιτυχής μια επανάσταση

Λαϊκή αντίδραση

Πίσω στην πατρίδα, ο λαός που μέχρι τώρα υπέμενε τα πάνδεινα εξαιτίας των πολεμικών αναγκών, μπροστά στην ολέθρια αυτή κατάσταση επαναστατεί. Η διετία 1915-1916 χαρακτηρίζεται ήδη από αντιδραστικές κινητοποιήσεις, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, που πλήττονταν περισσότερο από έλλειψη τροφίμων και ειδών άμεσης ανάγκης. Το “μαύρο εμπόριο” παίρνει τραγικές διαστάσεις καταστρέφοντας τις ασθενέστερες οικονομικές τάξεις, την στιγμή που μεγαλοσχήμονες επιχειρηματίες κυκλοφορούν επιδεικτικά με πολυτελείς λιμουζίνες και γούνινα παλτά, εκμεταλλευόμενοι κατά τον πιο ανήθικο τρόπο την ανάγκη των φτωχών συμπολιτών τους. Επιπλέον, έχουν στην οικογένειά τους στρατεύσιμα μέλη που ουδέποτε άγγιξαν όπλο. Η κοινωνική αυτή αδικία, σε συνδυασμό με το σοκ που προκαλεί η καθημερινή θέα των σακατεμένων στο μέτωπο παιδιών του λαού, διογκώνει ακόμη πιο πολύ το μίσος του λαού προς τη νομενκλατούρα και την αριστοκρατία του χρήματος. Το κοινωνικό χάσμα είναι βέβαιο πως κάποια στιγμή θα δημιουργήσει τριγμό στα θεμέλια της πολιτείας. Η διαφθορά σε όλους σχεδόν τους τομείς των συνδιαλλαγών με τους δημόσιους λειτουργούς, η γραφειοκρατία, η άρνηση εξυπηρέτησης όσων δεν είχαν τα “μέσα” και τις “γνωριμίες” και η εξόφθαλμα μονόπλευρη προώθηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών διχάζουν τον λαό σε βαθμό που να απειλείται η εθνική ενότητα. Το κράτος διαρκώς συρ-ρικνώνεται σ’ έναν ιδιοτελή μηχανισμό, που χωρίς κοινά αποδεκτές και αναγνωρισμένες εξουσίες αδυνατεί να επιβάλει το νόμο.

Άνδρες των Freikorps στο Μόναχο

Σπαρτακιστές εν δράσει

Το 1917 στο δελτίο σίτισης η ημερήσια μερίδα τροφής κατ’ άτομο ορίζεται κάτω από τις 1.000 θερμίδες, την στιγμή που απαιτείται παραπάνω από το διπλάσιο για να επιβιώσει ένας εργαζόμενος στις σκληρές καιρικές συνθήκες του χειμώνα. Ακόμη και το κάρβουνο, τα καύσιμα, τα φάρμακα, το αλεύρι σπανίζουν. Η διανομή κάποιων από αυτά γίνεται επιλεκτικά και σε ελάχιστες ποσότητες, αποκλείοντας ένα μεγάλος μέρος των αστικών πληθυσμών σε όφελος όσων μπορούν να χρηματίσουν τους αρμόδιους. Η συνείδηση, το δημόσιο συμφέρον και η ευημερία του λαού καταντούν έννοιες μη αναγνωρίσιμες. Παντού κυριαρχεί η κενότητα, το ατομικό συμφέρον και η διάθεση για παράνομο πλουτισμό. Οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται, οι πεινασμένες μάζες εφορμούν και λεηλατούν καταστήματα και αποθήκες μαυραγοριτών, οι απεργιακές κινητοποιήσεις διατρέχουν την χώρα από άκρη σε άκρη παραλύοντας κάθε παραγωγική διαδικασία. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ευτέλιση της ανθρώπινης ζωής γίνονται τα κύρια χαρακτηριστικά της γερμανικής κοινωνίας, που σαστισμένη από την επικείμενη τελική ήττα και τον κίνδυνο μιας στρατιωτικής κατοχής από του Συμμάχους ανασκουμπώνεται και προσπαθεί να επιβιώσει. Οι γυναίκες, ελλείψει αντρικών χεριών, απασχολούνται στην βιομηχανία, στις μεταφορές, στις αγροτικές ασχολίες και γενικά οπουδήποτε μπορούν να χρησιμεύσουν. Οι ουρές στα σημεία διάθεσης τροφίμων ή κάρβουνου επιμηκύνονται ανησυχητικά, η πείνα θερίζει τα αστικά κέντρα και η ύπαιθρος βασανίζεται από “εισβολές” των εξαθλιωμένων αστών. Είναι πράγματι οι καταλληλότερες συνθήκες για να αναπτυχθεί η θεωρία της “πισώπλατης μαχαιριάς” (dolchstoss): οι προδότες Σοσιαλιστές πολιτικοί και οι Εβραίοι κεφαλαιοκράτες φέρουν την ευθύνη για την κατάντια της πατρίδας. Αυτοί οι ίδιοι θα προτάξουν την ιδέα της ανακωχής, την στιγμή που οι στοιχειωμένες ψυχές όσων μάταια χάθηκαν στα χαρακώματα δεν έχουν ακόμη αναπαυθεί.

Τον Νοέμβριο του 1918, η λαϊκή κατακραυγή για τους απαράδεκτα σκληρούς και άδικους όρους της ανακωχής επιβάλλει την παραίτηση του Γουλιέλμου Β΄ από το θρόνο και ο στρατός, συμπορευόμενος με τους εργάτες, τους μικρομεσαίους αστούς και τους μικροκαλλιεργητές της γης, επαναστατεί.

Μέλη του Σώματος Έρχαρτ σε περιπολία στην Βίλχελμστράσσε του Βερολίνου. Όποιον συνελάμβαναν τον εκτελούσαν επί τόπου

Η Δημοκρατία των Συμβουλίων

Η επαναστατική κινητοποίηση ξεκίνησε από το Βίλχελμσχάβεν και το Κίελο κατά τα τέλη Οκτωβρίου. Στις 9 Νοεμβρίου φτάνει στο Βερολίνο, με κεντρικό σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Αρκετοί αντιδρούν σε αυτό το ρεύμα ηττοπάθειας. Όταν ανακοινώνεται το αίτημα της Γερμανίας για ανακωχή όλοι συγκλονίζονται, αφού κανείς δεν είναι ψυχολογικά έτοιμος να ενστερνιστεί την υπόθεση της ήττας. Οι κινητοποιημένες μάζες οργανώνονται σε Στρατιωτικά και Εργατικά Συμβούλια, αλλά οι ενέργειες αυτές αποτελούν μόνο την έκφραση ενός ασυντόνιστου και απείθαρχου αυθορμητισμού.

Δράση στους δρόμους του Βερολίνου

Οι ριζοσπαστικές αλλαγές που επιθυμούν προσανατολίζονται σε μια συνταγματική μοναρχία κι έναν εκδημοκρατισμό των υφιστάμενων θεσμών, όχι σε μια εκ θεμελίων ανατροπή του υπάρχοντος πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τον ισχυρισμό της Δεξιάς, ότι η εξέγερση υποδαυλίστηκε από κομμουνιστές και αντιδραστικούς σοσιαλίζοντες, που τάχα εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα σκοτεινών σιωνιστικών κύκλων και μεγιστάνων της παραοικονομίας. Στην πραγματικότητα ήταν ο απλός λαός που σήκωσε, εξαιτίας της μαζικής δυσαρέσκειας προς τις δυσμενείς για την χώρα εξελίξεις του πολέμου, τις σημαίες της επανάστασης, καθιερώνοντας ένα καθεστώς Δημοκρατίας των Συμβουλίων”(Räterepublik).

Στιγμιότυπο από την δράση ομάδας Σπαρτακιστών στο Βερολίνο

Ασφαλώς, στους κόλπους των εξεγερθέντων υπάρχει και μια μειονότητα ακραίων στοιχείων, που διεκδικούν πλήρη ανατροπή του καθεστώτος και περισσότερο ριζοσπαστικές αναμορφώσεις σε όλο το πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό φάσμα (π.χ. κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, των εργοστασίων και των ορυχείων, εκδημοκρατισμό του στρατού και των κρατικών υπηρεσιών -ακόμη και αλλαγή στο εκλογικό σύστημα). Είναι η περίοδος κλυδωνισμού της μοναρχίας και των παραδοσιακών αριστοκρατικών οικογενειών, που αιώνες τώρα μονοπωλούν το δικαίωμα στην εξουσία. Στις 7 Νοεμβρίου ο οίκος των Βίττελσμπαχ (Wittelsbach), από τον οποίο προέρχονται οι άρχοντες της Βαυαρίας για διάστημα μεγαλύτερο των 700 ετών, καταρρέει. Δυο μέρες αργότερα καταρρέει και η δυναστεία του Κάιζερ. Η κόκκινη σημαία υψώνεται στο παλάτι του στο Βερολίνο, στην θέση της παλαιάς με τα αυτοκρατορικά διακριτικά.

Μέλη της αριστερής ομάδας Λαϊκή Ναυτική Μεραρχία καταλαμβάνουν κυβερνητικά κτήρια και τρομοκρατούν το Βερολίνο

Σκηνή από την άμυνα των «υπερασπιστών» του Βερολίνου. Τα οδοφράγματα στην συνοικία των εφημερίδων αποτελούνταν από χοντρούς πάκους δημοσιογραφικού χαρτιού

Οι Σοσιαλδημοκράτες, με ηγέτη τον Έμπερτ (Friedrich Ebert), σύντομα ασπάζονται πιο μετριοπαθή τακτική. Εγκαταλείποντας τους υψηλούς τόνους περί κοινωνικών αλλαγών, προσπαθούν να ενσωματώσουν την πράγματι κυρίαρχη δύναμή τους με αυτή των παλαιοκαθεστωτικών και των συντηρητικών, απογοητεύοντας όμως την σκληροπυρηνική πτέρυγα των οπαδών τους. Ο πρωθυπουργός Άισνερ (Kurt Eisner), υποστηρίζοντας σταθερά το σενάριο της άμεσης λήξης του πολέμου, είχε ήδη οδηγήσει το Σοσιαλιστικό Κίνημα σε διάσπαση την προηγούμενη χρονιά (1917), στην προσπάθειά του να εκβιάσει προς αυτή την κατεύθυνση. Τότε είχε παρακινήσει απεργίες, με σκοπό την βιομηχανική και εξοπλιστική αποδυνάμωση της Γερμανίας. Τώρα, στα τέλη του 1918, η πτέρυγα της οποίας ηγείται εγκαταλείπει την Κυβέρνηση του Βερολίνου και αποχωρεί από το Συμβούλιο των Αντιπροσώπων του Λαού. Κι όταν, τον Ιανουάριο του 1919, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD) προσεγγίζει ανοιχτά την Δεξιά για να κατασταλεί η εξέγερση των οπαδών του Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD), ενεργοποιώντας τις δυνάμεις του στρατού (Reichswehr) και των Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps), η ήδη έκρυθμη κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και η επανάσταση καταλήγει σε χάος και αναρχία.

Ο πρόεδρος Friedrich Ebert και οι στρατιωτικοί διοικητές του. Δεύτερος από δεξιά είναι ο στρατηγός Hans von Seeckt

Το Μόναχο βράζει σαν καζάνι μαγισσών. Ο στρατός έχει πάψει να υποστηρίζει τη Μοναρχία, αφήνει τον έλεγχο των στρατώνων στους εξεγερθέντες χωρικούς και τους εργάτες δίχως να προβάλει καμιά απολύτως αντίσταση. Δέχεται τα γεγονότα με την παθητικότητα του κουρασμένου πολεμιστή. Οι περισσότεροι στρατιώτες, πεπεισμένοι για τα ευγενή ιδεώδη της επανάστασης, περνούν στο μπράτσο τους την κόκκινη κορδέλα των Σπαρτακιστών.

Μέλος των Freikoprs Epp (1924)

Τη νύχτα της 7ης Νοεμβρίου 1918 ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Γ΄εγκαταλείπει οικογενειακά την χώρα, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για τον σχηματισμό προσωρινής κυβέρνησης κάτω από την ηγεσία του Άισνερ, που τώρα επιδιώκει να συνασπίσει τα δυο αντιτιθέμενα ρεύματα μέσα στην ίδια την Σοσιαλδημοκρατία: Τους ιδεαλιστές ριζοσπαστικούς (USPD) και τους μετριοπαθείς αντεπαναστάτες (SPD). Γρήγορα αποδεικνύεται ατελέσφορος. Τα οικονομικά του κράτους βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται στις εύθραυστες πλάτες του κινήματός του, που μάταια πασχίζει να κρατήσει ισορροπίες ανάμεσα στις ρηξικέλευθες ιδεολογικές απόψεις και την αποκαρδιωτική πραγματικότητα: αν δεν κατευνάσει τους αγρότες, υπαναχωρώντας ως προς το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, ο ανεφοδιασμός των αστικών κέντρων από την επαρχία κινδυνεύει να μπλοκαριστεί.

Freikorps Epp

Freikorps Epp

Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1919 το USPD συνθλίβεται. Η αγροτική τάξη δίνει έτσι ένα μάθημα στους φιλόδοξους και αιθεροβάμονες Σοσιαλιστές της συντηρητικής πτέρυγας, που δεν κατάφερναν όλο αυτό το διάστημα να ικανοποιήσουν τις λαϊκές απαιτήσεις για ομαλότητα και κατάπαυση της αναρχίας. Οι κινητοποιήσεις εντείνονται φορτίζοντας επικίνδυνα το πολιτικό κλίμα. Η διασφάλιση των δημοσίων εκδηλώσεων των ριζοσπαστών και των αναρχικών επιτυγχάνεται με Ερυθροφρουρούς, που περιπολούν και προπαγανδίζουν ασταμάτητα, διενεργώντας συχνά συμπλοκές με τις δυνάμεις της συντήρησης, δηλαδή τους Σοσιαλιστές της Πλειοψηφίας. Αυτοί, μαζί με τους Κομμουνιστές, αρνούνται την συμμετοχή τους στην Δημοκρατία των Συμβουλίων. Οι τελευταίοι μάλιστα την ονομάζουν ειρωνικά “δημοκρατία των ψευτοσυμβουλίων” (Scheinräterepublik) και πασχίζουν με κάθε τρόπο να την ανατρέψουν. Η είδηση της δολοφονίας (21/2/1919) του Άισνερ από τον αριστοκράτη φοιτητή και πρώην αξιωματικό Άρκο Βάλεϋ (Graf Anton von Arco-Valley) είχε ήδη πυροδοτήσει την ένοπλη αντιπαράθεση. Τελικά, οι Κομμουνιστές καταφέρνουν να κυριαρχήσουν, έστω και για δύο περίπου εβδομάδες. Ο παλαίμαχος κομμουνιστής Λεβινέ (Eugen Leviné), ηγέτης του νέου Εκτελεστικού Συμβουλίου, διακηρύσσει την δικτατορία του προλεταριάτου για όλη την Βαυαρία. Απέναντί του θα βρει το φοβερό σήμα της λευκής νεκροκεφαλής: τους σκληροτράχηλους και φανατικούς άνδρες των Freikorps.

Freikorps Bayern (1919)

Freikorps και «ατσαλόκρανοι» (Stahlhelm) στο Βερολίνο

Η γέννηση των Freikorps

Με άριστη δεξιοτεχνία, το Γερμανικό Επιτελείο κατάφερε να εκπονήσει ένα σχέδιο επιστροφής των στρατιωτών στην πατρίδα, σώζοντας την τιμή και την ζωή τους. Αυτοί οι αήττητοι στο μέτωπο άνδρες, που αποτελούσαν πια ένα είδος σπάνιου πολεμιστή εξοικειωμένου με την ιδέα του θανάτου και θωρακισμένου με την αδάμαστη θέληση για επιβίωση, είχαν ακλόνητα πειστεί ότι ο πόλεμος χάθηκε εξαιτίας της ανικανότητας των πολιτικών. Μετά από τόσους μήνες στα χαρακώματα, πιθανόν να λησμόνησαν τον λόγο για τον οποίο έχυναν το αίμα τους και ο πόλεμος να αποτελούσε γι’ αυτούς έναν φρικαλέο αυτοσκοπό. Η αστική ζωή, στην οποία καλούνταν τώρα να συνηθίσουν, ασφαλώς φάνταζε πληκτική και ανούσια. Φορτισμένοι από το αίσθημα της εθνικής ντροπής, εύλογα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Στρατηγού Μέρκερ, διοικητή της 214ης Μεραρχίας Πεζικού, όταν ο διορατικός αυτός αξιωματικός αποφάσισε να οργανώσει ένα σώμα επίλεκτων από αυτούς που ακόμη δεν παρουσίαζαν δείγματα πολιτικής διαφθοράς. Πρόθεσή του ήταν να συμβάλει αρνητικά στην πλήρη διάλυση του στρατεύματος, ώστε να μπορέσει αργότερα να τα διαθέσει στην υπηρεσία της κυβέρνησης που θα προέκυπτε.

Reichswehr και Freikorps σε κοινή εορταστική παρουσία το 1919

Freikorps Roßbach στην Wismar (1920)

Το πρώτο Freikorp σχηματίστηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1918, αφού πρώτα ο Μέρκερ έλαβε την σχετική άδεια. Ονομάστηκε Σώμα κυνηγών, είχε δικό του αυστηρό κανονισμό και ένα αρχικό εγχειρίδιο με οδηγίες που αφορούσαν την οργάνωση, την διοίκηση και τους σκοπούς δράσης της ομάδας. Τα κριτήρια επιλογής των μελών ήταν αυστηρότατα. Αυτά εντάχθηκαν σε αρκετές μικρότερες μικτές μονάδες, που τα στελέχη τους προέρχονταν από όλα τα όπλα: πεζικό, πυροβολικό, καταδρομείς, υγειονομικό κ.λ.π. Προβλέπονταν ακόμη και υπηρεσίες επιμελητείας και λογιστικής. Η αυτονομία αυτή εξασφάλιζε μια πληθώρα επιλογών κατά τον τρόπο που θα πραγματοποιούσαν τις ένοπλες κρούσεις και μια σπάνια ελευθερία κινήσεων, που αργότερα θα χαρακτήριζε ολόκληρη την δομή και οργάνωση της Βέρμαχτ, εξασφαλίζοντας γι’ αυτήν σαρωτικές νίκες. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα ο Μέρκερ κατάφερε να οργανώσει 3 τέτοια μικτά τάγματα 4.000 ανδρών.

Ένοπλοι της Ταξιαρχίας Erhardt

Το γενικό στρατηγείο του Νόσκε στο Βερολίνο. Ο Νόσκε υπήρξε Υπουργός Εθνικής Άμυνας από το 1919 έως το 1920

Σουδήτες που εντάθχηκαν στα Freikorps μετά το Anschluss

Freikorps αποτελούμενα από Σουδήτες (Οκτώβιος 1938)

Παρέμενε, ωστόσο, άλυτο το πρόβλημα του εξοπλισμού τους. Οι περισσότερες αποθήκες είχαν κυριευθεί από τους επαναστάτες και φυλάσσονταν με δρακόντεια μέτρα. Κάποιες είχαν λεηλατηθεί από τον λαό. Γιατί και οι επαναστάτες αντιμετώπιζαν επισιτιστικά και εξοπλιστικά προβλήματα. Η αδιαλλαξία και η ανώριμη πρακτική ατερμόνων φιλοσοφικών και θεωρητικών συζητήσεων, άλλωστε, τους είχε καταστήσει μαλθακούς και άτολμους, ώστε να μην μπορέσουν έγκαιρα να οργανώσουν τα θέματα επιμελητείας του κινήματός τους. Αλλά κάποιοι θερμοκέφαλοι, που ευαγγελίζονταν την απόλυτη προσαρμογή στις ιδεολογικές απαιτήσεις της Σοβιετίας και του Μαρξ, εξωθούσαν την όλη κατάσταση στα άκρα.

Freikorps Epp

Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Βρέμης τα καράβια της αποστολής Χούβερ, που ο εξαθλιωμένος λαός τα περίμενε αγωνιωδώς, οι εργάτες αρνήθηκαν να ξεφορτώσουν το περιεχόμενο. Οι απεργίες στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ παρέλυσαν την βιομηχανική παραγωγή, θέτοντας την ζωή των ίδιων των εργατών σε άμεσο κίνδυνο. Από σπάνια καλοτυχία, οι άνδρες του Μέρκερ εντόπισαν μια κατάμεστη ρουχισμού και όπλων αποθήκη εντελώς ανέπαφη. Ακόμη και κανόνια βρέθηκαν για να εξοπλιστούν οι άνδρες του, που τώρα πάνοπλοι ξεκινούν για το στρατόπεδο Τσόσεν, κοντά στο Βερολίνο. Η πρωτεύουσα βρίσκεται ήδη στο έλεος των επαναστατών Ερυθροφρουρών, του μανιασμένου λαού και μιας Μεραρχίας ανδρών του Γερμανικού Ναυτικού, κάτω από τις διαταγές του ναύτη Ντόρεμπαχ (Dorebach).

Το παράδειγμα του Μέρκερ μιμήθηκαν πολλοί ακόμη αξιωματικοί. Ο συνταγματάρχης Ράινχαρντ (Wilhelm Reinhard), άλλοτε διοικητής του 4ου Συντάγματος της Φρουράς, τα Χριστούγεννα του 1918 δημοσίευσε μια αγγελία στις εφημερίδες με σκοπό να συγκεντρώσει τους παλιούς υπαξιωματικούς της μονάδας του. Αργότερα, αυτοί αποτέλεσαν τους πλέον επίμονους στρατολόγους του: για ολόκληρες εβδομάδες επικοινωνούσαν με τους αποστρατευμένους συναδέλφους τους, τους διασκορπισμένους σε όλες τις επαρχίες της ταραγμένης πατρίδας.

Παράλληλα, μια θύελλα προκηρύξεων ανακαλούσε μνήμες του μετώπου και υπερτόνιζε τον κίνδυνο απώλειας των ανατολικών επαρχιών, υποσχόμενες στους ένθερμους πατριώτες που θα κατατάσσονταν ασφάλεια, τροφή, μισθό και μια ζωή πειθαρχημένη και σύμφωνη προς τις αρετές της “προδομένης” φυλής. Το αποτέλεσμα ήταν ενθουσιαστικό: στις 8 Ιανουαρίου 900 άνδρες είχαν στρατολογηθεί στο Freikorp του Ράινχαρντ, που στο τέλος του ίδιου μήνα έφτασαν τις 2.000! Παρόμοιες επιτυχίες σημείωσε ο Ταγματάρχης Στέφανι και oι Στρατηγοί Χόφμαν, Ρέντερ και Χέλντ. Στα περίχωρα του Βερολίνου τώρα έχουν συνολικά συγκεντρωθεί πάνω από 20.000 άνδρες, με μοναδικό σκοπό την ανακατάληψη της πόλης και την αποδέσμευσή της από τον έλεγχο των κομμουνιστών.

Σκηνικό από οδομαχία στο Lichtenberg, Βερολίνο, στην Simon - Dachstraße

Τα Freikorps Werdenfels ιδρύθηκαν στις 21 Απριλίου 1919 στο Garmish - Partenkirchen και έδρασαν κυρίως στο Μόναχο και την περιοχή του Ρουρ

Η κυριαρχία του τρόμου

Ο σοσιαλιστής υπουργός Εθνικής Άμυνας Νόσκε (Gustav Noske), βλέποντας την ολοένα αυξανόμενη ισχύ των αντεπαναστατών, τρέφει τώρα ελπίδες να καταστείλει την επανάσταση και να επαναφέρει την τάξη και την πειθαρχία που και το ίδιο το Γενικό Επιτελείο ευαγγελίζεται. Μετά από έντονη εσωτερική κρίση συνείδησης διατάζει την επίθεση των Freikorps κατά των Ερυθροφρουρών, των Σπαρτακιστών και των λαϊκών μαζών που τους υποστηρίζουν. Για αυτή του την ενέργεια θα μείνει στην ιστορία με τον ατιμωτικό χαρακτηρισμό “το αιμοβόρο μαντρόσκυλο”.

Gustav Noske και στρατηγός Walther Freiherr von Lüttwitz. Ο τελευταίος ηγήθηκε της Reichswehr και των Freikorps κατά των Σπαρτακιστών

Ο Noske επιθεωρεί τα Freikorps Hulsen

Χαράματα της 11ης Ιανουαρίου οι δυνάμεις του Ράινχαρντ κινούνται προς τα περίχωρα της πρωτεύουσας. Ακολουθούν αυτές του Στέφανι. Το Δημαρχείο του Σπαντάου καταλαμβάνεται με έφοδο. Τριάντα Σπαρτακιστές συλλαμβάνονται και οδηγούνται στις φυλακές. Καθ’ οδόν εκτελούνται, με την πρόφαση ότι προσπάθησαν να δραπετεύσουν. Ο σεβασμός στον αντίπαλο και ο ανθρωπισμός είναι έννοιες ανύπαρκτες. Η ταχύτητα δράσης είναι το ζητούμενο. Οι άνδρες του Στέφανι , καλυπτόμενοι από το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας που υποχωρεί, στρέφουν τα κανόνια τους προς την πλατεία Μπελ – Αλιάντσεπλατς, όπου βρίσκονται τα περισσότερα γραφεία των εφημερίδων. Ανοίγουν απροειδοποίητα πυρ προς τα γραφεία της “Φορβέρτς”, απ’ όπου πετάγονται πανικόβλητοι έξι άνδρες κρατώντας λευκή σημαία. Εκτελούνται επί τόπου. Αιχμαλωτίζονται ακόμη τριακόσιοι Σπαρτακιστές και ο Στέφανι διστάζει να χύσει άλλο αίμα. Τηλεφωνεί τρεις φορές στον Ράινχαρντ, για να λάβει την ίδια απάντηση: Θάνατος!

Ο στρατηγός Karl Eduard Wilhelm Groener έπεισε τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β΄ να ενθαρρύνει μια συμμαχία μεταξύ Σοσιαλιστών και Ενόπλων Δυνάμεων κατά μιας επανάστασης σοβιετικού τύπου

Μέσα στην σύγχυση που προκαλούν κάποιοι εργάτες, οι μελλοθάνατοι σκοτώνουν μερικούς φύλακες και ορισμένοι καταφέρνουν να διαφύγουν. Ακολουθεί μακελειό. Η μέρα φτάνει στο τέλος και ολόκληρη η πλατεία είναι λουσμένη στο αίμα. Τελικά, την κατάσταση για τα Freikorps σώζει η επέμβαση των ανδρών του Ράινχαρντ, που κυριεύουν ξανά την πλατεία και τα γραφεία των εφημερίδων. Οργανώνονται έκτακτα στρατοδικεία και όλοι οι συλληφθέντες καταδικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες σε εκτέλεση. Σε ομάδες των έξι στήνονται στον τοίχο. Ο ολονύχτιος απόηχος των τουφεκισμών γίνεται ο εφιάλτης των έντρομων Βερολινέζων, που παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους.

Η Ταξιαρχία Erhardt στο Βερολίνο

Η νύχτα που ακολουθεί ξετυλίγει το μαύρο σεντόνι της πάνω στα άψυχα κορμιά όσων πίστεψαν στα ιδανικά της επανάστασης. Τα κανόνια των Freikorps έχουν βαλθεί να διαλύσουν το μέγαρο της αστυνομίας στο νότιο τομέα της πόλης. Μετά από σφοδρό βομβαρδισμό η πρόσοψη του κτιρίου καταρρέει. Όποιος συλλαμβάνεται τουφεκίζεται εν ψυχρώ. Η πρωτεύουσα βρίσκεται στο έλεος των ανδρών του Ράινχαρντ, του Στρατηγού Γκρένερ και των οργανώσεων των “Πατριωτικών Συνδέσμων”, των “Δυνάμεων Άμυνας των Πολιτών” και των “Ενώσεων Εθελοντών” -όλων δηλαδή των ιδιωτικών στρατών, που με την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτοανακηρύχθηκαν σε “αναμορφωτές” και “ελευθερωτές” από τον κόκκινο στρατό.

Πολίτες του Friedburg βαδίζουν εναντίον των Μαρξιστών

Βρετανικό τεθωρακισμένο τύπου Mk-IV στο Βερολίνο (1919)

Αφού καταλάβουν τις κεντρικές συνοικίες του Βερολίνου, τα Freikorps στρέφονται προς τις εργατικές, σκορπώντας ξανά τον όλεθρο. Ένα καθεστώς κυριαρχίας του τρόμου βυθίζει την αιματοβαμμένη πόλη στο τέλμα της απόγνωσης. Πανικόβλητοι οι ηγέτες της επανάστασης προσπαθούν ν’ αποφύγουν τη σύλληψη, κρύβονται και περιμένουν την ευκαιρία να διαφύγουν από αυτόν τον θανατηφόρο κλοιό, μα δυστυχώς αρκετοί δεν τα καταφέρνουν. Όσοι συλλαμβάνονται εκτελούνται αμέσως, ή οδηγούνται στα στρατόπεδα, όπου θα βασανιστούν μέχρι θανάτου.

Οι ηγέτες της αριστεράς και του κινήματος των Σπαρτακιστών, ο Λίμπκνεχτ (Karl Liebknecht) και η Λούξεμπουργκ (Rosa Luxemburg) συλλαμβάνονται στο Βίλμερσντορφ και οδηγούνται στο ξενοδοχείο Έντεν, όπου στεγάζεται η κεντρική διοίκηση των Freikorps. Μετά από σύντομη ανάκριση μεταφέρονται στις φυλακές του Μοαμπίτ, αλλά καθώς ο Λίμπκνεχτ βγαίνει από το ξενοδοχείο, ο σκοπός Όττο Ρούντζε τον χτυπάει στο κεφάλι με τον υποκόπανο του όπλου του. Ετοιμαθάνατος μεταφέρεται με ταξί προς τις φυλακές, μα στα μισά της διαδρομής τον διατάζουν να συνεχίσει πεζός. Ο υπολοχαγός Πφλουγκ Χάρτουνγκ τον πυροβολεί. Ίδια τύχη περιμένει και τη Λούξεμπουργκ. Αιμόφυρτη επιβιβάζεται σ’ ένα ταξί. Εκεί, ο λοχαγός Φόγκελ την πυροβολεί εξ επαφής, συνθλίβοντας το κρανίο της. Στη συνέχεια ρίχνουν το πτώμα στο κανάλι Λάντβερ. Η νύχτα της 15ης Ιανουαρίου 1919 στιγματίζεται από παρόμοιες φρικαλεότητες. Η επανάσταση, που μέχρι πριν λίγες μέρες φαινόταν πως θα κυριαρχούσε, τώρα οπισθοχωρεί.

Clara Zetkin (αριστερά) και Rosa-Luxemburg (δεξιά) το 1910

Στη Βαυαρία σχεδιάζεται η ανακατάληψη του Μονάχου. Η τελευταία από τις τέσσερις επαναστατικές κυβερνήσεις του διαστήματος 11/1918 – 3/1919 προσπαθεί ξεκάθαρα να επιβάλει τον μπολσεβικισμό, εκμεταλλευόμενη την απόσταση από τα γεγονότα του Βερολίνου και το μίσος των νότιων για τους Πρώσους. Ο 23χρονος ναύτης Εγκλχόφερ (Rudolf Eglhofer, πασίγνωστος για την επαναστατική του δράση στο Κίελο, ηγούμενος μιας στρατιάς 20.000 περίπου βετεράνων του πολέμου και εργατών εγκαθιδρύει την Δικτατορία του Κόκκινου Στρατού. Εναντίον του προστρέχουν στρατιωτικές μονάδες της Πρωσίας και τα βαυαρικά Freikorps. Φλογοβόλα, κανόνια, τανκς και αεροπλάνα βάζουν στο στόχαστρο τους επαναστάτες, που κάνουν το λάθος να μιμηθούν τον εχθρό: στις 29 Απριλίου εκτελούν, μετά από τρομερά βασανιστήρια, οκτώ αριστερούς και δύο κυβερνητικούς στρατιώτες που κρατούν ομήρους στο Luitpold-Gymnasium, έχοντας κατά νου την εκδίκηση για τα εγκλήματα των αντεπαναστατών. Η αποτρόπαιη αυτή πράξη πυροδότησε τον φανατισμό στις ομάδες των Freikorps, που τώρα επιτίθενται με αδάμαστο μένος εναντίον κάθε ατόμου, για το οποίο υπάρχει έστω και η υποψία ότι υποστηρίζει τους μπολσεβίκους.

Βερολίνο 1919

Φλογοβόλα στην Alexanderplatz του Βερολίνου

Στις 3 Μαΐου, το Μόναχο περνάει πλέον στα χέρια των εθνικιστών. Τουλάχιστον 600 είναι τα θύματα της σύγκρουσης, από τα οποία οι μισοί σχεδόν απλοί πολίτες. Ο ίδιος ο Εγκλχόφερ δολοφονείται και ο Λεβινέ, ο παλαίμαχος της ρωσικής επανάστασης του 1905, καταδικάζεται σε εκτέλεση με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Οι Εβραίοι καταδιώκονται με πρωτοφανή επιμονή και πυροβολούνται αμέσως μόλις εντοπισθούν. Ο συγγραφέας Λαντάουερ (Gustav Landauer) έχει την ίδια τύχη. Για κάποιους άλλους διανοούμενους, η τύχη στέκεται ακόμη στο πλευρό τους: Καταδικάζονται μόνο σε κάμποσα χρόνια φυλάκισης. Ελάχιστοι καταφέρνουν να σωθούν, μεταξύ των οποίων και ο γεννημένος στην Ρωσία γνωστός κομμουνιστής Λεβιέν (Max Levien).

Δράση του Γερμανικού Στρατού στο Βερολίνο κατά των Σπαρτακιστών

Οκτώβριος 1918 - Δυνάμεις πιστές στον Κάιζερ μάχονται εναντίον των κομμουνιστών στους δρόμους του Αμβούργου

Βερολίνο 1920

Freikorps του Reinhard παρελαύνουν στην Unter den Linden του Βερολίνου, το 1919

Τα Freikorps Epp εισέρχονται στο Μόναχο το 1919

Η επόμενη μέρα φέρνει στο φως την τραγωδία σε όλο της το μεγαλείο. Το Μόναχο δίνει την εντύπωση βομβαρδισμένης πόλης. Οι τοίχοι του Δικαστικού Μεγάρου κοκκινίζουν από το αίμα των μαχομένων, ο Κεντρικός Σιδηροδρομικός Σταθμός καταλαμβάνεται σε αθλία κατάσταση, τα αστυνομικά κτίρια κινδυνεύουν να σωριαστούν και το μέγαρο της Ραδιοφωνίας λίγο έλειψε να καταντήσει σωρός ερειπίων. Τα σχολεία, τα σπίτια και οι πλατείες των κεντρικών συνοικιών πέφτουν κι αυτά θύματα της καταστροφικής μανίας του εμφυλίου σπαραγμού. Τίποτα δεν μπορεί να συγκρατήσει την διενέργεια αποτρόπαιων εγκλημάτων. Όταν παύσουν οι τουφεκισμοί και οι συνεδριάσεις των εκτάκτων στρατοδικείων, αυτό που αντικρίζουν οι κάτοικοι της πόλης είναι τόσο τρομακτικό, ώστε οι ίδιοι πια απαιτούν την απομάκρυνση των Freikorps.

Ο θλιβερός επίλογος

Ο αντισημιτισμός και ο αντιμπολσεβικισμός υπήρξαν ανέκαθεν τα κύρια χαρακτηριστικά των παγγερμανιστών και των πρωσικών αριστοκρατικών φατριών. Ιδίως οι τελευταίοι, είχαν άμεση πληροφόρηση για τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο οι Μπολσεβίκοι συνέτριψαν τους νοσταλγούς του τσαρικού καθεστώτος κατά την διάρκεια του ρωσικού εμφυλίου το 1920. Συντηρητικές εφημερίδες, όπως η Münchener Neueste Nachrichten, δεν παρέλειπαν να καταγγέλλουν επίμονα την ύπαρξη Ρώσων κατασκόπων και να υπερτονίζουν τον αριθμό των θυμάτων στη γειτονική χώρα, ώστε να συντηρείται κλίμα δυσπιστίας και αντικομμουνιστικής εγρήγορσης στο λαό.

Μόναχο 1919: Εκτέλεση νεαρού μαρξιστή από τοπικά Freikorps

Με προπύργιο την συντηρητική Βαυαρία, αμέσως μετά την βίαιη καταστολή της εξέγερσης του Σπάρτακου, πάμπολλες παραστρατιωτικές οργανώσεις άρχισαν να ξεφυτρώνουν και να δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Γερμανία με την υποστήριξη των επισήμων Aρχών. Η Δεξιά προπαγάνδα φρόντισε επιμελώς να οξύνει το αδελφοκτόνο μίσος, στοχεύοντας κατευθείαν στα ξενόφοβα αισθήματα του ήδη δοκιμασμένου από τον πόλεμο και καταβεβλημένο από τους ατιμωτικούς όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών γερμανικού λαού, που τώρα έβλεπε στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης τον κίνδυνο μιας επώδυνης για την χώρα σιωνιστικής κυριαρχίας. Η ιδεολογική πόλωση και ο άκρατος εθνικισμός οδήγησαν στην γονιμοποίηση του ναζιστικού σπέρματος μέσα από μια καθαρά ψυχολογική διαδικασία, ώστε όλες σχεδόν οι κατώτερες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις τελικά να εκφραστούν δυναμικά μέσα από εθνικιστικά (völkisch) κινήματα. Ο ιδεολογικός αυτός πυρετός εκτονώθηκε με την δράση χιλιάδων δυσαρεστημένων κάθε κοινωνικής τάξης, γεγονός που αποδεικνύει το εύρος των λαϊκών ερεισμάτων και τη συσπείρωση του αντεπαναστατικού κινήματος.

Freikorps στο Βερολίνο ξεκουράζονται κατά την ανάπαυλα των εχθροπραξιών

Εξοικειωμένος με την θέα του αίματος κατά την διάρκεια της δράσης των Freikorps, ο γερμανικός λαός ανέπτυξε σταδιακά μια πρωτοφανή παθητικότητα και μια συνειδησιακή αναλγησία, που τον οδήγησαν στο χείλος της αβύσσου. Πίστεψε αφελώς ότι η κοινωνική ασφάλεια και η ειρήνη μόνο με την τρομοκρατία και τις διώξεις μπορούν να εξασφαλιστούν. Η ανεκτικότητα που έδειξε αργότερα στην εγκληματική δράση των Ταγμάτων Εφόδου (SA) και των SS ασφαλώς είναι απότοκο αυτής ακριβώς της εσφαλμένης θεώρησης. Ο εκβαρβαρισμός της γερμανικής κοινωνίας από τον πολύχρονο πόλεμο και η τραχύτητα με την οποία στη συνέχεια βίωσε τον εμφύλιο σπαραγμό εισήγαγαν τάχιστα σε όλη την χώρα (και κυρίως στην Βαυαρία) μια κουλτούρα πολιτικής βίας, που κατά τρόπο ανεξέλεγκτα εγκληματικό κυοφόρησε την λαϊκή αποδοχή της παραστρατιωτικής δράσης σαν μέσο επιβολής της τάξης και της ομαλότητας. Αλίμονο, τα αποτελέσματα είναι σε όλους μας γνωστά. Δεν θα αργήσει ο καιρός που μια νέα φυσιογνωμία θα εμφανιστεί στο ιστορικό προσκήνιο, εκμεταλλευόμενη ακριβώς αυτή την πλατιά λαϊκή φοβία για τον αριστερισμό και τον εβραϊσμό: ο Αδόλφος Χίτλερ.

Αδόλφος Χίτλερ: Μια καλά οργανωμένη απουσία

Τον Νοέμβριο του 1918 φτάνει στο Μόναχο ο 30χρονος Χίτλερ, μετά από νοσηλεία στο Πάσεβαλκ (Pasewalk), λόγω προσωρινής τύφλωσης από δηλητηριώδη αέρια. Η ατμόσφαιρα αποσύνθεσης και διάλυσης, την οποία είχε και ο ίδιος διαπιστώσει λίγο πριν στην πρωτεύουσα, τον συγκλονίζει.

Τα στρατόπεδα διοικούνται από Συμβούλια Στρατιωτών, η πειθαρχία έχει οριστικά εκλείψει, η ανυπαρξία μιας κεντρικής στιβαρής διοίκησης έχει ολότελα εκτροχιάσει κάθε συμπεριφορά. Η πολιτική εξουσία ασκείται από ένα προσωρινό Εθνικό Συμβούλιο ανεξάρτητων και σκληροπυρηνικών Σοσιαλδημοκρατών, που επιχειρούν να εφαρμόσουν ένα πρότυπο διακυβέρνησης σύμφωνα με την πρακτική των ρωσικών Σοβιέτ.

Οργή καταλαμβάνει τον πληγωμένο ιδεαλισμό του νεαρού Αδόλφου, καθώς τριγυρνά αδέκαρος στους δρόμους, δίχως καμιά απολύτως προοπτική, ανεπάγγελτος και με μέλλον αβέβαιο. Εμβρόντητος μπροστά στο θλιβερό θέαμα της ήττας, πεπεισμένος αακράδαντα πως η Δημοκρατία, ο Διεθνισμός, ο Μαρξισμός και οι ειρηνιστικές θεωρίες αποτελούν πληγές για έναν κυρίαρχο λαό, συνειδητοποιεί την μοίρα του ως πολιτικού άνδρα. Μα το μόνο που μπορεί να κάνει προς το παρόν είναι να καθυστερήσει την αποστράτευσή του, ώστε να μισθοδοτείται.

Η αηδία που του προκαλούν οι “αριστερίστικες” πρακτικές φουντώνει μέσα του την παλιά απέχθεια για τους Εβραίους και τους κομμουνιστές, σε μια στιγμή κατά την οποία ολόκληρος σχεδόν ο γερμανικός λαός αναζητά τα εξιλαστήρια θύματα που θα επωμιστούν τις ευθύνες της ήττας. Οι προκαταλήψεις σχετικά με την δήθεν συνωμοσία, που στόχο της έχει την διάλυση της Γερμανίας και την εξαθλίωση του λαού της, αρχίζουν πλέον σταδιακά να οργανώνονται σε πολιτική ιδεολογία.

Ο αυριανός δικτάτορας αφήνεται να παρασυρθεί, όπως κι ένα μεγάλο ποσοστό του λαού, σ’ έναν άκρατο αντισημιτισμό και μια παθιασμένη εχθρότητα κατά των εργατικών και αγροτικών μαζών, επειδή θεωρείται ότι είναι αυτοί που στηρίζουν την κομμουνιστική ιδεολογία και κατευθύνουν τις μάζες σε αντεθνικές, προδοτικές πρακτικές. Αλλά κατά πόσο η “κόκκινη επανάσταση” συντέλεσε αληθινά στην εκλογίκευση της κοσμοθεωρίας του Χίτλερ;

Από τις τάξεις των freikorps γεννήθηκαν τα Τάγματα Εφόδου (SA), που εργότερα έσπειραν τον τρόμο σε ολόκληρη τη Γερμανία. Ωστόσο, ο Χίτλερ ποτέ δεν αισθάνθηκε ασφαλής μέσα στο απόγειο της δύναμής τους

Παρακολουθώντας την δράση του εκείνες τις ταραγμένες μέρες, τον βρίσκουμε τοποθετημένο ως φρουρό στο στρατόπεδο αιχμαλώτων του Τράουνστάϊν (Traunstein) αμέσως μετά την επιστροφή του στο Μόναχο (21/11/1918). Μετά την παρέλευση δύο μηνών, το όνομά του συμπεριελήφθη στον κατάλογο του 2ου λόχου αποστρατεύσεων. Οι περισσότεροι σύντροφοί του είχαν κιόλας απολυθεί.

Όμως η Reichswehr τον τοποθετεί στην φρουρά του Χάουπτμπάνχοφ (Hauptbahnhof), που σαν καθήκον της έχει την διασφάλιση της τάξης στους στρατιώτες που μετακινούνταν στην περιοχή του Μονάχου. Με αφορμή κάποιες αγριότητες σε βάρος συλληφθέντων άρχισαν τότε έρευνες, στις οποίες ο Χίτλερ σίγουρα θα μπορούσε να είναι μάρτυρας, αν όχι συνεργός στις ίδιες τις πράξεις.

Το σίγουρο είναι πως κατά την διάρκεια της επανάστασης υπήρξε αντιπρόσωπος του λόχου του (Vertrauens-mann) με κύριο καθήκον την “επιμόρφωση” των στρατιωτών με τις ιδεολογίες και τα συνθήματα των σοσιαλιστών επαναστατών, σε συνεργασία με τα υψηλόβαθμα στελέχη της “κόκκινης δικτατορίας” του Μονάχου. Όταν στις 14 Απριλίου 1919, μια μέρα μετά την ανακήρυξη της Räterepublik, το Συμβούλιο των Στρατιωτών οργάνωσε νέες διαδικασίες για την εκλογή εξ αρχής όλων των αντιπροσώπων των στρατοπέδων, ο Χίτλερ εκλέχθηκε αντιπρόσωπος του τάγματος.

Επομένως, όχι μόνο δεν έδρασε εναντίον της επανάστασης, αλλά μάλλον την υποστήριξε. Είναι, άλλωστε, γνωστή η συμπάθεια που αρχικά έτρεφε για τις σοσιαλιστικές ιδεολογίες -κάτι που ο ίδιος μάταια προσπαθούσε αργότερα να συγκαλύψει. Η δικαιολογία, ότι τάχα επιθυμούσε κατ’ αυτόν τον τρόπο να καταφερθεί εναντίον των κομμουνιστών, ασφαλώς δεν μπορεί να πείσει.

Ηγέτες των Freikorps Brüssow σε κοινό εορτασμό με μέλη των Ταγμάτων εφόδου (SA), το 1934, στο Βερολίνο

Ο Χίτλερ αντιπαθούσε τη Μοναρχία και μισούσε θανάσιμα τη Δημοκρατία και τον Κοινοβουλευτισμό. Ο παθολογικός αντισημιτισμός, η ξενοφοβία και οι μιλιταριστικές του διαθέσεις δύσκολα συνάδουν με την σοσιαλδημοκρατική οπτική. Πιο ασφαλές θα ήταν να αναζητήσουμε στον χώρο του καιροσκοπισμού τις βαθύτερες εκείνες αιτίες, που τον οδήγησαν σε μια προσωρινή συμπόρευση με τις αρχές του SPD. H κοσμοθεωρία του (Weltanschauung) είναι εξαρχής διαποτισμένη από άκρατο φυλετισμό και εθνικισμό.

Επομένως δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο νεαρός τότε δεκανέας απλά παρασύρθηκε από τον αναβρασμό της στιγμής και τον ενθουσιασμό της ηλικίας, ώστε να ενταχθεί στους κόλπους της Räterepublik, έστω και χωρίς να εκτεθεί. Από την άλλη, δεν πρέπει να θεωρήσουμε το γεγονός της μη ένταξής του στα Freikorps ή άλλη επίσημη αντεπαναστατική ομάδα ως ένδειξη άρνησης εθνικιστικών και παγγερμανιστικών ιδεών.

Αντίθετα, η φαινομενική “νομιμοφροσύνη” του προς τις αρχές της Räterepublik, που άλλωστε ουδέποτε διατρανώθηκε απροκάλυπτα, μάλλον εκβιάστηκε είτε από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, σαν στρατιώτης, εκτελούσε διαταγές ανωτέρων, είτε επειδή η παραμονή στο στράτευμα εξασφάλιζε τα απαραίτητα για την επιβίωσή του 40 μάρκα.

Πληροφοριοδότης και καθοδηγητής σήμερα, καγκελάριος και δικτάτορας αύριο

Πολλοί κατοπινοί συνεργάτες του υπήρξαν αυτή την περίοδο ένθερμοι υποστηρικτές της Αριστεράς. Η διαφορά με την δική του περίπτωση είναι πως αυτοί εμπνέονταν από ανιδιοτέλεια και αυθεντική πίστη. Ο Ντίντριχ (Sepp Dietrich), στρατηγός αργότερα των Waffen SS και διοικητής της Μεραρχίας Leibstandarte Adolf Hitler, τον Νοέμβριο του 1918 ήταν εκλεγμένος πρόεδρος ενός Συμβουλίου Στρατιωτών.

Ο Έσερ (Hermann Esser), πρώτος αρχηγός προπαγάνδας του NSDAP και φανατικός οπαδός του Φύρερ, διετέλεσε δημοσιογράφος σε σοσιαλιστική εφημερίδα, ενώ ο θεωρητικός του ναζισμού Φέντερ (Gottfried Feder) δεν παρέλειψε την ίδια εποχή να γνωστοποιήσει στην κυβέρνηση του σοσιαλιστή Άισνερ τις θέσεις του σχετικά με τα ξένα συμφέροντα που σφετερίζονταν την ανεξαρτησία και ευδαιμονία της “προδομένης” πατρίδας. Ακόμη κι ο οδηγός του Χίτλερ, ο Σρεκ (Julius Schreck), τον Απρίλιο του 1919 βρισκόταν στις τάξεις του “κόκκινου στρατού”.

Freikorps χρησιμοποιούν ένα ρωσικής κατασκευής τεθωρακισμένο Garford - Putilov, τα οποία οι Γερμανοί είχαν άφθονα καθώς είχαν αιχμαλωτίσει πάμπολλα στην διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου

Όλοι αυτοί δεν είδαν θετικά την επιμελημένη αποχή του Χίτλερ από κάθε εκδήλωση κατά την διάρκεια της επανάστασης και δεν δίστασαν αργότερα να του υπενθυμίζουν την μηδενική προσφορά του στο κίνημα. Ο Ραίμ (Ernst Röhm), που αργότερα ηγήθηκε των SA, συχνά προκαλούσε την δυσαρέσκεια του Φύρερ με τα σχόλιά του για εκείνη την σκοτεινή εποχή και ο Ες (Rudolf Heß), που διετέλεσε προσωπικός του γραμματέας και αντιπρόεδρος του κόμματος, πολλές φορές αναφερόταν στην μη συμμετοχή του κατά τρόπο προσβλητικό.

Προκειμένου να δικαιολογηθεί, Ο Χίτλερ προέβαλε στον ρόλο που έπαιξε κατά την διάρκεια των ανακρίσεων που διεξήχθησαν μετά την λήξη της Räterepublik από το Δικαστήριο του Μονάχου, με σκοπό να ξεκαθαριστούν οι ενέργειες του Συντάγματος στο οποίο υπηρετούσε κατά την διάρκεια των γεγονότων. Τότε ο Χίτλερ δεν δίστασε να καταγγείλει δύο συναδέλφους του για αντιπατριωτική και προδοτική συμπεριφορά.

Freikorps με πολυβόλο στο Augsburg τον Απρίλιο του 1919

Κι επίσης, όταν καταργήθηκαν τα Στρατιωτικά Συμβούλια, ο Χίτλερ κλήθηκε να συνεργαστεί με μια τριμελή επιτροπή, που εργαζόταν πάνω στο θέμα της δράσης των μελών του Τάγματος Εφέδρων του 2ου Συντάγματος Πεζικού κατά την διάρκεια της Räterepublik. Βέβαια, ο ρόλος του πληροφοριοδότη δεν ήταν και τόσο τιμητικός. Για τον λόγο αυτό ο Φύρερ προσπαθούσε να εμπλουτίσει την εμπλοκή του στην αντεπανάσταση και με άλλες επισημάνσεις, όπως ο διορισμός του ως πολιτικός ομιλητής, κατόπιν επιλογής από τον λοχαγό Μάιρ (Karl Mayr), σε μια σειρά αντιμπολσεβικικών και εθνικιστικών σεμιναρίων, που τότε διεξήγαγε το Τμήμα Πληροφοριών της “Gruko” (Bayerische Reichswehr Gruppenkommando No 4).

Πρόκειται για μια μονάδα που δημιουργήθηκε από τον Ταξίαρχο φον Μέλ (von Möhl), με στελέχη προερχόμενα κυρίως από βαυαρικές μονάδες καταστολής της επανάστασης και επιφορτισμένα με το έργο της “επιμόρφωσης” του στρατού και των πολιτών πάνω σε θέματα πατριωτισμού και ευνομίας (σύμφωνα πάντα με την δική τους δεξιά και άκρως εθνικιστική αντίληψη). Αναφερόμενος στη θέση του ως προπαγανδιστή ομιλητή, που ασφαλώς προϋπέθετε την αμέριστη εμπιστοσύνη της Reichswehr προς το πρόσωπό του, ο Χίτλερ πίστευε ότι κατάφερνε να παραμερίσει κάθε σκιά εναντίον του.

Επίσης, τόνιζε την ημερομηνία αποστράτευσής του (31 Μαρτίου 1920, δηλαδή πολύ αργότερα από τους περισσότερους συντρόφους του) και το ότι υπήρξε επίσημος πληροφοριοδότης (V-Leute) της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Στρατού από τα μέσα του 1919.

_____________________________________

βιβλιογραφία:

1) Robert Eben Sackett: “Images of the Jew: Popular Joketelling in Munich on the Eve of World War I” (Theory and Society, 1987)
2) Robert Eben Sackett: “Popular Entertainment, Class and Politics in Munich 1900 – 1923” (Cambridge, Mass., 1982)
3) Ian Kershaw: “Χίτλερ 1889-1936” (Scripta, 2000)

 

 Το άρθρο Freikorps δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τεύχος 12, τον Ιανουάριο του 2007

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!