Η γέννηση και άνοδος του ιταλικού φασισμού

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Το ιδεολογικό και πολιτικό περιβάλλον που δημιούργησε και εξέθρεψε την αυταρχική προσωπικότητα του Μπενίτο Μουσολίνι δεν στάθηκε ικανό να σταματήσει την διολίσθηση της Ιταλίας στο σκοτάδι του φασισμού και την ερημιά του πολέμου

Στα τέλη του 19ου αιώνα η ενοποιημένη Ιταλία αποτελεί πια κράτος με την σύγχρονη έννοια του όρου, προσπαθώντας να ενταχθεί μέσα στο γενικότερο πλαίσιο του διπολικού ευρωπαϊκού ανταγωνισμού: Από την μια οι κεντρικές δυνάμεις της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, κι από την άλλη ο άξονας μεταξύ των δυτικών δυνάμεων και της Ρωσίας (Entente).

Καθένας από τους δύο συνασπισμούς επιθυμεί να προσελκύσει το νεοσύστατο κράτος με το μέρος του -ο πρώτος επικαλούμενος τις συμβατικές υποχρεώσεις που προέκυπταν από την σύναψη του “Τριμερούς Συμφώνου” του 1882 μεταξύ Ρώμης και Βερολίνου, κι ο δεύτερος προτάσσοντας ως αντισταθμιστικά οφέλη εδαφικές παραχωρήσεις σε βάρος των Αυστριακών, εφόσον παρέμεναν ανοιχτά τα ζητήματα των “αλύτρωτων” ιταλικών περιοχών που συνέχιζαν να βρίσκονται κάτω από τον ζυγό των Αψβούργων.

Στα εσωτερικά της χώρας, η μετάβαση από τον φεουδαλισμό σε μια σύγχρονη αστική δημοκρατία δεν αποδεικνύεται εύκολη υπόθεση. Ο ιταλικός βορράς συσπειρώνει μεγάλες εργατικές μάζες σοσιαλιστών και αριστεριστών, σε αντίθεση με το νότο, όπου κυριαρχεί το αγροτικό και εθνικιστικό στοιχείο. Αλλά δεν είναι η διαφορά της -ανύπαρκτης άλλωστε- οικονομικής ευμάρειας μεταξύ των δύο πληθυσμιακών ομάδων που τις οδηγεί συχνά σε αντιπαράθεση.

Η αιτία των οξύτατων ανταγωνισμών που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους θα πρέπει ν’ αναζητηθεί περισσότερο στην διαφορετικότητα του ιδεολογικού προσανατολισμού και της αντίληψης γύρω από τα πατριωτικά και εθνικά ζητήματα. Παρά τις συνεχείς ιδεολογικές διαιρέσεις των σοσιαλιστικών και προλεταριοποιημένων μαζών, η άρχουσα αστική τάξη και η πάλαι ποτέ ιντελιγκέντσια δεν κατόρθωσε ν’ αποκτήσει τον έλεγχο της εξουσίας μέσα από μια δυναμική επέκταση της επιρροής της στις πλατύτερες λαϊκές σφαίρες.

Παράλληλα, η αυξανόμενη ανάπτυξη της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στον βιομηχανικό βορρά, καθώς επίσης και η ολοένα ενισχυόμενη μεσαία τάξη των αστικών κέντρων, ανέδειξαν το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSI – Partito Socialista Italiano) σε κυρίαρχη δύναμη. Ωστόσο, οι αντίθετες ροπές και μέσα στις τάξεις του ίδιου του κόμματος, που ενσάρκωναν οι ρεφορμιστές αφενός και οι επαναστάτες διεθνιστές αφετέρου, αποτέλεσαν σημαντικό στοιχείο διάσπασης, η οποία εκφράστηκε αρχικά με τις διαφορετικές τοποθετήσεις των δύο ρευμάτων πάνω στο θέμα της συμμετοχής της Ιταλίας στον πόλεμο του 1914.

Οι ρεφορμιστές και οι αντιδραστικοί (στους οποίους συγκαταλέγονταν οι μεγαλοαστοί, ο ανώτερος κλήρος και η αριστοκρατία) προπαγάνδιζαν την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας.

Από την άλλη μεριά, η επίσημη γραμμή του ΙΣΚ διακήρυττε την αυστηρή ουδετερότητα, παρά την αντίθετη άποψη των περισσότερων συνδικαλιστικών οργανώσεων και της αριστερής πτέρυγας του κόμματος, των λεγόμενων “παρεμβατιστών”, που επιθυμούσαν την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο ως συμμάχου της Entente. Κι αυτό επειδή θεωρούσαν ξεπερασμένη πλέον την δέσμευση των Ιταλών από το “Τριμερές Σύμφωνο” και ευελπιστούσαν πως η συμμετοχή στον πόλεμο θα συντελούσε σημαντικά στην ενίσχυση του εθνικού φρονήματος και της πλήρους ενοποίησης του ιταλικού λαού.

Τελικά, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να ταχθεί υπέρ των δυτικών συμμάχων, εξασφαλίζοντας ως υποσχόμενο αντάλλαγμα την Τεργέστη, την ευρύτερη περιοχή του Τρεντίνο και άλλες στην Αδριατική, την Α. Αφρική και την Τουρκία (σύμφωνα με την Συνθήκη του Λονδίνου το 1915).

Η ακραία επαναστατική αριστερά υποστήριξε δυναμικά την συμμετοχή στον πόλεμο, δημιουργώντας μια λίγκα (Fascio Rivoluzionario d’ Azione Internazionalista) αποτελούμενη από ηγέτες συνδικαλιστών και άλλων τοπικών παραγόντων, μεσοαστούς κι εθνικιστές αγρότες. Η πλειοψηφία των σοσιαλιστών δεν έβλεπε θετικά μια εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο, μα ήταν πλέον καιρός να κατανοήσει ότι οι διάφορες ταξικές εξεγέρσεις δεν ήταν αποτελεσματικές ως προς την μεγάλη κοινωνική επανάσταση, επειδή αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν την καθολική συμμετοχή των κοινωνικών στρωμάτων.

Τρανταχτό παράδειγμα η απεργία στην Πάρμα το 1908 και η “Κόκκινη Εβδομάδα” λίγους μήνες πριν την έναρξη του πολέμου, όπου η απεργιακή κινητοποίηση εργατών και σοσιαλιστών πήρε την μορφή ένοπλης εξέγερσης. Ολόκληρη η Ιταλία συγκλονίστηκε από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα της Φλωρεντίας, της Ανκόνα και της Νάπολης. Η αστυνομία τότε αναγκάστηκε να προβεί σε εκατοντάδες συλλήψεις, με αποτέλεσμα την όξυνση της κατάστασης. Παραδοσιακά αριστερίζουσες περιοχές, όπως η Εμίλια Ρομάνια και η Ανκόνα, θα συγκλονιστούν κυριολεκτικά, αλλά χωρίς σημαντικό αποτέλεσμα, αφού τελικά η Γενική Επιτροπή Εργασίας θα συμβιβάσει τα πράγματα, ώστε η εξέγερση να καταπαύσει.

Η Fascio λοιπόν κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο πόλεμος, πέρα από την ενίσχυση των συνεκτικών δεσμών του λαού και την δημιουργία ενός κοινού αισθήματος αφοσίωσης προς την πατρίδα, θα απέφερε ένα αποτελεσματικό χτύπημα στον γερμανικό μιλιταρισμό και τον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό του, ώστε ν’ αρθούν σε τελική φάση τα εμπόδια της πανευρωπαϊκής σοσιαλιστικής ολοκλήρωσης. Εν ολίγοις, πίστευε ότι το σοσιαλιστικό όνειρο θα είχε πολλά να ωφεληθεί από την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο, αφού μια τέτοια εμπλοκή δεν ερχόταν σε αντίθεση με τις βασικές αρχές της κοινωνικής και ταξικής επανάστασης.

Αλλά το ΙΣΚ αρνήθηκε σταθερά να θεωρήσει τα πράγματα έστω και κάτω από αυτό το ευρύτατα συμβιβαστικό ιδεολογικό πρίσμα. Απορρίπτοντας κάθε εθνικισμό σαν κατάρα της Σοσισαλιστικής Διεθνούς, αντιλαμβανόταν τον πατριωτισμό σαν τροχοπέδη στα διεθνιστικά της ιδεώδη και την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο σαν την ύστατη προδοσία στις αρχές του Σοσιαλισμού.

Εκτιμούσε το χάσμα Βορρά – Νότου και την έλλειψη εθνικής ενότητας ως απροσπέλαστα εμπόδια για επιτυχή έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων, και παράλληλα διέβλεπε στην ανικανότητα της “χλιαρής” κυβέρνησης την κυριότερη αιτία μιας μελλοντικής καταστροφής.

Προφανώς ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες της εκστρατείας του 1911 κατά της Λιβύης, που παρά τον ισχυρισμό της κυβέρνησης του Τζοβάνι Τζολίτι ότι την επέβαλλε η καταστρατήγηση των εκεί ζωτικών ιταλικών συμφερόντων, οι σοσιαλιστές ποτέ δεν έπαψαν να την θεωρούν ως έκφραση ιμπεριαλιστικών κι επεκτατικών σχεδίων.

Η άποψη αυτή, που εξέφραζε την επαναστατική και διεθνιστική μερίδα του ΙΣΚ, ερχόταν σε πλήρη συμφωνία με το λαϊκό αίσθημα. Όσο οι διεθνιστές κέρδιζαν έδαφος, τόσο οι ρεφορμιστές και οι αντιδραστικοί ετίθεντο στο περιθώριο και δεν απολάμβαναν πια την λαϊκή συμπαράσταση. Το 1912, με την καθοδήγηση κυρίως του νεαρού δημοσιογράφου Μπενίτο Μουσολίνι, οι επαναστάτες κατόρθωσαν να επιτύχουν τον έλεγχο του κόμματος και μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να το καταστήσουν υπολογίσιμη πολιτική και κοινωνική δύναμη.

Ο Μουσολίνι γεννήθηκε το 1883 στο χωριό Πρεντάπιο της επαρχίας Εμίλια Ρομάνια, γνωστή για τις αριστερές ιδεολογικές πεποιθήσεις της και την επαναστατικότητά της, από γονείς που θερμά υποστήριζαν τον σοσιαλισμό. Ο πατέρας του Αλεσάντρο ήταν στο επάγγελμα σιδεράς και η μητέρα του, η Ρόζα Μαλτόνι, δασκάλα στο χωριό που ο μικρός Μπενίτο περπάτησε τα πρώτα του βήματα.

Την εποχή αυτή οι ντόπιοι επιδίδονται με πάθος σε συζητήσεις και διαλογισμούς γύρω από τα θέματα της επανάστασης και το μέλλον του σοσιαλισμού, βαθύτατα επηρεασμένοι από τις μαρξιστικές θεωρίες, τις ιδεολογικές εξάρσεις του Μπακούνιν και τα διδάγματα του Ναπολέοντα και του Μπλανκί. Εκτός από το “Μπενίτο”, στον γιο του ο Αλεσάντρο θα χαρίσει επι-πλέον δύο ονόματα : Αμιλκάρε και Αντρέα. Το πρώτο αποσκοπεί στο ν’ αποδοθεί φόρος τιμής στην ανάμνηση του Μεξικάνου επαναστάτη Μπενίτο Χουαρέζ, το δεύτερο και το τρίτο προς τους Ιταλούς σοσιαλιστές Αμιλκάρε Τσιπριάνι και Αντρέα Κόστα.

Το περιβάλλον όπου μεγαλώνει ο αυριανός δικτάτορας είναι ασφυκτικά πολιορκημένο από τις φλογερές ιδέες των γαλλικών επαναστάσεων του 1789, του 1830 και του 1848, ενώ παράλληλα σε κάθε καρδιά της αγροτικής αυτής κοινωνίας φωλιάζει το μίσος για τους Αψβούργους, που εξακολουθούν να κατέχουν παραδοσιακά ιταλικές περιοχές. Είναι λοιπόν εύλογο από το φυτώριο αυτό των επαναστατών να ξεπηδήσει ο επαγγελματίας, ο συνεπής επαναστάτης. Και θα καταφέρει σε νεαρότατη ηλικία ν’ αφήσει το στίγμα του στο σοσιαλιστικό κίνημα της Ιταλίας, αναγάγοντας τον λαϊκισμό και την δημαγωγία σε πανίσχυρα όπλα επιβολής της εξουσίας και συμβιβάζοντας τις αρχές του εργατικού κινήματος, των επαναστατικών συνδικαλιστικών ιδεών του Ζορζ Σορέλ και του διεθνισμού με αυτές του πατριωτικού εθνικισμού!

Με άλλα λόγια, ο ταραχοποιός των τριών χωρών -Ιταλίας, Ελβετίας και Γαλλίας- θα καταφέρει να τετραγωνίσει τον κύκλο των αντικρουόμενων από την ίδια τους την φύση ιδεολογικών ρευμάτων, επιτυγχάνοντας μιαν απίστευτη αρμονική τους συνύπαρξη εκεί όπου, κατά παράδοση, σημειώνονταν οι προαιώνιες κόντρες.

Μαθητής ακόμη, οργανώνει απεργίες και καταλήψεις, οπότε αποβάλλεται από το σχολείο του. Στο Ρέτζιο Εμίλια θα ασκήσει για λίγο το επάγγελμα του δασκάλου. Αργότερα, προκειμένου ν’ αποφύγει την στρατιωτική θητεία, θα καταφύγει στην Ελβετία (1902) κυριολεκτικά απένταρος. Θα ζητιανέψει, θα δουλέψει στις οικοδομές, μετά σαν βοηθός σε τυπογραφείο, για να καταλήξει να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο της Λωζάνης την γαλλική γλώσσα. Διωγμένος από την Βέρνη, περνάει στην παρανομία και συλλαμβάνεται στην Γενεύη για ν’ απελαθεί στην Γαλλία. Η αστυνομία τον έχει υπόψη της ως ανεπιθύμητο αναρχικό, ο ίδιος όμως αυτοχαρακτηρίζεται ως «επαναστάτης σοσιαλιστής».

Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου που ζει έξω από την πατρίδα του, στις πολιτικές συγκεντρώσεις που παρευρίσκεται έχει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Ζαν Ζωρές και τον Αύγουστο Μπέμπελ, να διευρύνει τους πνευματικούς του ορίζοντες πιθανόν από την επαφή του με τον Καρλ Λίμπκνεχτ και την Ρόζα Λούξεμπουργκ και να μελετάει ατέλειωτες ώρες στην Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Οι ιδέες τού μεγάλου ρήτορα, ουμανιστή και καθηγητή της Φιλοσοφίας Ζωρές τον επηρεάζουν βαθιά. Από αυτόν δανείζεται την άποψη ότι δεν είναι το προλεταριάτο η σωτήρια για τον κόσμο δύναμη, αλλά η απαλλαγμένη από κάθε πολιτικό κι εκκλησιαστικό έλεγχο λαϊκή μάζα. Θεσμοί όπως η πατρίδα, η οικογένεια, η θρησκεία, οι νόμοι και η ιδιοκτησία δεν είναι δυνατό να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από το ίδιο το άτομο, για τον απλούστατο λόγο ότι οι θεσμοί αυτοί επινοήθηκαν για να το υπηρετούν και όχι για να υπηρετούνται από αυτό.

Παρά το ότι μετά την εμπλοκή του στην υπόθεση “Ντρέυφους” ο Ζωρές θα χαρακτηριστεί “εχθρός της πατρίδας”, για τον Μουσολίνι αποτελεί ιδανικό πρότυπο. Αργότερα, όταν σαν γνήσιος ειρηνιστής θ’ αρνηθεί να υποστηρίξει τον πόλεμο (στις παραμονές του οποίου θα δολοφονηθεί από κάποιον φανατικό εθνικιστή), ο Μουσολίνι έχει ήδη διαχωρίσει τις θέσεις του. Αλλά τα διδάγματα του Γάλλου θ’ ακολουθούν τον Ιταλό επαναστάτη για όλη του την ζωή.

Τα χρόνια που ζει στο εξωτερικό αποδεικνύονται για τον Μουσολίνι γόνιμα και παραγωγικά, τουλάχιστον στην αρθρογραφία. Θα δημοσιεύσει πολλά άρθρα του σε μια σοσιαλιστική έκδοση των Ιταλών της Ελβετίας, το Avvenire del Lavoratore (Το Μέλλον του Εργάτη), στο Proletario (Ο Προλετάριος) της Ν. Υόρκης και στο Risvelio-Le Reveil (Το Ξύπνημα), ένα σοσιαλιστικοαναρχικό φύλλο της Γενεύης. Θα συνεργαστεί επίσης με τον Αρθρούρο Λαμπριόλα, τον στυλοβάτη του επαναστατικού σοσιαλισμού μέσα στο ΙΣΚ, που εκδίδει την Avanguardia Sosialista (Σοσιαλιστική Πρωτοπορία).

Τον Φεβρουάριο του 1904 θα μιλήσει στο συνέδριο των Ιταλών Σοσιαλιστών της Ελβετίας, που πραγματοποιείται στη Ζυρίχη, με την ιδιότητα του Γραμματέα του ΙΣΚ στη Συνομοσπονδία Οικοδόμων Λωζάνης -τίτλο που κατέχει ήδη από το 1902. Η απέλαση έρχεται όταν παρατραβάει το σκοινί: συμμετέχει στην καμπάνια υποστήριξης μια απεργίας Ιταλών οικοδόμων στο La Chaux de Fonds.

Επιστρέφοντας στην Ιταλία, εκμεταλλεύεται το διάταγμα αμνηστίας για τους αντιρρησίες θητείας κι αποφασίζει να εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Υπηρετεί στους Βερσαλιέρους της Βερόνα, αποκτώντας δημοτικότητα και το προσωνύμιο “ο Κόκκινος”. Κατόπιν, θα δραστηριοποιηθεί ξανά με την ιδιότητα του δασκάλου και παράλληλα θα συνεργάζεται ως αρθρογράφος σοσιαλιστικών εντύπων, όπως η La Lima, η Avvenire del Lavoratore (της οποίας είναι αρχισυντάκτης), η Popolo di Trento, το περιοδικό Voce κ.ά. Τα άρθρα του αφορούν κυρίως στην πάλη των τάξεων και το πολιτικό κίνημα των “Αλύτρωτων” (Irredentismo), που σχετιζόταν με το ζήτημα της απελευθέρωσης των κατεχόμενων από τις Αυστροουγγρικές δυνάμεις ιταλικών περιοχών.

Το 1910 ιδρύει στο Φορλί την σοσιαλιστική εφημερίδα La Lotta di Classe (Η πάλη των Τάξεων), όπου με τα πύρινα άρθρα του θα καταφέρεται εναντίον των μετριοπαθών στις τάξεις του ΙΣΚ, της αποικιοκρατίας και της ελιτίστικης μπουρζουαζίας της κυβερνώσας κάστας. Το κεντρικό όργανο του ΙΣΚ, η εφημερίδα Avanti, αναδημοσιεύει τα άρθρα αυτά, κάνοντας τον Μουσολίνι πασίγνωστο σε ολόκληρη την χώρα.

Οι αγώνες του κατά της καθεστηκυίας τάξης και οι απεργίες που μεθοδεύει τον φέρνουν στην θέση του αντιπροσώπου για το συνέδριο του ΙΣΚ στο Μιλάνο. Την στιγμή που το επίσημο κράτος εκστρατεύει κατά της Λιβύης, η επαναστατική ομάδα και οι αριστεριστές του ΙΣΚ, με πρώτο και καλύτερο τον Μουσολίνι, κάνουν την Εμίλια Ρομάνια να πάρει φωτιά. Το Φορλί κυριολεκτικά κυριαρχείται από τους ταραχοποιούς και η ένοπλη σύρραξη με τα όργανα της τάξης είναι πια γεγονός. Ο επαναστάτης Μουσολίνι συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης επτά μηνών με την κατηγορία της υποκίνησης και της συμμετοχής σε στάση, την στιγμή που η Avanti χαρακτηρίζει την ιταλική επίθεση κατά της Λιβύης ως “έργο τέχνης αποικιοκρατικής πειρατείας”.

Η φυλακή κάθε άλλο παρά πτοεί τον μανιασμένο επαναστάτη. Με αυξημένο γόητρο κι έχοντας κερδίσει επάξια την θέση του ανένδοτου σοσιαλιστή ηγέτη, ο Μουσολίνι κατατροπώνει τους ρεφορμιστές στο συνέδριο του ΙΣΚ στη Ρέτζιο Εμίλια (1912). Ο Λεονίντα Μπισολάτι αποπέμπεται και το προεδρείο σχεδόν ομόφωνα αναθέτει στον ελπιδοφόρο και μαχητικότατο νεαρό Μουσολίνι την διεύθυνση του Avanti. Μόνο ο Βέλα παρουσίασε αντιρρήσεις γι’ αυτήν την επιλογή, είτε γιατί γνώριζε την αδυναμία του σε “θεωρητική κατάρτιση”, είτε γιατί τον θεωρούσε ατομικιστή και υπερβολικά εκκεντρικό. Αργότερα ο ίδιος θα χαρακτηρίσει τον Μουσολίνι ως επιδειξιομανή, νιτσεϊστή και αντικείμενο άρρωστης προσωπολατρίας -δηλαδή αντίθετο προς κάθε μαρξιστική αρχή.

Ως δεξί του χέρι τοποθετείται η Ρωσίδα πολιτική πρόσφυγας Αντζέλικα Μπαλαμπάνοβα (Angelica Balabanoff), γυναίκα με πλούσια επαναστατική δράση σε ολόκληρη την Ευρώπη και αγαπημένο “παιδί” του Λένιν, ο οποίος θα της εμπιστευτεί μελλοντικά πάμπολλες διπλωματικές και πολιτικές αποστολές. Με την ιδιότητα του μέλους της συντακτικής επιτροπής του Avanti αλλά και του προεδρείου του ΙΣΚ, θα έρθει συχνά σε ρήξη με τον Μουσολίνι, για τον οποίο δεν τρέφει ιδιαίτερη εκτίμηση.

Το έδαφος που κερδίζει ο Μουσολίνι σε δημοτικότητα ολοένα διευρύνεται. Η επιτυχία του Avanti, που κάτω από την καθοδήγησή του θα εκτοξεύσει το τιράζ από 20 σε 100 χιλιάδες φύλλα, θα τον εγκαθιδρύσουν στο κόμμα ως αδιαφιλονίκητο ηγετικό στέλεχος, ιδίως μετά την αποπομπή των μασόνων και των άλλων κεντρώων και δεξιοφνονούντων φραξιονιστών, που αντιστρατεύονταν στις μεθόδους και τις ιδεολογίες του. Η “κόκκινη εβδομάδα” του 1914 θα φέρει την Ιταλία στα πρόθυρα της παράλυσης, θα διχάσει τον λαό σχετικά με το ζήτημα της ένταξης της χώρας στον πόλεμο, θα τρίξει τα έτσι κι αλλιώς σαθρά θεμέλια του παλατιού και θα σπείρει προς όλες τις κατευθύνσεις το διττό ερώτημα: πόλεμος ή όχι -κι αν ναι, με ποιανού το μέρος;

Η κυβέρνηση ασφαλώς κρίνει πως το συμφέρον του έθνους καταδεικνύει την Entente. Ο λόγος είναι και ψυχολογικός: κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί το μίσος του για τους Αψβούργους. Από την άλλη, ο Μουσολίνι διαρκώς παροτρύνει υπέρ της απόλυτης ουδετερότητας, σύμφωνα και με την επίσημη θέση του ΙΣΚ, η αρχική απήχηση της οποίας άρχισε να κλονίζεται στα λαϊκά στρώματα, αφού αργά αλλά σταθερά ο λαός τάσσεται υπέρ του πολέμου στο πλευρό της Δύσης.

Για τον Μουσολίνι είναι πια φανερό πως η καθαρή ταξική πάλη και η αποκλειστική κοινωνική επανάσταση δεν μπορεί ν’ αποδώσει τους επιθυμητούς καρπούς λόγω ανεπάρκειας πάθους και ιδεολογικών κινήτρων. Χρειάζεται οπωσδήποτε μια πανεθνική ανάταση, που μόνο μέσω εθνικιστικών και πατριωτικών συνθημάτων θα μπορούσε να επιτευχθεί. Και ο κίνδυνος να διολισθήσει η χώρα σε μια απροσδόκητη συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις, εξαιτίας της ανεδαφικής πλέον υποχρέωσής της που προέκυπτε δήθεν από την ξεπερασμένη “Τριπλή Συμμαχία”, δεν ήταν καθόλου αμελητέος.

Ήδη οι Αυστριακοί βολιδοσκοπούσαν εντατικά τις διαθέσεις της ιταλικής κυβέρνησης, αλλά ο Μουσολίνι είχε προφανώς διαισθανθεί έγκαιρα τον κίνδυνο “διαρροής” των άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων και φοβόταν μήπως το ΙΣΚ συμπαρασυρθεί στην δύνη μιας απατηλής ιδεολογικής πειθαρχίας.

Για παράδειγμα, το Σοσιαλδημοκρατικό Γερμανικό Κόμμα (SPD) ενέκρινε -προς έκπληξη όλων, ακόμη κι αυτού του Λένιν- τα κονδύλια για τον πόλεμο, στην Γαλλία το αντίστοιχο κόμμα μεθούσε με την ιδέα ενός ένδοξου πολέμου ενάντια στον προαιώνιο εχθρικό γείτονα και το γαλλικό τμήμα της Διεθνούς Εργατών (SFIO – Section Française de l’ Internationale Ouvrière) μέσα από την εφημερίδα της Humanitè θα χαιρετίσει με πανηγυρισμούς την έναρξη του πολέμου, επιδιώκοντας προπαγανδιστικά με κάθε ψυχολογικό μέσο να εμφυσήσει τον ανεξέλεγκτο εθνικισμό στις καρδιές των Γάλλων. Το μίσος τους εναντίον των Γερμανών, που θα καμφθεί μελλοντικά μόνο από το ποτάμι του αίματος των χαρακωμάτων, πηγάζει από τις ιστορικές μνήμες, που τώρα πια αποδεικνύονται ισχυρότερες από κάθε κομματική και ιδεολογική πειθαρχία. Ο Σοσιαλισμός μπορεί να περιμένει…

Ο Μουσολίνι, όμως, όχι! Διστάζει να πιστέψει ότι προς στιγμή το ΙΣΚ έρχεται σε κόντρα με το επικρατούν λαϊκό αίσθημα, αλλά δεν εθελοτυφλεί. Παρά το γεγονός ότι οι ελιτίστικες ιδέες του περί του “πεφωτισμένου αναμορφωτή” και του “σοφού καθοδηγητή των μαζών” δεν επιτρέπουν στον υπερόπτη επαναστάτη να τρέφει έναν γνήσιο σεβασμό για τις ανίκανες να προδιαγράψουν μόνες την τύχη τους και να ορίσουν το μέλλον τους λαϊκές μάζες, αντιλαμβάνεται στην παρούσα φάση πως η επιμονή του ΙΣΚ να αντιτίθεται προς την λαϊκή ορμή θα μπορούσε ν’ αποδειχθεί καταστροφική. Ο ίδιος αποτελεί έτσι κι αλλιώς την ενσάρκωση ενός ηρωικού προτύπου και χαίρει απόλυτης λαϊκής αφοσίωσης, ώστε δεν επιτρέπεται να καταφανεί απογοητευτικός και μεμψίμοιρος χάριν μιας στενότητας κρίσης, την οποία οι στείρες ιδεολογικές σοσιαλιστικές αρχές προσπαθούν να επιβάλλουν σε μια Ευρώπη που ήδη φλέγεται από πόθο για “ξεκαθάρισμα λογαριασμών”.

Επιπλέον κολακεύεται από την διαρκή πολιορκία που του κάνουν σημαίνουσες προσωπικότητες -εκπρόσωποι των πιο ετερόκλητων συμφερόντων: Ο Ζίντεκουμ για λογαριασμό του SPD (ο οποίος προτιμά να μιλήσει με τον Μουσολίνι αντί του προέδρου του ΙΣΚ, όπως θα ήταν τυπικά το σωστό)·ο Βίλελμ Έλενμπόγκεν ως επικεφαλής της αυστριακής αντιπροσωπείας· οι σοσιαλδημοκράτες της Τεργέστης Πιτόνι και Ολίβα· ο Μαρσέλ Κασέν από το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας (που πιθανόν να προσπάθησε και να τον δωροδοκήσει) και άλλοι. Όλοι τον πλησιάζουν μ’ έναν και μοναδικό σκοπό: Να ευλογήσει επιτέλους τον πόλεμο, εμπλέκοντας την Ιταλία υπέρ του στρατοπέδου όπου ο καθένας από αυτούς τους “γυρολάτρες” ανήκει.

Η κατανόηση πως στην χώρα απουσιάζει μια ευρεία προλεταριακή μάζα εργατικού τύπου, εξαιτίας του ότι την εποχή που εξετάζουμε η Ιταλία δεν διαθέτει ακόμη αναπτυγμένη βαριά βιομηχανία και γενικότερα τις κοινωνικοοικονομικές εκείνες δομές που θα της επέτρεπαν μια καλπάζουσα προλεταριοποίηση του λαού, καθιστά στα μάτια του Μουσολίνι το σοσιαλιστικό όνειρο της καθολικής επανάστασης ισχνό. Διαπιστώνει ότι απουσιάζει μια ισχυρή αστική τάξη με πλήρη συνείδηση της ταυτότητάς της και της αποστολής της. Επομένως δεν υφίσταται ο αντικειμενικός εχθρός του προλεταριάτου, ώστε κάθε επαναστατικό εγχείρημα θα στερείτο στόχου καταστροφής. Αντιλαμβάνεται, επίσης, πως η εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο θα συντελέσει σταδιακά στον εκσυγχρονισμό της και ταυτόχρονα θα εμφυσήσει πνοή πατριωτικής αλληλεγγύης στον χαλαρωμένο και αποπροσανατολισμένο λαό θωρακίζοντας την ιδεολογική του συνείδηση. Κι όσο για τον εσωκομματικό τομέα, θα περιόριζε προς όφελος του ίδιου ακόμη περισσότερο τους συντηρητικούς της σοσιαλιστικής παράταξης, που επέμεναν στην ουδετερότητα.

Τον Οκτώβριο 1914 αποφασίζει ν’ αντιταχθεί επίσημα στις θέσεις του Κόμματος, χαρακτηρίζοντας ως “προδοσία” κάθε παθητικότητα κι εμμονή στην ουδετερότητα. Παραιτείται από συντάκτης της Avanti και προχωρεί στην έκδοση δικής του εφημερίδας με τίτλο Il Popolo d’ Italia (Ο Λαός της Ιταλίας), πάντα με την οικονομική στήριξη των πιστών της εμπλοκής στον πόλεμο. Αυτή του η ενέργεια προκαλεί την αποπομπή του από το ΙΣΚ.

Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς γίνεται μέλος της Fascio Rivoluzionario, που σύντομα την εκπροσωπεί και επισήμως. Στόχος η κινητοποίηση του λαού υπέρ του πολέμου. Στο μεταξύ οι ακραίοι εθνικιστές παντού δημιουργούν τις δικές τους Fasci και πιέζουν για την είσοδο της χώρας στον πόλεμο. Και ο πρωθυπουργός Αντόνιο Σαλάντρα το επιθυμεί, για εντελώς διαφορετικούς λόγους: Πιστεύει στην ενδυνάμωση της μοναρχίας μέσα από την σύντομη διεξαγωγή ενός πολέμου, που ευελπιστεί να καταλήξει νικηφόρος υπέρ της Entente, συμβάλλοντας στην ενοποίηση των “αλύτρωτων” ιταλικών περιοχών με την μητέρα πατρίδα.

Κάτω από αυτές τις απατηλές ονειρώξεις, η Ιταλία εμπλέκεται με πάθος. Είναι γνωστά τα καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα και ο μεγάλος φόρος αίματος στα πεδία των μαχών, αλλά αξίζει να επισημάνουμε πως, όσο κι αν η χώρα του Μουσολίνι συντέλεσε στην νίκη του δυτικού συνασπισμού, ουσιαστικά η θέση της μετά την λήξη του πολέμου κατήντησε δυσμενέστερη. Το εθνικό χρέος αυξήθηκε κατά 500% και ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 300%, ενώ οι απώλειες συνεχώς διογκώνονταν εξαιτίας της αποτυχίας των ιταλικών επιθέσεων.

Το αποτέλεσμα αυτών των θλιβερών απολογισμών ήταν η γιγάντωση του εθνικισμού στο εσωτερικό της χώρας και η εμφάνιση νέων Fasci, που έσπρωχναν τον λαό στην υιοθέτηση μιας ακόμη πιο “σιδηράς” κι άκαμπτης πειθαρχίας για το καλό της πατρίδας. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος δεν έφερε την ποθητή εθνική ενοποίηση, αλλά το αντίθετο. Την στιγμή που αρκετοί βιομηχανικοί εργάτες απουσίαζαν από το μέτωπο προς εξυπηρέτηση της εργοστασιακής παραγωγής και οι βετεράνοι (combattenti) άρχισαν να τους μισούν και να τους αποκαλούν “κοπανατζήδες” (imboscati), το ΙΣΚ παρέμενε αμετάπειστο στην πολιτική της ουδετερότητας με σύνθημα “Νe aderire, ne sabbotare” (ούτε υποστήριξη, ούτε σαμποτάζ), βυθισμένο σε μια απελπιστική πανευρωπαϊκή απομόνωση και έχοντας απολέσει την αλλοτινή ευρεία λαϊκή υποστήριξη.

Η ένταση της αντίδρασης των “ορθόδοξων” Ιταλών σοσιαλιστών όχι μόνο δεν φόβιζε τον αποφασισμένο και αμετανόητο Μουσολίνι, αλλά τουναντίον αποτέλεσε πραγματικό τονωτικό και αναζωογονητικό οξυγόνο για τις αποφάσεις του να διαφοροποιηθεί και να συγκεντρώσει πάνω του όλη εκείνη την απαιτούμενη για το μέλλον ισχύ, που πηγάζει από την προσέγγιση του λαϊκού ενθουσιασμού.

Η λήξη του πολέμου (που για την Ιταλία στοίχισε σε ανθρώπινες ζωές περίπου 750.000 νεκρούς και πάνω από 1.000.000 τραυματίες -εκτός από το οικονομικό και κοινωνικό χάος που δημιούργησε) δεν υπήρξε θετική και ως προς τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ιταλίας. Ουσιαστικά δεν επήλθε ικανοποίηση αναφορικά με τις διεκδικήσεις της στην Τουρκία και την Αφρική, αλλά μόνο ως προς την περιοχή του Τρεντίνο και της Τεργέστης.

Αυτή η vittoria mutilata (κολοβή νίκη), σε συνδυασμό με την απογοήτευση που επέφερε στις λαϊκές μάζες εξαιτίας της ανεργίας και της πολιτικής αστάθειας, οδήγησε στην απαξίωση του εκλογικού και πολιτικού συστήματος της χώρας, που τώρα θεωρούνταν περισσότερο από ποτέ ξεπερασμένα.

Ο νέος εκλογικός νόμος που εφαρμόστηκε κατά τις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές ευνοούσε τα μαζικά κόμματα, που ωστόσο δεν κατάφεραν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Το ΙΣΚ ήταν ο μεγάλος νικητής, αλλά κράτησε εχθρική στάση απέναντι στο νεοϊδρυθέν Κόμμα του Ιταλικού Λαού (PPI). Οι κλασικοί φιλελεύθεροι είχαν την μεγαλύτερη δύναμη στο Κοινοβούλιο, αλλά αδυνατούσαν να ελέγξουν την πλειοψηφία και για τον λόγο αυτό χρειάζονταν δυνατές συμμαχίες. Η επαναστατική πτέρυγα των Σοσιαλιστών διατυμπάνιζε την βίαιη κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, ως αναγκαία φάση για το πέρασμα στην δικτατορία του προλεταριάτου.

Το 1920 το συνδικαλιστικό κίνημα αύξησε τα μέλη του από 250.000 σε 2.000.000! Οι απεργίες στον βιομηχανικό και αγροτικό τομέα, οι καταλήψεις και οι βιαιοπραγίες, καταμαρτυρούσαν πως η κατάσταση είχε οριστικά ξεφύγει από τον έλεγχο και ότι ήταν ζήτημα χρόνου το ξέσπασμα μιας καθολικής επανάστασης μπολσεβικικού χαρακτήρα. Η διετία 1919-1920 έμεινε γνωστή ως “bienio rosso” (“κόκκινη διετία”).

Μέσα σε αυτό το έκρυθμο κλίμα μια ομάδα εθνικιστών σοσιαλιστών και αριστεριστών παρεμβατιστών, με βασικότερο ηγέτη τον Μουσολίνι, ιδρύουν το 1919 στο Μιλάνο το κίνημα των Fasci Italiani diCombattimento (Λίγκα των Ιταλών Βετεράνων). Βασικές τους επιδιώξεις είναι η ανακήρυξη της Δημοκρατίας, το καθολικό εκλογικό δικαίωμα, η κατάργηση των τίτλων ευγενείας, της γραφειοκρατίας, της Γερουσίας και της υποχρεωτικής θητείας. Επιθυμούν τον γενικό αφοπλισμό και την απαγόρευση της πολεμικής παραγωγής για όλα τα κράτη, την ελευθερία γνώμης, Τύπου, θρησκευτικής συνείδησης και ιδεών.

Οι υπέρμαχοι όλων αυτών δεν θα παραλείψουν στις 13 Απριλίου 1919 να επιτεθούν κατά σοσιαλιστών στο Μιλάνο σκοτώνοντας τρεις από αυτούς και να καταστρέψουν τα γραφεία του Avanti, καταδεικνύοντας το πώς οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν την δημοκρατία και την πολυφωνία. Η επίθεση βέβαια δεν ήταν προγραμματισμένη, ούτε κι αποτελούσε τον κανόνα.

Ωστόσο οι Φασίστες γνωρίζουν πολύ καλά από δημαγωγία και λαϊκισμό. Δανειζόμενοι παραδοσιακά συνθήματα της αριστεράς, διαδηλώνουν υπέρ της καθιέρωσης του εργατικού οκταώρου, τον καθορισμό του κατώτατου μεροκάματου και της συνδικαλιστικής συμμετοχής στην διοίκηση των εργοστασίων. Προωθούν τις συνεχείς καταλήψεις, βάλλουν κατά των μεγαλοϊδιοκτητών της αγροτικής γης και επιζητούν την αναδιανομή των μη παραγωγικών κλήρων στους αγρότες.

Στο στόχαστρο ασφαλώς τίθενται και οι διεφθαρμένοι αστοί πολιτικοί και βουλευτές, για τους οποίους η τιμωρία δεν μπορεί να είναι άλλη από την “κρεμάλα”. Δεν είναι λοιπόν η (ανύπαρκτη έτσι κι αλλιώς) κομμουνιστική απειλή, που συγκεντρώνει τα πυρά του Φασισμού στα πρώτα του βήματα, αλλά το φιλελεύθερο αστικό κράτος και η μπουρζουαζία της αριστοκρατίας του αίματος, τα κατάλοιπα του πάλαι ποτέ κραταιού φεουδαρχικού συστήματος και η οργανωμένη εκκλησία.

Εντούτοις, απουσιάζουν οι ξεκάθαρες θέσεις και ο συνεπής προγραμματισμός από τις προεκλογικές τους εξαγγελίες. Στις εκλογές του Νοέμβρη του 1919 γνωρίζουν βαριά ήττα, αφού ακόμη και στο βιομηχανικό Μιλάνο αποσπούν μόνο 5.000 ψήφους (σε σύνολο 275.000). Αλλά το ηθικό τους παραμένει απτόητο. Επινοούν νέα μέσα εντυπωσιασμού: Περίτεχνα σύμβολα και στολές υποβλητικές, σημαίες φιλοτεχνημένες με μαεστρία, μουσικές, τραγούδια, λάβαρα. Κάθε κομματική συγκέντρωση, κάθε πορεία ή εκδήλωση αποτελεί τώρα πια σωστή φιέστα.

Ταυτόχρονα, ο ιταλικός σοβινισμός επαναστατεί με την ευκαιρία της διένεξης Ιταλίας – Γιουγκοσλαβίας για την Δαλματία. Οι σοσιαλιστές και η αριστερά θα βρεθούν και πάλι κόντρα στο ρεύμα, που απαιτεί ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Οι φασίστες και οι ακραίοι εθνικιστές, που στις τάξεις τους τώρα έχουν προσχωρήσει και απόστρατοι αξιωματικοί, άνθρωποι του πνεύματος και της τέχνης, καθώς επίσης και άλλοι απογοητευμένοι από την παθητικότητα της ιταλικής Κυβέρνησης, θ’ αντιδράσουν βίαια εναντίον των ειρηνιστών με τραμπουκισμούς και ξυλοφορτώματα. Κι όταν πια ο Ντ’ Ανούντσιο (που αργότερα ο Μουσολίνι θα τον ανακηρύξει εθνικό ποιητή) τον Σεπτέμβρη του 1919 θα καταλάβει το Φιούμε, κουρελιάζοντας κυριολεκτικά το ήδη πληγωμένο γόητρο μιας Κυβέρνησης που αποδεικνυόταν ολοφάνερα πλέον ανίκανη να διεκδικήσει το παραμικρό προς όφελος της χώρας, ο δρόμος προς το πολυπόθητο πραξικόπημα που προετοιμάζεται με σπουδή τόσο καιρό θα είναι ανοιχτός.

Είναι η εποχή των δράσεων, αλλά και των εντυπωσιασμών: Υιοθετούνται οι μαύρες στολές των Arditi (Μαχητές Ταγμάτων εφόδου) και ο ρωμαϊκός χαιρετισμός με υψωμένο το δεξί χέρι.

Το ιταλικό κράτος βρίσκεται πια στα πρόθυρα της διάλυσης. Η αστυνομία, ο στρατός, οι δημόσιοι υπάλληλοι, ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός και τα θεσμικά όργανα προσχωρούν σταδιακά στους ακροδεξιούς του Ντ’ Ανούντσιο και του Μουσολίνι.

Ο τελευταίος προσεταιρίζεται φανερά πια τους εθνικιστές και τους καπιταλιστές, σπρωγμένος από έναν ξεδιάντροπο οπορτουνισμό. Ξεπουλά το εργατικό κίνημα και το προλεταριάτο που τον πίστεψε, την αγροτική λαϊκή μάζα που τον στήριξε με τόσο πάθος και αυταπάρνηση, επειδή το ευαίσθητο πολιτικό του ένστικτο διαβλέπει ότι το μέλλον ανήκει οριστικά στους εμπρησμούς, την τρομοκρατία και την βία των Arditi και των Ομάδων Εφόδου. Οι νόμιμες διαδικασίες, άλλωστε, δεν μπορούν από μόνες τους να του χαρίσουν την εξουσία, αφού ούτε και οι εκλογές του 1920 για την ανάδειξη των κοινοτικών συμβουλίων θα φέρουν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Η πλάστιγγα γέρνει ξανά προς τους συντηρητικούς δεξιούς, που μαζί με τους “ορθόδοξους” σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές και τον υπέργηρο πρωθυπουργό Τζολίτι απλώς κοιτούν την αστυνομία να συνδράμει τους φασίστες στο καταστροφικό τους έργο: Δολοφονίες αριστερών κοινοτικών και δημοτικών Αρχών, εμπρησμοί εργατικών κέντρων, σωματείων, συνεταιρισμών και “οίκων του λαού”.

Το 1921 ο Μουσολίνι αποδεικνύεται για δεύτερη φορά αποστάτης. Ενόψει των εκλογών, θα συμμετέχει στον “Εθνικό Συνασπισμό” -οπότε θα κατέβει στις εκλογές σε ενιαίο ψηφοδέλτιο με τις υπόλοιπες αστικές δυνάμεις. Ο Τζολίτι αφελώς ελπίζει ότι με τον τρόπο αυτό θα κατευνάσει την μαχητικότητα του φασιστικού “πυροτεχνήματος” και θ’ αποφευχθούν οι ακρότητες.

Ωστόσο η πραγματικότητα τον διαψεύδει. Ολόκληρη η χώρα και ιδιαίτερα η Β. Ιταλία με τα δεκάδες εργατικά και βιομηχανικά κέντρα θα σπαράξει από τις φασιστικές φρικαλεότητες. Αλλά και οι αναρχικοί και οι σοσιαλιστές δεν υστερούν καθόλου σε επίδειξη εγκληματικότητας. Υπολογίζονται περίπου 200 δολοφονίες πολιτικών κινήτρων μέσα στους πρώτους 4 μήνες του 1921.

Η είσοδος του Μουσολίνι στο Κοινοβούλιο είναι πια γεγονός και μπορεί να εκληφθεί σαν προσωπικός του θρίαμβος, αφού στο Μιλάνο του αποδόθηκαν 200 χιλιάδες ψήφοι. Στην πρώτη του κιόλας κοινοβουλευτική ομιλία δηλώνει φανατικός αντιδημοκράτης και πολέμιος του σοσιαλισμού, αποποιείται των ιδεών του διεθνισμού και αποτρέπει την αβασάνιστη αποδοχή των μαρξιστικών θεωριών ως βλαβερών για την ουσία του πατριωτικού τοπικισμού. Στην δεύτερη ομιλία του δεν θα διστάσει να προτείνει έμμεσα μια συνεργασία με τους Κομμουνιστές, υποστηρίζοντας πως ο ταξικός τους προσανατολισμός με τον δικό του εθνικό μπορούν κάλλιστα να συνοδοιπορήσουν.

Μετά την παραίτηση του Τζολίτι αναλαμβάνει ο Ιβανόε Μπονόμι, που μάταια κι αυτός θα προσπαθήσει με την σειρά του ν’ αποτρέψει τον εκφυλισμό της κοινωνικής συνοχής της χώρας. Στον δρόμο μαίνονται οι συγκρούσεις μεταξύ των αριστερών Arditi del Popolo (Τολμηροί του Λαού) και των Squadristi (Φασιστικά Τάγματα Εφόδου). Ο Μουσολίνι, με τον γνωστό του θεατρινισμό και το θράσος του δημαγωγού, κατηγορεί τα θύματά του για “κόκκινη τρομοκρατία”, αλλά καταφέρνει τελευταία στιγμή να ελέγξει τους φανατικούς τραμπούκους του δρόμου (αργότερα ο Χίτλερ θα τον μιμηθεί σε αυτή την πρακτική σκοπιμότητας, αν και κατά πολύ πιο απάνθρωπα και αποτελεσματικά -εξολοθρεύοντας στην κυριολεξία τους πραιτοριανούς του Ραιμ κατά την “νύχτα των μεγάλων μαχαιριών”).

Με το Σύμφωνο Ειρήνης (Patto di Pacificazione) που θα συνάψει με το ΙΣΚ εφαρμόζει κατ’ ουσίαν την τρίτη του αποστασία – με την διαφορά ότι τώρα μοιράζεται τον ρόλο του προδότη με τους σοσιαλιστές, που κι αυτοί θα κατηγορηθούν από τους αναρχοκομμουνιστές οπαδούς τους για αποστασία. Οι ακραίοι φασίστες δυσανασχετούν με αυτή του την μετριοπαθή και κατευναστική τακτική, τον κατηγορούν μάλιστα ανοιχτά για προδοσία και μερικοί θερμόαιμοι απαιτούν την καθαίρεσή του. Οι φανατικοί του Ντ’ Ανούντσιο, στερημένοι από κάθε πολιτικό ένστικτο κι ανίκανοι να κατανοήσουν κάθε έννοια πολιτικού οπορτουνισμού, θα συνεχίσουν τις επιδρομές και τους τραμπουκισμούς εν ονόματι ενός δήθεν “μαρξιστικού κινδύνου”.

Ο Μουσολίνι, βλέποντας τα περιθώρια για μια αποκλειστική από τον ίδιο χειραγώγηση του φασιστικού κινήματος να στενεύουν επικίνδυνα, κάνει στροφή 180 μοιρών: Καταγγέλλει το Σύμφωνο Ειρήνης και ιδρύει το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα (PNF – Partito Nationale Fascista), προσεταιριζόμενος ξανά τους Squadristi, που εξαπολύονται με αγριότερες διαθέσεις κατά των εκπροσώπων του εργατικού κινήματος. Στο διπλωματικό όμως πεδίο, δεν παύει να επιζητεί τις “συμμαχίες” των μεγάλων κομμάτων προκειμένου να ενδυναμώσει κι άλλο την κοινοβουλευτική του θέση. Υπήρχε ασφαλώς αρκετός χρόνος αργότερα για να τα εξολοθρεύσει, στα πλαίσια της “θείας αποστολής” που ο “Ντούτσε” είχε αναλάβει.

Το PNF οργανώθηκε πάνω στον άξονα “τάξη – πειθαρχία – ιεραρχία” και προσανατολίστηκε σταθερά κατά της μοναρχίας και υπέρ του οικονομικού φιλελευθερισμού, της μείωσης των κρατικών δαπανών, της θέσπισης μιας δικαιότερης κοινωνικής και εργατικής νομοθεσίας και της ανάπτυξης κλαδικών και φοιτητικών οργανώσεων και συνδικάτων. Οι πορείες και οι εκδηλώσεις του είναι μεγαλειώδεις και αξιοθαύμαστες όσον αφορά το τελικό ψυχολογικό αποτέλεσμα: Σημαίες και λάβαρα, σύμβολα νέα και παλαιά, πολεμικά άσματα και ύμνοι λατρείας, μαζικές νεκρώσιμες τελετές για τους πεσόντες στα πεδία των μαχών ή των πολιτικών συγκρούσεων -όλα αποσκοπούν σε μια καθόλου ευκαταφρόνητη υπόμνηση ότι ο Φασισμός είναι παρών, περισσότερο διεκδικητικός και μαχητικός από ποτέ. Ο μύθος της αρχαίας Ρώμης, που αναγεννάται σε μια νέα Ρώμη εθνικιστικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει κεντρική θέση στην φασιστική ιδεολογία και αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή του προπαγανδιστικού προγράμματος: οι μελανοχίτωνες οργανώνονται σε λεγεώνες, κοόρτες και εκατονταρχίες, η χρήση ρωμαϊκών εμβλημάτων και τίτλων για τους διοικητές γενικεύεται και τα επίπεδα της βίας φτάνουν πλέον σε τέτοιο ύψος, που και οι ίδιοι οι Φασίστες ηγέτες ανησυχούν.

Αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία ο Λουίτζι Φάκτα το 1922, σε αντικατάσταση του Μπονόμι, δημιούργησε έναν κεντροδεξιό συνασπισμό προς αντιμετώπιση του Φασιστικού κινήματος, αλλά Σοσιαλιστές και κεντρώοι Φιλελεύθεροι δεν συντονίστηκαν αποτελεσματικά, ενώ οι υπόλοιπες συντηρητικές δυνάμεις ανέχονταν τους Φασίστες σαν πολιτικό ανάχωμα κατά της ορμής της κομμουνιστικής αριστεράς. Η δημιουργία της Εργατικής Συμμαχίας (Alleanza del Lavoro) από τους σοσιαλιστές, τους ρεπουμπλικάνους και τους συνδικαλιστές αναρχικούς, τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς, δεν κατάφερε επίσης να εντάξει στους κόλπους τους υπερασπιστές του αστικού φιλελευθερισμού και οδήγησε στην αποτυχημένη διήμερη απεργία του Αυγούστου. Οι Φασίστες ανταπέδωσαν σκληρά σε αυτή την “μίνι” αντίδραση με νέα κύματα βίας.

Το παροδοξότερο όλων ήταν πως υψηλότατοι κληρικοί και διανοούμενοι, ακόμη και μέλη της βασιλικής οικογένειας αντιμετώπιζαν ευνοϊκά τους Φασίστες, όπως άλλωστε ο στρατός και ο διοικητικός κορμός της χώρας. Όλοι αυτοί στήριζαν με τον τρόπο τους τον Μουσολίνι, παρά τις επιθέσεις του τελευταίου εναντίον τους σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, αλλά και μέσω του τύπου. Το πλέον παράλογο ήταν πως τον στήριζαν και όσοι δέχτηκαν την “γροθιά” του στα πεζοδρόμια, όπως για παράδειγμα οι ακραίοι αριστεριστές και οι αναρχικοί μαρξιστές. Δεν υπήρχε λοιπόν καταλληλότερη στιγμή από αυτήν για τον Μουσολίνι να καταλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία.

Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου 1922 οι Φασίστες αρχίζουν τις κινητοποιήσεις τους, καταλαμβάνοντας αρχικά αστυνομικά τμήματα, οπλοστάσια και δημόσιες υπηρεσίες στην Β. Ιταλία, σχεδόν χωρίς χρήση βίας. Σκοπεύουν να συγκεντρωθούν στην Ρώμη σε μια πορεία επίδειξης δύναμης και όχι να καταλάβουν με βία την εξουσία. Πράγματι, μια μέρα μετά, οι μελανοχίτωνες οδεύουν προς την Ρώμη με κάθε διαθέσιμο μέσο. Στρατός και αστυνομία εκφράζουν την νομιμοφροσύνη τους προς τον βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ, διαβεβαιώνοντας πως μπορούν άμεσα να διαλύσουν τους κινηματίες.

Αλλά ο βασιλιάς διστάζει να υπογράψει το διάταγμα επιβολής στρατιωτικού νόμου φοβούμενος εμφύλιο πόλεμο κι αυτό οδηγεί την κυβέρνηση Φάκτα σε παραίτηση. Ο Μουσολίνι, που από το Μιλάνο αρνείται οποιαδήποτε άλλη θέση εκτός από αυτήν του πρωθυπουργού, καλείται στην πρωτεύουσα προκειμένου πια ν’ αναλάβει την ηγεσία ενός κοινοβουλευτικού συνασπισμού. Καταφτάνει στις 30 Οκτωβρίου, ενώ την επομένη οι μελανοχίτωνες, που μέχρι τότε παρέμεναν στις παρυφές της πόλης κραδαίνοντας τ’ αγαπημένα τους ρόπαλα(manganelli), εισέρχονται στην Ρώμη θριαμβευτές.

Δεν πρόκειται όμως για ένοπλη επανάσταση -ούτε καν για πραξικόπημα. Ο “Ντούτσε” σε ηλικία μόλις 39 ετών ανέλαβε απλά επικεφαλής ενός πολυκομματικού συνασπισμού, με προγραμματισμένο πλάνο άσκησης της εξουσίας σε πρώτη φάση για ένα έτος -μια νομιμότατη διαδικασία. Κύριο μέλημα της νέας κυβέρνησης ήταν η εξυγίανση των οικονομικών και η εργατική πολιτική.

Προσωπικά ο Μουσολίνι πάσχιζε να σταθεροποιήσει την θέση του στο εσωτερικό του κόμματος. Προς τούτο ιδρύει το Φασιστικό Μεγάλο Συμβούλιο, με διοικητικές και εκτελεστικές εξουσίες ελεγχόμενες από τον ίδιο, και τον Ιανουάριο του 1923 την Εθελοντική Πολιτοφυλακή Εθνικής Ασφάλειας (Milizia Volontaria per la Sicurezza Nationale), προσδίδοντας στους μελανοχίτωνες χαρακτηριστικά κρατικού θεσμού. Την διοίκηση της MVSN αναλαμβάνουν αξιωματικοί του στρατού, με ρόλο καθαρά ασφαλιστικό του φασιστικού καθεστώτος.

Αλλά ο νεαρός ηγέτης δεν αισθάνεται σταθερός στα πόδια του, επειδή οι ακραίοι εξτρεμιστές και οι φανατικοί σκληροπυρηνικοί που τον πλαισιώνουν καιροσκοπικά επιζητούν μια αμεσότερη σύνδεση με την απόλυτη εξουσία πιέζοντας αφόρητα για φασιστική επανάσταση και επιβολή της δικτατορίας.

Ο Μουσολίνι δεν καθορίζει πια τις εξελίξεις αλλά σύρεται απ’ τα γεγονότα, έχοντας πέσει θύμα των πολυάριθμων μέσα στο φασιστικό κίνημα διασπαστικών τάσεων, που ο ίδιος ακούσια καλλιέργησε προκειμένου να δικαιολογήσει ιδεολογικά τις πολιτικές του συμμαχίες.

Οι εθνικιστές και οι Squadristi επιθυμούν την συνεργασία με την υφιστάμενη πολιτική ελίτ, οι εξτρεμιστές την άμεση αντικατάσταση του φιλελεύθερου συστήματος από μια δικτατορία, οι συνδικαλιστές προσανατολίζονταν προς μια φιλεργατική διακυβέρνηση με στόχο τον εκσυγχρονισμό και εκδημοκρατισμό της οικονομίας, ενώ οι μετριοπαθείς απεχθάνονταν την δικτατορία.

Τέλος, υπήρχαν και άλλα ρεύματα μικρότερης σημασίας: οι Καθολικοί Φασίστες (Clerico – Fascisti), που επιζητούσαν την σύμπλευση με τον καθολικισμό· οι Μοναρχοφασίστες, που οραματίζονταν μια δικτατορία απόλυτα μοναρχική υπό τον Βίκτορα Εμμανουήλ· οι ιδεαλιστές, με ορίζοντα την πολιτιστική επανάσταση· οι ακραίοι αριστεριστές, που φιλοδοξούσαν σε μια λαϊκή επανάσταση στους κόλπους του φασιστικού κινήματος και οι ελιτιστές αποκρυφιστές, που προσδοκούσαν την αναβίωση της αριστοκρατικής κοινωνικής δομής της αρχαίας Ρώμης με την υιοθέτηση ιμπεριαλιστικών αρχών παγανιστικού χαρακτήρα.

Μπροστά σε όλες αυτές τις τάσεις ο Μουσολίνι παρέμενε μετέωρος, προσπαθώντας να βρει τρόπους που θα τον στήριζαν να συγκρατήσει τα ηνία του κόμματος, αλλά και την θέση του στην πολιτική εξουσία, αφού ακόμη δεν έχαιρε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Η πλειοψηφία των εδρών κατακτήθηκε με την αρωγή του Νόμου Ατσέρμπο στις εκλογές του Απριλίου του 1924. Η κρίση της κυβέρνησης Μουσολίνι από την υπόθεση Μεταότι, παρά την κατάθλιψη που έφερε στον “Ντούτσε” και το γερό ταρακούνημα της θέσης του, τελικά έληξε υπέρ της δραστικής αντίδρασης των Φασιστών. Ο Μουσολίνι, πιεσμένος από ακραία στελέχη του κόμματός του και καλυμμένος από την γνωστή ανικανότητα του βασιλιά (που -μεταξύ άλλων- δίσταζε ν’ αποσύρει την εμπιστοσύνη του προς αυτόν, επειδή κατείχε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία), προχωρεί σε ρήξη με τους Φιλελεύθερους και αναλαμβάνει την “ιστορική”, “πολιτική” και “ηθική” ευθύνη των γεγονότων. Διαλύει το Κοινοβούλιο και απαγορεύει την επιστροφή των αντιπολιτευομένων Βουλευτών σε αυτό, διατάζοντας την αστυνομία να καταπνίξει κάθε αντίδραση. Ακολουθεί όργιο συλλήψεων, λογοκρισία, απαγόρευση της λειτουργίας των μασονικών στοών και κλείσιμο όλων των συνδικάτων, εκτός από τα φασιστικά συνδικάτα που αναγνώριζε η συνομοσπονδία των βιομηχάνων (Confindustria).

O δικτάτορας Μουσολίνι είναι πλέον υπόλογος μονάχα στον ίδιο τον βασιλιά…

Μετά την τέταρτη απόπειρα κατά της ζωής του, ο Μουσολίνι απαγορεύει την ύπαρξη και δράση άλλων κομμάτων εκτός του φασιστικού, που άτυπα και σταδιακά ανακηρύσσεται ως επικυρίαρχος της κυβέρνησης.

Τον Σεπτέμβριο του 1929 το Μεγάλο Συμβούλιο του Φασιστικού Κόμματος αναδεικνύεται ως ανώτατο όργανο συντονισμού των κυβερνητικών δραστηριοτήτων, κατά παράβαση του ιταλικού Συντάγματος που αναγνώριζε αυτό το δικαίωμα μόνο στον Μονάρχη. Τυπικά η εξουσία ανήκε ακόμη στον Βασιλιά Βίκτορα Εμμανουήλ, η Γερουσία ήταν παροπλισμένη, οι δήμαρχοι διορίζονταν με διατάγματα και η ισχύς του νόμου περί ευθύνης των Υπουργών ανεστάλη επ’ αόριστον.

Τώρα κυβερνούσε το Κόμμα μέσω διαταγμάτων, χωρίς ωστόσο να παρεμβαίνει στην Δικαστική Εξουσία ή να “φασιστοποιεί” τον κορμό της δημόσιας διοίκησης. Αργότερα, το Ειδικό Δικαστήριο Άμυνας του Κράτους υπήρξε ιδιαίτερα ελαστικό στις αποφάσεις του, όταν δίκαζε πολιτικές υποθέσεις.

Αξίζει να σημειωθεί πως στην διετία 1927 – 1929 μόνο μια καταδίκη σε θάνατο αποφασίστηκε από αυτό το δικαστήριο, ενώ Η Πολιτική Αστυνομία καταδίκασε σε όλη την διάρκεια της δικτατορίας μόνο πέντε χιλιάδες άτομα στην ποινή της φυλάκισης και περίπου διπλάσια σε αυτήν της εσωτερικής εξορίας (Confino). Ούτε η οικονομική πολιτική άλλαξε δραματικά, αφού το ιδιοκτησιακό καθεστώς και η ελίτ των βιομηχάνων παρέμεναν σχετικά ανεξάρτητοι, όπως και το εργατικό δυναμικό της χώρας, που ελεγχόταν βασικά από τα συνδικάτα.

Συμπερασματικά, το Κόμμα δεν εφάρμοσε μια στυγνού τύπου δικτατορία (όπως το Ναζιστικό Κόμμα του Χίτλερ στην Γερμανία ή του Στάλιν στην Σοβιετική Ένωση), αλλά υποτάχθηκε στην επικυριαρχία του πολιτικού καθεστώτος. Τα μέλη του Κόμματος παρέμεναν συχνά εκτός κυβέρνησης, επειδή ακολουθήθηκε γενικά η αρχή της φασιστοποίησης των ήδη διορισμένων προσώπων στις θέσεις των θεσμικών και κρατικών οργάνων. Σε πολλούς νευραλγικούς τομείς, όπως η Παιδεία και η τοπική αυτοδιοίκηση, οι Φασίστες αποτελούσαν μια παράδοξη μειοψηφία και η κατάσταση τα επόμενα χρόνια δεν φαίνεται να διαφοροποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό.

Σε μια Ιταλία που ματαιοπονούσε να βρει τον δρόμο της ανάμεσα στα σύγχρονα αστικά κράτη, η τυπολατρία του αρχαίου ρωμαϊκού μεγαλείου και η προσωπολατρία του “Ντούτσε” αναμιγνύονταν αδιάλειπτα με το φασιστικό κύμα μιας επιφαινόμενης τρομοκρατίας κι ενός χλιαρά αμφισβητούμενου δεσποτισμού, αναπαράγοντας το πολιτικό κιτς της οικουμενικής διάνοιας ενός μανιοκαταθλιπτικού ηγέτη, που μέσα από την βάσανο του γαστρικού έλκους και των στομαχικών νευρώσεων οραματίστηκε να σώσει την χώρα του από την αστάθεια και το χάος των θεσιθήρων πολιτικών και της ανίκανης μοναρχίας.

Το σχετικά ήπιο αυταρχικό καθεστώς του Μουσολίνι, γέννημα της διστακτικότητας και της ανωριμότητας των μεγάλων αστικών κομμάτων και της αφροσύνης των πραγματικών υπερασπιστών της εργατικής τάξης και των αγροτικών μαζών, δεν κατόρθωσε ποτέ ν’ αγγίξει τα όρια του ολοκληρωτισμού, ούτε να ξεπεράσει το φράγμα της φρίκης των άλλων γνωστών μας δικτατορικών καθεστώτων.

Ο λόγος είναι απλός: ο Μουσολίνι, είτε εξαιτίας μιας ανεξήγητης ψυχολογικής παρόρμησης, είτε από γνήσιο πολιτικό “πιστεύω”, παρέμεινε σε όλη του την ζωή δέσμιος του κατεστημένου και των ήδη λειτουργούντων θεσμών, όντας και ο ίδιος θύμα της έμφυτης συμβιβαστικής διάθεσης που τον χαρακτήριζε. Ορμώμενος από φιλολαϊκά κίνητρα κι έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του την σοσιαλιστική ιδέα από το οικογενειακό του περιβάλλον, κατέληξε να ενσαρκώσει τον ρόλο του αυταρχικού και δεσποτικού πατριώτη ηγέτη, που επενδύθηκε την ταξική του “προβιά” υπέρ των εθνικιστικών του ενστίκτων. Κι αυτό ασφαλώς είναι φυσικό αποτέλεσμα της δράσης ενός ανθρώπου, που ποτέ του δεν κατάφερε να ξεφύγει από τον πρώτο μικροαστικό του περίγυρο.

Δεν θα μπορούσαμε εύκολα να ισχυριστούμε ότι ο Μουσολίνι ήταν “τέκνο” περισσότερο των συγκυριών της εποχής και λιγότερο της ιταλικής αγροτικής επαρχίας -παρά την φαινομενική πρωτοποριακή του δράση. Ενατένισε το μέλλον καιροσκοπικά και προσπάθησε δημαγωγικά να στηρίξει την εξουσία του με οποιοδήποτε κόστος, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε την απάρνηση θέσεων και ιδεών που άλλοτε προασπιζόταν με πάθος. Ασφαλώς είχε την σπάνια για τους δικτάτορες προσαρμοστική ικανότητα, αλλά παραδόξως η ικανότητά του αυτή συντόμευσε την πολιτική του καριέρα.

Προφανώς οι καιροί είχαν αλλάξει και δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί πως, στην πολιτική, δεν είναι λίγες οι φορές που ανταμείβεται η αφέλεια και αποτυγχάνει η αυθεντία. Το πλήρωμα του χρόνου απέδειξε πως ο άλλοτε επαγγελματίας επαναστάτης μεταλλάχθηκε πολύ γρήγορα σε ερασιτέχνη δικτάτορα, προς απογοήτευση όλων όσων πίστεψαν σε αυτόν.

Αναμφισβήτητα, αυτό οφείλεται στο ότι η ανθρώπινη διάνοια τελικά παραμένει αυστηρά μη προβλέψιμη…

_______________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

1) D. M. Smith: “Mussolini” (N. York, 1982)
2) I. Kirkpatrick: “Mussolini: A Study in Power” (N. York, 1964)
3) C. Hibbert: “Benito Mussolini (London, 1962)
4) R. Collier: “Duce” (N. York, 1971)
5) A. J. Gregor: “Young Mussolini and the Intellectual Origins of Fascism” (Barkley, 1979)
6) D. J. Forsyth: “The Crisis of Liberal Italy” (N. York, 1993)
7) A. Lyttelton: “The Seizure of Power: Fascism in Italy 1919-1929” (N. York, 1973)
8) Georg Scheuer: “Σύντροφος Μουσολίνι – Ρίζες και δρόμοι του πρωτογενούς φασισμού” (εκδ. Φιλίστωρ, 1999)
9) Stanley G. Payne: “H Ιστορία του Φασισμού 1914-1945” (εκδ. Φιλίστωρ, 2000)
10) Ιστορία του Ελληνικου Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)
11) Βασίλης Ραφαηλίδης: “θερμοί και Ψυχροί Πόλεμοι” (εκδ. Εικοσού Πρώτου, 1996)
12) Έγγραφα Βασιλικού Υπουργείου Εξωτερικών (έκδ. Αθήνα 1940)

Το άρθρο Η γέννηση και άνοδος του ιταλικού φασισμού δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία τεύχος 8, τον Σεπτέμβριο του 2006

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!