Η ιστορία του θρυλικού θωρηκτού Αβέρωφ

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Το πλοίο που στοίχισε στο Ελληνικό Κράτος 1.000.000 λίρες Αγγλίας και παρ’ ολίγο να καταλήξει στην Τουρκία εξασφαλίζει, για λογαριασμό της Ελλάδας, την ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων

Η ελπίδα οργώνει τα ελληνικά νερά

Η 1η Σεπτεμβρίου 1911 ήταν για το Φάληρο μια ξεχωριστή μέρα. Μέσα σε μουσικές και τυμπανοκρουσίες, με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη και την ελπίδα φωλιασμένη στην ψυχή, ο λαός των Αθηνών είχε λάβει από νωρίς θέση στους προβλήτες. Χιλιάδες λευκά μαντήλια ανέμιζαν πανηγυρικά και τα μάτια παρέμεναν καρφωμένα στον διάστικτο από λογής λογής καράβια Σαρωνικό, που είχαν βγει να υποδεχτούν το καινούργιο πολεμικό σκάφος στην παρθενική πλεύση του στα νερά της Αττικής: το θωρηκτό Γεώργιος Αβέρωφ. Η μπάντα παιάνιζε ασταμάτητα πατριωτικά εμβατήρια και ο ενθουσιασμός τού πλήθους υπήρξε ασυγκράτητος. Κανείς δεν ήθελε πια να θυμάται τις πικρές μέρες τού 1897, όλοι ατένιζαν το μέλλον με έπαρση κι αισιοδοξία.

Η περίπτωση του Αβέρωφ είναι από αυτές που μας θυμίζουν ότι η ζωή παίζει συχνά τα πιο περίεργα παιχνίδια. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο κατοπινός τρόμος των Τούρκων λίγο έλειψε να καταλήξει στα χέρια τους, αλλά ευτυχώς η συμφωνία μεταξύ της κατασκευάστριας εταιρείας και της τουρκικής κυβέρνησης ναυάγησε για οικονομικούς λόγους. Πράγματι, ο ιταλικός ναυτικός οίκος Orlando του Livorno είχε λάβει παραγγελία από την ιταλική Κυβέρνηση να ναυπηγήσει τρία θωρακισμένα καταδρομικά (εύδρομα), όμως το υπουργείο έκρινε αρκετή την κατασκευή των δύο πρώτων (Pisa και San Giorgio), οπότε έμεινε προς διάθεση το τρίτο. Η Orlando απευθύνθηκε τότε προς την Τουρκία, κι όταν οι διαπραγματεύσεις για την τιμή πώλησης έφτασαν σε αδιέξοδο, πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ν’ αγοράσει το σκάφος. Τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και ο υπουργός των Ναυτικών πλοίαρχος Ιωάννης Δαμιανός, είχαν θορυβηθεί από την έντονη τουρκική εξοπλιστική προσπάθεια σε πολεμικά πλοία με σκοπό την υπεροπλία έναντι των Ελλήνων στο Αιγαίο. Διέβλεψαν πως η ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού ήταν άκρως αναγκαία για την προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων, ιδίως μετά την ατυχή για εμάς έκβαση του πολέμου του 1897. Έτσι αποφασίστηκε η αγορά του σκάφους. Μάλιστα, ο επιτήδειος τρόπος με τον οποίο ο υπουργός Δαμιανός χειρίστηκε το όλο ζήτημα χαμήλωσε το αρχικό κόστος κατά 2 εκατ. χρυσές δραχμές, σε σχέση με το αντίτιμο που πλήρωσε στην κατασκευάστρια εταιρία η ιταλική Κυβέρνηση για τα δύο πρώτα σκάφη. Το συνολικό λοιπόν κόστος ανήλθε σε 22,5 εκατ. χρυσές δραχμές, ενώ πληρώθηκαν επιπλέον 3,5 εκατ. χρυσές δραχμές για τον εφοδιασμό του με πυρομαχικά.

Ένα μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων αποτελούσαν κληροδότημα προς το Ελληνικό Δημόσιο του Ηπειρώτη μεγιστάνα και ένθερμου πατριώτη Γεωργίου Αβέρωφ. Εγκαταστημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από το 1840, ο καλός αυτός Έλληνας ασχολήθηκε με το εμπόριο και, μετά από κοπιαστική δουλειά χρόνων, απέκτησε τεράστια περιουσία. Ποτέ του ωστόσο δεν λησμόνησε την Ελλάδα και την ιδιαίτερή του πατρίδα, το Μέτσοβο. Οι δωρεές του, μεταξύ άλλων, βοήθησαν στην ανέγερση της Σχολής Ευελπίδων, τον εκσυγχρονισμό του Παναθηναϊκού Σταδίου και την ίδρυση γυμνασίου και νοσοκομείου για τους Έλληνες της Αλεξάνδρειας. Στην διαθήκη του προβλεπόταν ένα τμήμα της περιουσίας του (περίπου το 20%) ν’ αποδοθεί στο Ελληνικό Κράτος για να κατασκευαστεί ένα πολεμικό πλοίο που θα έφερε το όνομά του. Το ποσό που προέκυπτε για την απόκτηση του πλοίου ήταν, σύμφωνα με τον κατά διαθήκη υπολογισμό, 2,5 εκατ. χρυσές δραχμές, αλλά όταν ήρθε η στιγμή της καταβολής έφτασε τα 8 εκατ. λόγω των ανατοκισμών και της αναβάθμισης της αξίας των χρεωγράφων.

Το πλοίο καθελκύστηκε στις 12 Μαρτίου 1910 και η επίσημη παραλαβή του από το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό έγινε στις 16 Μαΐου 1911, οπότε ο πλοίαρχος Ι. Δαμιανός έλαβε διαταγή να πλεύσει στην Μ. Βρετανία για τις τελετές της ενθρόνισης του Βασιλιά Γεωργίου Ε΄. Τον Ιούνιο αναγκάστηκε να μπει σε δεξαμενή για να επισκευαστούν κάποιες ζημιές που έπαθε εξαιτίας πρόσκρουσής του σε ύφαλο. Κατά την διάρκεια των επισκευών σημειώθηκαν απείθαρχες συμπεριφορές από κάποια μέλη τού πληρώματος, οπότε χρειάστηκε να επέμβει ο πλοίαρχος Παύλος Κουντουριώτης για ν’ αποκατασταθεί η τάξη. Στην συνέχεια, το σκάφος κατέφθασε στο Φάληρο όπου του επιφυλάχτηκε η λαμπρότερη υποδοχή.

Η πρώτη ένδοξη δράση: Η Ναυμαχία της Έλλης

Κατά την έναρξη των βαλκανικών πολέμων, μια σειρά εκτεταμένων ελληνικών περιοχών ακόμη βρισκόταν κάτω από τον τουρκικό ζυγό. Συγκεκριμένα η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη και τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, παρέμεναν στην κυριαρχία των Τούρκων και οι κάτοικοί τους εναγωνίως ανέμεναν την στιγμή της ένωσής τους με την μητέρα πατρίδα. Η αδιάλλακτη στάση της Τουρκίας και η άνοδος των Νεότουρκων ήταν φυσικό να πυροδοτήσει την σύρραξη, αφού όλοι διαισθάνονταν πως η εύθραυστη ειρηνική περίοδος κυοφορούσε τις βαθύτερες ρίξεις μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών. Ωστόσο, το γεγονός ότι η Τουρκία (όσον αφορά το θέμα της αποδέσμευσης εδαφικών περιοχών από την κατοχή της) είχε εύστοχα επιλέξει μια νέα τακτική διαπραγματεύσεων απευθείας με τα εμπλεκόμενα κράτη και όχι με την Ευρώπη γενικότερα δεν επέτρεπε την λύση κανενός συνοριακού ζητήματος.

Σε αυτό συνηγορούσαν και οι άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, που δεν ήθελαν στην πραγματικότητα μια ξεκάθαρη και τίμια λύση του προβλήματος. Η Ελλάδα, προσπαθώντας να υποστηρίξει τις εδαφικές της διεκδικήσεις και να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο την είχαν περιορίσει οι Ευρωπαίοι «εταίροι», συμμάχησε τελικά με την Βουλγαρία, την Σερβία και το Μαυροβούνιο, κατά του κοινού εχθρού. Ο λόγος τής, κατά περίπτωση διμερούς, σύμπραξης των κρατών αυτών ήταν ότι, όπως και η Ελλάδα, διατηρούσαν κι αυτά ανάλογες εδαφικές απαιτήσεις σε βάρος τής Τουρκίας. Την συμμαχία Σερβίας – Βουλγαρίας και Ελλάδας – Σερβίας, λοιπόν, ακολούθησε αυτή της Σερβίας – Μαυροβουνίου και Βουλγαρίας – Μαυροβουνίου.

Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ξεσπάει ο πόλεμος, με πρωταρχική επιδίωξη των συμμάχων ν’ αποκόψουν τον Τουρκικό Στρατό της Θράκης από τα υπόλοιπα τμήματά του της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Αλβανίας. Εκτός από τον μεγάλο όγκο στρατιωτικών δυνάμεων, η Τουρκία έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει και τον ακμαίο για τα δεδομένα της εποχής ελληνικό στόλο που επιπλέον είχε εσπευσμένα ενισχυθεί με την αγορά από τα αγγλικά ναυπηγεία Cammel Laird τεσσάρων ανιχνευτικών (αντιτορπιλικών), αρχικά προορισμένων για την κυβέρνηση της Αργεντινής. Σε αυτά δόθηκαν τα ονόματα Λέων, Πάνθηρ, Αετός και Ιέραξ.

Τώρα, με ναυαρχίδα το Γ. Αβέρωφ και κάτω από τις διαταγές του υποναύαρχου Π. Κουντουριώτη, παντοδύναμος ο στόλος αποπλέει για την Λήμνο. Το νησί καταλαμβάνεται από τον Ελληνικό Στρατό και μέσα σε περίπου μία εβδομάδα ο τουρκικός στόλος αναγκάζεται σε αποκλεισμό στα Δαρδανέλια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την σταδιακή απελευθέρωση των ελληνικών νησιών, αλλά και την παρεμπόδιση του ανεφοδιασμού του Τουρκικού Στρατού στα βαλκανικά μέτωπα. Λόγω της ανυπαρξίας σιδηροδρομικού δικτύου και ασφάλειας κατά την μεταφορά των πολεμοφοδίων από την ξηρά, σύντομα ο Τουρκικός Στρατός αντιμετώπισε τεράστιες δυσκολίες λογιστικής. Η εκβιαστική αυτή κατάσταση οδήγησε στην απόφαση να βγει από τα στενά ο πολεμικός στόλος της Τουρκίας, με κύριο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος κυριαρχίας των ελληνικών πλοίων στο Αιγαίο και, αν ήταν εφικτό, την καταστροφή τους. Η προστασία των Στενών ήταν για τον εχθρό ένα μεγάλο πλεονέκτημα, ενώ, αντίθετα, τα ελληνικά πλοία ήταν υποχρεωμένα σε συνεχείς εξαντλητικές θαλάσσιες περιπολίες, με σκοπό να χτυπήσουν τα τουρκικά πολεμικά όπου τα συναντούσαν.

Εκτός από το νεότατο Γ. Αβέρωφ, τρία ακόμη θωρηκτά αποτελούσαν τον κυρίως κορμό του ελληνικού στόλου: Τα πανομοιότυπα Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά, που ναυπηγήθηκαν στην Γαλλία το 1889. Επίσης, λίγο πριν την έναρξη του πολέμου, η Ελλάδα απέκτησε από τα γερμανικά ναυπηγεία δύο ακόμη αντιτορπιλικά: Το Κεραυνός και το Νέα Γενεά, που όμως κατάφεραν να ενωθούν με τον υπόλοιπο στόλο μας ένα μήνα αργότερα. Γενικά τα ελληνικά σκάφη ήταν νεότερης ηλικίας και σχετικά ταχύτερα από τα τουρκικά -ιδίως το Αβέρωφ. Υστερούσαν όμως έναντι του τουρκικού στόλου σε συνολικό εκτόπισμα και πλευρική δυνατότητα ομοβροντιών.

Βασικές μονάδες για τον εχθρό αποτελούσαν τα δίδυμα θωρηκτά Haireddin Barbarossa και Torgut Reis, που είχαν ναυπηγηθεί το 1890 για το γερμανικό Ναυτικό και κατέληξαν στην Τουρκία το 1910, ενόψει της παραγγελίας του Αβέρωφ. Σε σχέση με το Αβέρωφ ήταν καλύτερα θωρακισμένα και μπορούσαν να επιτύχουν μεγαλύτερο βάρος ομοβροντίας, αλλά δεν ήταν τόσο ταχύβολα και γρήγορα στην πλεύση. Τον θωρηκτό τουρκικό στόλο συμπλήρωναν τα Μessoudieh και Assar-I-Tewfik, που είχαν ναυπηγηθεί το 1876 και 1868 αντίστοιχα, με το τελευταίο να μην διαθέτει καθόλου θωράκιση καταστρώματος. Αλλά τα ελληνικά πολεμικά θα έβρισκαν απέναντί τους και δύο ελαφρά ημιθωρακισμένα εύδρομα, τα Hamidieh και Medjidieh, κατασκευασμένα αντίστοιχα το 1905 στο Elsvick και το 1903 στην Φιλαδέλφεια, καθώς επίσης και δέκα τορπιλοβόλα κι άλλα τόσα βοηθητικά.

Από τον Οκτώβριο του 1912 άρχισαν οι πρώτες θαλάσσιες εχθροπραξίες. Κύριο μέλημα της ελληνικής πλευράς ήταν τώρα η άμεση κατάληψη της Λήμνου, που πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου, και η μετατροπή του όρμου του Μούδρου σε ναυτική πολεμική βάση. Μόλις οι εργασίες ολοκληρώθηκαν, κατέφθασαν εκεί τα τέσσερα θωρηκτά και τα τέσσερα ανιχνευτικά μας, που αμέσως άρχισαν περιπολίες μπροστά από τα στενά των Δαρδανελλίων, χωρίς όμως να μπορούν να πλησιάσουν εξαιτίας των ισχυρών πυροβόλων των οχυρών Κούμ-Καλέ και Σεδού-Μπχάρ. Αλλά όταν στις οκτώ το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου ο τουρκικός στόλος (αποτελούμενος από οκτώ αντιτορπιλικά, τέσσερα θωρηκτά και ένα καταδρομικό) επιχείρησε έξοδο από τα στενά με κατεύθυνση προς τα βόρεια, τα θωρηκτά μας με πρώτο το Αβέρωφ συνέκλιναν προς την πορεία τους, έχοντας τα ανιχνευτικά και τα αντιτορπιλικά μας στο αριστερό τους πλευρό. Στις 9:22΄ τα εχθρικά θωρηκτά άρχισαν ομοβροντίες, από απόσταση 12.500 μ. και τα ελληνικά απάντησαν με καθυστέρηση τριών λεπτών. Στις 9:35΄ το Αβέρωφ αποφάσισε ν’ αποκοπεί από τον υπόλοιπο ελληνικό στόλο και, αυξάνοντας την ταχύτητά του στα 20 μίλια, βρέθηκε μετά από 20΄ σε απόσταση 4.600 μ. από το Haireddin Barbarossa καταδιώκοντάς το προς τα νότια. Τα επάκτια πυροβόλα των Τούρκων είχαν επικεντρώσει τις προσπάθειές τους εναντίον του, προκειμένου ν’ αποφευχθεί ο πανικός στις γραμμές τους -τόσο πολύ εκτιμούσαν τις ικανότητες του θωρηκτού μας. Στο μεταξύ το Μessoudieh, λόγω μηχανικής βλάβης, απομονώθηκε από τα υπόλοιπα θωρηκτά μας και το ανιχνευτικό Ιέραξ, και άρχισε να πλήττεται από απανωτά βλήματα. Τα εχθρικά πυρά ήταν άστοχα και η ψυχολογία των τουρκικών πληρωμάτων καταβεβλημένη. Οι Έλληνες πυροβολητές, πάλι, δεν μπορούσαν να είναι αρκετά αποτελεσματικοί επειδή είχαν κόντρα τον ήλιο.

Σε όλη την διάρκεια της εμπλοκής, το θωρηκτό Αβέρωφ έριξε μόνο 127 βλήματα, ενώ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τα τετραπλάσια, γιατί κατά την διάρκεια της ανεξάρτητης δράσης του τα πυροβόλα του έπαθαν προσωρινή εμπλοκή. Επίσης δέχτηκε τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος και δεκαπέντε μικρού, αλλά οι ζημιές που υπέστη ήταν ελάχιστες. Οι νεκροί που θρήνησε η ελληνική πλευρά ήταν δύο άντρες του πληρώματός του και οι τραυματίες πέντε (εκτός ενός ακόμη τραυματία τού Σπέτσαι). Από την τουρκική πλευρά, το Barbarossa είχε επτά νεκρούς και αρκετούς τραυματίες, εκτός των σημαντικότατων ζημιών στους λέβητες και το πυροβόλο των 280 χιλ., το οποίο αχρηστεύτηκε εντελώς. Επιπλέον, το Torgut Reis μέτρησε 51 νεκρούς και 40 τραυματίες.

Μετά από ανταλλαγή πυρών και συνεχή καταδίωξη μιας περίπου ώρας συνολικά, ο τουρκικός στόλος πανικόβλητος ζήτησε προστασία στα Στενά, χαρίζοντας στην ελληνική πλευρά μια σπουδαία νίκη.

Η Ναυμαχία της Λήμνου

Τον επόμενο μήνα οι Τούρκοι επιχείρησαν μια δεύτερη αναμέτρηση με το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, συναντώντας νοτιοανατολικά της Λήμνου τα καράβια μας. Ήταν περίπου 8:30΄ της 5ης Ιανουαρίου 1913, όταν το ανιχνευτικό Λέων παρατήρησε έξοδο του τουρκικού στόλου από τα Στενά. Το Μedjidieh, με συνοδεία τριών θωρηκτών και οχτώ αντιτορπιλικών, έπλεε προς την Λήμνο σε γραμμή παραγωγής.

Αμέσως κινητοποιήθηκαν τα τέσσερα θωρηκτά μας, τα ανιχνευτικά Αετός και Ιέραξ και τα αντιτορπιλικά Σφενδόνη, Ναυκρατούσα και Νίκη για να συναντήσουν στη συνέχεια το Λέων και το Ασπίς κοντά στο ακρωτήριο Ειρήνη της Λήμνου. Στο αντίκρισμα του Αβέρωφ το απομονωμένο Μedjidieh έσπευσε να έρθει κοντά στα συνάδελφα πλοία, που ωστόσο διατηρούσαν την εσφαλμένη γνώμη πως η ελληνική ναυαρχίδα είχε σκοπό να καταδιώξει το Hamidieh, οπότε θα είχαν την ευκαιρία απερίσπαστοι να πλήξουν το ορμητήριό μας στον Μούδρο.

Στις 11:34΄ τα τουρκικά πολεμικά άρχισαν τους κανονιοβολισμούς, στους οποίους οι Έλληνες απάντησαν μετά από ένα λεπτό. Τα ελληνικά πλοία έβαλαν μεθοδικά και με σκοπευτική δεινότητα, σε αντίθεση με τα εχθρικά που γρήγορα κυριεύτηκαν από πανικό. Πριν τις 12:00΄ το Messoudieh είχε τυλιχτεί στις φλόγες, ενώ το Αβέρωφ είχε προξενήσει με κανονιοβολισμό σοβαρές ζημιές στο Barbarossa. Μέσα σε είκοσι λεπτά της ώρας, ολόκληρος ο τουρκικός στόλος είχε τραπεί σε φυγή, αναζητώντας απεγνωσμένα προστασία στα Δαρδανέλια. Το Αβέρωφ βάλθηκε τότε να καταδιώκει τον εχθρό, δυστυχώς μόνο του, γιατί τα άλλα φίλια σκάφη δεν μπόρεσαν ν’ ακολουθήσουν την ταχύτητά του. Μάλιστα, για να μην ξαναπαρουσιαστεί το γνωστό από την ναυμαχία της Έλλης πρόβλημα μπλοκαρίσματος των κλείστρων από την υπερθέρμανση, το Αβέρωφ φρόντισε να μάχεται εναλλάξ και από τις δυο του πλευρές! Στις 13:50΄ ένα βλήμα του βρήκε το Torgut Reis στην ίσαλο γραμμή, με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει ένα του λεβητοστάσιο. Αναμφισβήτητα, οι Τούρκοι είχαν πάθει σημαντικές φθορές, ενώ οι νεκροί τους υπολογίζονται σε 460 άντρες! Από εμάς έπεσε ο κελευστής Κατιντζέρης και τραυματίστηκαν ελαφρά ο Ανθυποπλοίαρχος Μαμούρης, ο υποκελευστής Στούμπος, ο δίοπος Δρούδες, ο πυροβολητής Πρωτοψάλτης, ο ναύτης – σαλπιγκτής Μουντζούρης, ο ναύτης – τορπιλητής Κανάκης και οι ναύτες Γεωργαλάς και Κριώτης -όλοι του Αβέρωφ. Επίσης χάθηκε και ένας ναύτης μας από το Σπέτσαι.

Η Ναυμαχία της Λήμνου και η κατάληψη της Σάμου σηματοδότησαν την νικηφόρα λήξη των θαλάσσιων επιχειρήσεων για τον ελληνικό στόλο. Από τότε οι Τούρκοι δεν τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν ξανά την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο. Στο διάστημα μεταξύ 18 Οκτωβρίου 1912 – 2 Μαρτίου 1913 η 1η, 2η και 3η Ναυτική Μοίρα απελευθέρωσαν τα Ψαρά, την Σαμοθράκη, το Άγιον Όρος, την Λέσβο, την Χίο, την Ικαρία και τις Οινούσες. Επίσης τορπίλισαν την κανονιοφόρο Τραπεζούντα, ενώ το υποβρύχιο Δελφίν για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά σημείωσε επιθετική ενέργεια με τορπίλες κατά του θωρηκτού Medjidieh. Η επίθεση αυτή απέτυχε και το Δελφίν αναγκάστηκε να καταδυθεί σε μεγάλο βάθος, κοντά στα Μαυρονήσια, καταδιωκόμενο από τουρκικά αντιτορπιλικά. Αλλά κατέφθασε από τον όρμο του Μούδρου το Αβέρωφ και η πίεση έπαψε.

Το σοβαρότερο όμως αποτέλεσμα των ελληνικών επιτυχιών στις θαλάσσιες συγκρούσεις με τους Τούρκους ήταν ο αρνητικός ψυχολογικός αντίκτυπος που επέφεραν στις τάξεις τους. Μετά από αυτές, η κυβέρνηση του Κιαμήλ έσπευσε να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με την Ελλάδα, ενώ εν καιρώ ο αρχηγός του τουρκικού στόλου Ραμίζ μπέης αντικαταστάθηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη για τις εν λόγω αποτυχίες.

Οι δάφνες δεν είναι ποτέ αρκετές

Μόλις ο κοινός εχθρός κατέστη ανίσχυρος, άρχισαν οι ενδοβαλκανικές τριβές. Οι Βούλγαροι, έχοντας αρχικά υποτιμήσει την αξία και την μαχητικότητα του Ελληνικού Στρατού, έβλεπαν τώρα με φθόνο τις νίκες των Ελλήνων. Επιπλέον τις θεώρησαν σαν ανασταλτικό παράγοντα για την πραγμάτωση των σχεδίων τους σχετικά με την Θεσσαλονίκη. Ήλπιζαν σε μια φόρμουλα συγκυριαρχίας πάνω στην πόλη και, ακόμη περισσότερο, σε μια αναβίωση της αυτοκρατορίας των τεσσάρων θαλασσών του Βόρη και του Συμεών. Όταν ξεκαθαρίστηκε πως η ελληνική πλευρά ουδέποτε επρόκειτο ν’ ανεχτεί κάτι τέτοιο, προέταξαν τα όπλα. Έτσι, στις 17 Ιουνίου 1913, ξεσπάει ο πόλεμος μεταξύ των συνασπισμένων δυνάμεων Ελλάδας – Σερβίας – Μαυροβουνίου κατά της Βουλγαρίας.

Το Αβέρωφ παίρνει διαταγή να συνδράμει με κανονιοβολισμούς τα ελληνικά στρατεύματα από τις ακτές της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, συντελώντας στην απελευθέρωση των περιοχών του Έβρου. Με την λήξη της σύρραξης βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη για να παραλάβει τον Βασιλιά Κωνσταντίνο με σκοπό την θριαμβευτική επιστροφή στο Φάληρο. Εκεί, σύσσωμη η πολιτική και θρησκευτική ηγεσία του τόπου το αποθεώνει, ενώ ο λαός το θεωρεί πλέον σύμβολο του αγώνα για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Οι δάφνες της δόξας όμως δεν είναι ποτέ αρκετές. Το θρυλικό πια θωρηκτό αναλαμβάνει επιχειρήσεις κατά την διάρκεια του Α΄ΠΠ στο Βόρειο Αιγαίο, υπό τις διαταγές του πλοιάρχου Αλέξανδρου Χατζηκυριάκου. Μετά την κατάπαυση του πυρός, τα θωρηκτά Αβέρωφ και Λήμνος, το αντιτορπιλικό “Πάνθηρ” και πλήθος άλλων συμμαχικών πλοίων εισέρχονται στον Κεράτιο κόλπο, στις 13 Νοεμβρίου 1918. Σκοπός είναι η παρακολούθηση της εφαρμογής των ειρηνευτικών όρων. Είναι η πρώτη φορά μετά την άλωση της Πόλης που ελληνικά πολεμικά σκάφη ελλιμενίζονται στην Κωνσταντινούπολη. Στο διάστημα της παραμονής του εκεί, το Αβέρωφ μετείχε σε συνδυασμένες επιχειρήσεις στον Εύξεινο Πόντο κατά των Μπολσεβίκων, βομβαρδίζοντας τα ρωσικά παράλια με την αρωγή αγγλικών και γαλλικών πολεμικών.

Το ελληνικό Εμπορικό Ναυτικό υπέστη βαρύτατες απώλειες εξαιτίας του πολέμου 1914 – 1918. Υπολογίζεται ότι από τα 475 περίπου σκάφη που διέθετε η χώρα μας κατά την έναρξη του πολέμου (ολικής χωρητικότητας 893.650 κόρων) χάθηκαν τα 270 (ολικής χωρητικότητας 290.793 κόρων) -δηλαδή το 68,5% του στόλου. Το ποσοστό αυτό είναι το μεγαλύτερο από κάθε άλλη σύμμαχη χώρα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως οι απώλειες της Μ. Βρετανίας σε εμπορικά πλοία ήταν 43% και της Γαλλίας 33%. Αναμφίβολα, χωρίς την υποστήριξη του Αβέρωφ τα αποτελέσματα θα ήταν για την Ελλάδα τραγικότερα.

Στις αρχές Απριλίου του 1919, το Αβέρωφ απέπλευσε με άλλα συμμαχικά πλοία για την Σμύρνη, προς υποστήριξη της απόβασης του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία. Στις 30 Απριλίου, Μοίρα αποτελούμενη από τέσσερα αντιτορπιλικά με οδηγό το ανιχνευτικό Λέων και τρία ακόμη βρετανικά αντιτορπιλικά μεταφέρουν την 1η Μεραρχία για την κατάληψη της πόλης. Το Αβέρωφ παρακολουθεί τα δρώμενα από το λιμάνι της Σμύρνης και τον Αύγουστο αναχωρεί για την Μάλτα, επειδή χρειαζόταν μηχανικές επισκευές.

Τον Ιούλιο του 1920, το Αβέρωφ έχει ως αποστολή την κάλυψη της απόβασης του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Καλλίπολη και την Ραιδεστό, με τη συνδρομή του θωρηκτού Κιλκίς και άλλων αντιτορπιλικών, υπό τις διαταγές του πλοιάρχου Αγησίλαου Γέροντα. Τότε, με την βοήθεια μιας Μοίρας του βρετανικού στόλου και μιας Μοίρας υδροπλάνων, υποστηρίχτηκε και η απόβαση της Μεραρχίας Σμύρνης στα θρακικά παράλια. Κατά την καταστροφή της Σμύρνης, το 1922, κάλυψε την υποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού στρατεύματος και τον επαναπατρισμό των ελληνικών πληθυσμών.

Στις 10 Ιουλίου του 1925, ανατέθηκε στον γαλλικό οίκο Belleville η κατασκευή 22 νέων λεβήτων ομοίων προς τους αρχικούς, και στις 9 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο επίσης γαλλικός οίκος Forges et Chantiers ανέλαβε αντί 26.400 λιρών Αγγλίας την εγκατάσταση των νέων λεβήτων στα ναυπηγεία της Τουλόν, ενώ παράλληλα προχώρησε σε γενικές επισκευές των μηχανών και του σκάφους, των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων και των πυροβόλων. Αντικαταστάθηκαν οι προβολείς με άλλους νεότερης τεχνολογίας, οπότε τώρα ήταν δυνατός ο χειρισμός τους από την γέφυρα, εγκαταστάθηκαν δύο αντιαεροπορικά πυροβόλα διεύθυνσης βολής και βελτιώθηκαν τα σκοπευτικά συστήματα των κανονιών. Τέλος, αφαιρέθηκαν οι τρεις τορπιλοσωλήνες.

Το Αβέρωφ κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο

Η έναρξη του Β΄ΠΠ βρίσκει το θωρηκτό Αβέρωφ στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας, παροπλισμένο εξαιτίας βλαβών στα στεγανά και τις μηχανές. Αναμφίβολα η τεχνολογία του θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Προκειμένου να προστατευτεί από τορπίλες, έπλευσε προς τον κόλπο της Ελευσίνας μαζί με άλλα σκάφη και δέχτηκε αντιτορπιλικό δίχτυ, ενώ παράλληλα σχεδιαζόταν από το Επιτελείο του Πολεμικού Ναυτικού η αποστολή του στην Αλεξάνδρεια, με την ευκαιρία μιας εγγλέζικης νηοπομπής που θα ξεκινούσε στις 16 Απριλίου 1941. Κι αυτό γιατί οι Γερμανοί μπαίνοντας στον πόλεμο συνέχισαν πιο σθεναρά τους βομβαρδισμούς των ελληνικών λιμανιών και πλοίων.

Τότε σημειώθηκε στάση τού πληρώματος με επικεφαλής τον σημαιοφόρο Ηλιομαρκάκη, εξαιτίας μιας παρεξήγησης: Νόμιζαν ότι το σκάφος εγκαταλείφθηκε στη τύχη του, κι έτσι αποφάσισαν μόνοι τους να το οδηγήσουν στην Αίγυπτο προκειμένου να το διασώσουν από τις γερμανικές βόμβες. Η ενέργεια αυτή θεωρήθηκε από τους ανωτέρους τους πατριωτική και δεν τιμωρήθηκε, ενώ ο Κυβερνήτης του πλοίου πλοίαρχος Βλαχόπουλος το πρόλαβε κοντά στις Φλέβες, το οδήγησε στην Σούδα κι από εκεί στην Αλεξάνδρεια.

Συνολικά, από τις 37 μονάδες που διέθετε το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό τον Οκτώβριο του 1940, οι 20 βυθίστηκαν από τον εχθρό και μόνο οι 17 μπόρεσαν να φτάσουν στην Μ. Ανατολή (210 αξιωματικοί, 493 Υπαξιωματικοί και 2.180 ναύτες), για να ενταχθούν στις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις κάτω από τις διαταγές του Βρετανού Αρχηγού Μεσογείου Α. Κάννιγκαμ.

Το πρώτο διάστημα εκεί το Αβέρωφ πραγματοποίησε περιπολίες στην Ερυθρά Θάλασσα. Αργότερα δεξαμενίστηκε στην Βομβάη των Ινδιών προς επισκευή των βλαβών του. Ταλαιπωρημένο από τα αμέτρητα ναυτικά μίλια και τις συμπλοκές του παρελθόντος, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συνοδευτικό νηοπομπών στον Ινδικό Ωκεανό, μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1942, οπότε αγκυροβόλησε στην Βομβάη. Οι λέβητές του ήταν σε τραγική κατάσταση κι έπρεπε να τους περιποιηθούν. Ταυτόχρονα δοκιμάστηκε η μέθοδος μικτής καύσης ντίζελ – άνθρακα, που ωστόσο δεν απέδωσαν. Στις 23 Νοεμβρίου αγκυροβόλησε στο Port-Said, στην έξοδο της διώρυγας του Σουέζ, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος του πολέμου χρησιμοποιούμενο ως εκπαιδευτικό.

Κατά το πρώτο τρίμηνο του 1944 τα ελληνικά πολεμικά συνέχιζαν την ηρωική τους δράση στη Μεσόγειο, υποστηρίζοντας -μεταξύ άλλων- και τις συμμαχικές δυνάμεις κατά την αποβατική επιχείρηση στο Άντζιο της Ιταλίας. Τον Απρίλιο όμως σημειώθηκε στάση από τους Κομμουνιστές στο στράτευμα της Μέσης Ανατολής, με κέντρο το Αβέρωφ στο Port-Said. Γρήγορα ωστόσο αποκαταστάθηκε η τάξη με την παράδοση των στασιαστών και στις 13 Οκτωβρίου 1944 το θρυλικό θωρηκτό με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Θ. Κουντουριώτη απέπλευσε για τον Πόρο, προκειμένου να παραλάβει τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τα υπόλοιπα μέλη της εξόριστης ελληνικής Κυβέρνησης και να τα φέρει στον Πειραιά.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάιο του 1945, το Αβέρωφ μεταφέρει στην Ρόδο τον αντιβασιλέα – αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό για την προπαρασκευή της επανένωσης των Δωδεκανήσων με την μητέρα πατρίδα, που θα γίνει πραγματικότητα δυο χρόνια μετά, τον Μάιο 1947. Τότε ήταν και η τελευταία φορά που το Αβέρωφ έπλευσε με τις μηχανές του. Το 1952 παροπλίστηκε και από το 1957 έως το 1984 ήταν αγκυροβολημένο μπροστά στο Προγυμναστήριο του Ναυτικού.

Το 1984 μεταφέρθηκε στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά για επισκευές, κατόπιν στο λιμάνι της Ζέας, για να λάβει την τελική θέση του ως Ναυτικό Μουσείο στο Τροκαντερό του Φαλήρου. Από την αριστερή του πλευρά ορθώνεται νηφάλιος και σιωπηλός ο ανδριάντας του Παύλου Κουντουριώτη, με την «μαρμάρινη» ελπίδα να μπορέσει ξανά να σχίσει μαζί του τα ένδοξα γαλανά νερά του Αιγαίου.
_______________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Εγκυκλοπεδικό Λεξικό Ελευθερουδάκης
2. Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων (Εκδοτική Ελλάδος, 1968)
3. Α. Σακελλαρίου: Ένας Ναύαρχος Θυμάται… (έκδ. Γιώτα – Σίγμα Ε.Π.Ε., 1976)
4. Δ. Α. Δροίδης: Βαλκάνια, η Γη της φωτιάς (έκδ. Τζιαμπίρης – Πυραμίδα, 2001)
5. Γ. Π. Καψής: Γενηθήτω Δημοκρατία (έκδ. Νέα Σύνορα, 1972)
6. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών)
7. Θωρηκτό Γ. Αβέρωφ – Ναυτική εκστρατεία 1912 – 1913 (έκδ. Ιστορικής Υπηρεσίας Ναυτικού, 1982)
8. Φυλλάδιο του Ναυτικού Μουσείου Θ/Κ Γ. Αβέρωφ
9. Ναυτική Επιθεώρηση (τεύχος 412, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1981)

 

Το άρθρο Η ιστορία του θρυλικού θωρηκτού Αβέρωφ δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό Παγκόσμια Πολεμική Ιστορία, τεύχος 8, τον Σεπτέμβριο του 2006

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!