Οι ψαράδες

Σε μια μικρή πόλη της δυτικής Νιγηρίας τέσσερα νεαρά αδέλφια -ο μικρότερος είναι εννιά και ο μεγαλύτερος δεκαπέντε- εκμεταλλεύονται την απουσία του πατέρα τους από το σπίτι για να πάνε για ψάρεμα στο απαγορευμένο κοντινό ποτάμι. Εκεί θα συναντήσουν έναν επικίνδυνο τρελό που θα προφητεύσει ότι ο μεγαλύτερος αδελφός θα δολοφονηθεί από ένα από τα αδέλφια του. Αυτή η προφητεία θα σταθεί η αφορμή να διαλυθεί ο ισχυρός δεσμός τους και η αφετηρία μιας αλυσίδας τραγικών γεγονότων σχεδόν μυθικών διαστάσεων.

Μια ιστορία αγάπης, μίσους και εκδίκησης που διαδραματίζεται με φόντο τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Νιγηρία της δεκαετίας του ΄90. Μια συγκλονιστική αφήγηση με τη φωνή του μικρότερου αδελφού, του Μπέντζαμιν, και εξαιρετική χρήση της γλώσσας. Αναφορές στην αφρικανική φύση, στους μύθους και τις δοξασίες της Νιγηρίας, καταγραφή της καθημερινότητας με κύριο άξονα τη σύγκρουση μεταξύ παραδοσιακού και δυτικού τρόπου ζωής, σε ένα έξοχο πρώτο βιβλίο ενός λογοτέχνη που αξιοποιεί με μοντέρνο τρόπο την αφρικάνικη αφηγηματική παράδοση και φαίνεται να έχει μακρά καριέρα μπροστά του.

Διακρίσεις

• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Man Booker
• Στη βραχεία λίστα για τα Βραβεία FT/Oppenheimer
• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Center For Fiction
• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Φεστιβάλ του Εδιμβούργου
• Στη μεγάλη λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα της Guardian

Συμπεριλήφθηκε, μεταξύ άλλων, στις λίστες Best of:

• New York Times (επιλογές των συντακτών)
• American Library Association: Τα πέντε καλύτερα ντεμπούτα της άνοιξης
• Financial Times: τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς

Ο συγγραφέας Chigozie Obioma μιλά για το βιβλίο του

«Το Οι ψαράδες ήταν πρωτίστως μια προσπάθεια να αφηγηθώ την πανανθρώπινη ιστορία των οικογενειακών δεσμών και των όσων συμβαίνουν όταν οι δεσμοί αυτοί διαρρηγνύονται. Αρχικά, προοριζόταν ως ένα είδος φόρου τιμής προς τα αδέρφια μου, ειδικά τους αδερφούς μου — μια επιστολή αγάπης. Προέρχομαι από μια οικογένεια με δώδεκα παιδιά: Επτά αδερφοί και πέντε αδερφές.

Το 2009, ζώντας στην Κύπρο, και νιώθοντας βαθιά νοσταλγία για το σπίτι μου, άρχισα να συλλογίζομαι κάτι που μου είχε πει ο πατέρας μου λίγο καιρό πριν, σχετικά με τη χαρά που του έδινε ο ολοένα και στενότερος δεσμός μεταξύ των δύο μεγαλύτερων αδερφών μου, οι οποίοι, μεγαλώνοντας, είχαν διατηρήσει μια ισχυρή αντιπαλότητα που ενίοτε κατέληγε σε βίαιους καβγάδες. Καθώς άρχισα να συλλογίζομαι ποιο ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να είχε συμβεί την περίοδο εκείνη, στο μυαλό μου σχηματίστηκε η οικογένεια Άγκβου. Κατόπιν έπλασα τον Αμπούλου ως τον καταλύτη της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αδερφών.

Από την άποψη μιας ευρύτερης θεματικής, ήθελα το μυθιστόρημα να σχολιάζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Νιγηρία. Η Νιγηρία, τουλάχιστον για μένα, είναι μια παρανοϊκή ιδέα την οποία συνέλαβε ένας τρελός και την οποία πίστεψαν οι λογικοί — εδώ, τον ρόλο του τρελού προφήτη αναλαμβάνουν οι Βρετανοί, και δέκτες του μηνύματος είναι οι λαοί της Νιγηρίας (τρεις μείζονες φυλές, δίχως το παραμικρό κοινό στοιχείο, συγκατοικούν προκειμένου να σχηματιστεί ένα «έθνος»).

Οι Βρετανοί είχαν εμπλακεί στη διαμάχη για τα αφρικανικά εδάφη, και η περιοχή πέριξ του Ποταμού Νίγηρα στην υποσαχάρια δυτική Αφρική πέρασε στην κατοχή τους. Ήταν κάτι που δεν έγινε από μέρους τους με το συμφέρον των γηγενών πληθυσμών κατά νου∙ απλώς επιθυμούσαν να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους. Το 1960, όταν οι Βρετανοί αποχώρησαν και η Νιγηρία απέκτησε την ανεξαρτησία της, οι λαοί αμέσως διέκριναν τις διαφορές τους και το γεγονός ότι ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν ως έθνος∙ ωστόσο ήταν πια πολύ αργά. Στον Νότο είχε ανακαλυφθεί πετρέλαιο σε ποσότητες ικανές προς εμπορική εκμετάλλευση, γεγονός από το οποίο ωφελούνταν η ενωμένη Νιγηρία.

Ένας από τους πλέον αιματηρούς πολέμους στην ιστορία της Αφρικής άρχισε όταν οι Ίγκμπο (που κατοικούσαν στα νοτιοανατολικά) επιχείρησαν να αποχωρήσουν από την ένωση το 1966, έπειτα από μια εκκαθάριση της φυλής στον Βορρά. Ύστερα από έξι χρόνια ανεξαρτησίας, το έθνος διχάστηκε. Αν το έθνος των Ίγκμπο είχε αποσυρθεί επιτυχώς από τη Νιγηρία, και αν οι άλλες μείζονες φυλές είχαν σχηματίσει ανεξάρτητα έθνη-κράτη, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είχε δώσει τέλος στο αποτυχημένο πολίτευμα που έχει σήμερα η Νιγηρία. Ωστόσο η Βρετανία παρενέβη και πάλι κατά τη διάρκεια του πολέμου, βοηθώντας τη Νιγηρία να κερδίσει, και να ενσωματώσει εκ νέου, το αποσχισμένο έθνος των Ίγκμπο της Μπιάφρας.

Με δεδομένο το ιστορικό αυτό πλαίσιο, επιδίωξα να χρησιμοποιήσω τον Αμπούλου ως μια μεταφορά για την οντότητα εκείνη που διεισδύει στη ζωή των άλλων, δημιουργώντας χάος με τα λόγια της και μόνο, και προκαλώντας πόνο στους ανθρώπους, ενώ η οικογένεια των τεσσάρων αδερφών είναι μια μεταφορά για τις μείζονες φυλές της Νιγηρίας.

Δύο τόποι που συνδέονται με το βιβλίο

Το Άκουρε, μια πολίχνη (πόλη, στην πραγματικότητα, αν και ανατριχιάζω όταν την αποκαλώ έτσι, έχοντας πλέον δει πολλές πραγματικές «πόλεις») της οποίας την ύπαρξη θα ήταν σχεδόν αδύνατον να γνωρίζει κανείς έστω κι αν ήταν εξοικειωμένος με τη Νιγηρία, είναι ο τόπος καταγωγής μου. Στο έδαφός της στάθηκα πρώτη φορά όρθιος, εκεί πρωτόμαθα να τραγουδάω «Ξεσηκωθείτε, Ω πατριώτες» και εκεί, όπως συνειδητοποιώ πια, σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε η σκέψη μου.

Γεννήθηκα λίγους μόλις μήνες μετά την εγκατάσταση της οικογένειάς μου εκεί, και λόγω της ατμόσφαιρας του μέρους αλλά και της επαγγελματικής επιτυχίας του πατέρα μου, κάτι που ήρθε με τη μετάθεσή του στο Άκουρε (αν τύχει να διαβάσετε τους Ψαράδες, θα καταλάβετε γιατί χρησιμοποιώ πλάγιους χαρακτήρες), ονομάστηκα Τσι-γκό-ζι —ένα όνομα-προσευχή, ουσιαστικά, ότι η καινούργια αυτή πολίχνη (συγγνώμη, πόλη) θα έφερνε καλή τύχη στην οικογένεια. Εξού και: Chi (Κύριε/Θεέ) go (ευλόγησον) zie-anyi (ημάς).

Η οικογένειά μου πέτυχε πολλά σ’ αυτή την πόλη, πιστεύω∙ ωστόσο δεν θα μιλήσω για όλα αυτά τώρα. Επιστρέφω στην οικογένεια Άγκβου, από τους Ψαράδες. Η πόλη, όπως ο Μπέντζαμιν τη σχεδιάζει στο βιβλίο, αποτελεί ουσιαστικά το σκηνικό του μυθιστορήματος — από την αρχή ως το τέλος. Η οικογένεια ζει εκεί, σε ένα σπίτι παρόμοιο με αυτό στο οποίο μεγάλωσα, και ψαρεύει σε ένα γειτονικό ποτάμι, σαν εκείνο όπου ψάρευα κάποτε και εγώ! Ωστόσο η δική μας εκδοχή του Άκουρε ήταν ελαφρώς διαφορετική, ως προς το ότι δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας τρελός που να προφητεύει, έστω και αν εγώ πέρασα την παιδική μου ηλικία ευχόμενος να συμβούν πολλά και διάφορα μεταφυσικά πράγματα.

Η Κύπρος, ο πιο αιώνιος απ’ όλους τους θνητούς τόπους∙ το οργιαστικό αυτό νησί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη, αναδυόμενη από τον αφρό της θάλασσας της Μεσογείου. Μιας θάλασσας που, μετριοπαθώς μιλώντας, είναι αδιανόητα όμορφη. Εξωτικά γαλάζια, εξόχως ζεστή: ένα θραύσμα από την αδιάσπαστη ομορφιά της γης. Στο νησί αυτό βρήκα τον εαυτό μου το 2007, μακριά, τόσο μακριά από την πατρίδα∙ εκεί συνέλαβα πρώτη φορά το όραμα των Ψαράδων που αφηγήθηκα πρωτύτερα.

Δύο αγαπημένα στοιχεία του βιβλίου

Στην ενηλικίωση: ένα όνειρο ματαιωμένο ή λεηλατημένο. Μπορεί να γίνει επώδυνο να αντικρίζεις το παρόν, που ήταν κάποτε —στην παιδική μας ηλικία— ένα μακρινό μέλλον, σαν το μέλλον που ο εννιάχρονος Μπέντζαμιν, ο αφηγητής, περιγράφει στο μυθιστόρημα. Στο παρόν, οι περισσότεροι από μας δεν είμαστε αυτό που ονειρευτήκαμε να γίνουμε. Κι όμως, δεν μπορώ παρά να θυμάμαι, και συχνά να επιστρέφω στη στιγμή που όλα αυτά ήταν μόνο ένα όνειρο, τότε που ο κόσμος βρισκόταν στις άκρες των δαχτύλων μας και τα πάντα μπορούσαν να επιτευχθούν στο τοπίο της γόνιμης φαντασίας μας.

Ο Μπέντζαμιν τα συλλογίζεται κάπως έτσι όλα αυτά, αρκετά νωρίς στο βιβλίο: Το μόνο που μετρούσε ήταν το παρόν και το ορατό μέλλον. Συνήθως, αναλαμπές του μέλλοντος έρχονταν σαν ατμομηχανή που πάταγε σε ράγες ελπίδας, με μαύρο κάρβουνο στην καρδιά της και μ’ ένα ηχηρό ελεφαντίσιο σφύριγμα. Κάποιες φορές, οι αναλαμπές αυτές ερχόντουσαν μέσα από όνειρα ή από πτήσεις φανταστικών σκέψεων που ψιθύριζαν στο κεφάλι σου –θα γίνω πιλότος, ή πρόεδρος της Νιγηρίας, θα είμαι πλούσιος, θα έχω ελικόπτερα–, γιατί το μέλλον ήταν όπως το πλάθαμε εμείς. Ήταν ένας λευκός καμβάς, και πάνω του μπορούσες να φανταστείς ό,τι ήθελες.

Αμπούλου, ο τρελός που έβλεπε οράματα. Αυτός, και όσοι του μοιάζουν, είναι ένας από τους λόγους που έγραψα τούτο το βιβλίο. Απ’ άκρη σ’ άκρη της Δυτικής Αφρικής, άνθρωποι ρημαγμένοι όπως αυτός περιφέρονται ελεύθερα στους δρόμους, και τρέφονται σαν αδέσποτα σκυλιά. Πολλοί χτυπιούνται από αυτοκίνητα, όπως τα ζώα, και πεθαίνουν στον δρόμο σαν αυτά.

Η ιστορία του Αμπούλου, αν τα καταφέρει, θα μου προσφέρει την πλατφόρμα ώστε να ξεκινήσω μια δημόσια εκστρατεία με σκοπό οι άνθρωποι αυτοί να φύγουν από τους δρόμους και να στεγαστούν σε μέρη όπου θα έχουν τη φροντίδα που δικαιούνται. Μια ομάδα φίλοι μου έχουν ήδη ξεκινήσει μια εκστρατεία στο Tumblr, και καλούν όποιον βλέπει ανθρώπους σ’ αυτή την κατάσταση σε οποιονδήποτε δρόμο της Δυτικής Αφρικής να παίρνει φωτογραφίες και να τις στέλνει εκεί, ώστε οι εικόνες που θα συγκεντρωθούν να είναι όσο το δυνατόν περισσότερες, και τα δεινά των ανθρώπων αυτών να έρθουν στο φως».

ISBN 9786180300772, έκδοση 2015

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Chigozie Obioma γεννήθηκε το 1986 στο Άκουρε της Νιγηρίας.Chigozie Obioma

Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως τα Virginia Quarterly Review και New Madrid. Το φθινόπωρο του 2012 έλαβε υποτροφία για την παραμονή του στον «καλλιτεχνικό ξενώνα» Ledig House, στη Νέα Υόρκη.

Έχει ζήσει στη Νιγηρία, την Κύπρο και την Τουρκία και αυτή την περίοδο διαμένει στις ΗΠΑ όπου ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στη δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν.

Το Οι ψαράδες είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Η σελίδα του συγγραφέα στο facebook: www.facebook.com
Ο λογαριασμός του στο twitter: twitter.com/chigozieobioma
Το σάιτ του: www.chigozieobioma.com

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!