Η τριλογία της λιτότητας

«Ο Γιώργος Μανιώτης είναι Δραματουργός με Δέλτα κεφαλαίο. Ενεργός εδώ και τέσσερις δεκαετίες, λαϊκός και αστός εκ πεποιθήσεως, δημοφιλής αλλά και αποστασιοποιημένος από τα φώτα της ράμπας, είναι ένας γνήσιος παρατηρητής-μάρτυρας των μετασχηματισμών που υφίσταται η ελληνική κοινωνία τα τελευταία πενήντα χρόνια, περνώντας από την αγροτοκτηνοτροφική λιτότητα στην τουριστική ανάπτυξη, στην προσωρινή απόλαυση της ψευδαισθητικής και παραισθητικής «Κοινωνίας της Αφθονίας» για να βρεθεί να κινδυνεύει σήμερα με την απειλή της εξόδου από τον Κήπο της Εδέμ, με την Μέρκελ σε ρόλο παντοδύναμου δημιουργού και τον Σόιμπλε σε ρόλο …κατηραμένου όφι. Αστειεύομαι.

Αυτές τις παρομοιώσεις δεν τις δανείζομαι από τα κείμενα του Μανιώτη που έρχονται τώρα στο φως και θα μείνουν για πάντα. Γιατί εκεί είναι η θέση τους κι αυτό τους αρμόζει. Στο Μεταξύ αστείου και σοβαρού δύο ετεροθαλή αδέλφια βιώνουν τη συνήθη υπαρξιακή αγωνία μέσα στην Κρίση, που μοιάζει ακήρυχτος πόλεμος. Ο χειρότερος απ’ όλους. Ο καταστροφικός. Ο ανελέητος εχθρός είναι ανίκητος, αφού είναι αόρατος. Ελλοχεύει μέσα μας και μας σπάει το ηθικό. Χειρότερος από τον ιό του aids, του έμπολα, της μεσαιωνικής πανούκλας. Ο σύγχρονος τεχνολογικός μεσαίωνας απαιτεί φρέσκο αίμα θυμάτων, περισσότερο κι από τις πρωτόγονες εξαγνιστικές ανθρωποθυσίες. Οι άνεργοι βιώνουν την απαξίωση και μετά πέφτουν αναγκαστικά κι αναπόδραστα στην αυτολύπηση, στην αυτοτιμωρία, στην αυτοεξόντωση.

Η ολοκληρωτική αυτοκαταστροφή δεν θ’ αργήσει να έρθει. Ανάλογα με την «φύσιν» τους θα στραφούν στην επαιτεία, στην πορνεία ή στα ναρκωτικά (αν είναι αγαθοί), ή σε πλέον τρομοκρατικές, κακόβουλες και ποινικώς κολάσιμες πράξεις αν έχουν «φύσιν κακήν», σαν το σκορπιό στο μύθο του Αισώπου.

Εδώ ο λόγος του Μανιώτη είναι ελλειπτικός κι υπερ-αναλυτικός ταυτόχρονα. Δεν αφήνονται περιθώρια για παρεξηγήσεις κι υπεκφυγές. Τα πράγματα είναι μόνον έτσι κι όχι αλλιώς. Μαχητικό, στρατευμένο θέατρο. Απλά πολιτικά νοήματα, χωρίς προτάσεις. Ο καλός θεατρικός συγγραφέας παρατηρεί και καταγραφεί, δεν αυτενεργεί, δεν παίρνει πρωτοβουλίες, δεν σπέρνει καινά δαιμόνια, δεν εξωθεί τους ανθρώπους σε επαναστατικές πράξεις. Από αυτή την άποψη είναι λυρικά αστικός και παθητικά φιλοσοφημένος. Στωικός κι επικούρειος ο ίδιος, βλέπει από διαφορετική σκοπιά τον χαμένο παράδεισο και τα προδομένα όνειρα της τυποποιημένης μικρο-μεσο-αστικής ευτυχίας. Η παρωδία λειτουργεί υποδόρια. Στην επιφάνεια πρόκειται για ένα αστικό δράμα, μελόδραμα ή νεορεαλιστικό σενάριο, έστω…

Ο ίδιος όμως επιλέγει να προδώσει και να καθορίσει ήδη από τον τίτλο τη σατιρική του διάθεση, όπως ο ιατροφιλόσοφος Τσέχωφ, που χαρακτηρίζει τα βαρύγδουπα, πεισιθάνατα δράματά του «κωμωδίες». Και δεν είναι αυτό αποτέλεσμα παρανοήσεως, βεβαίως. Είναι μια σκόπιμη κι ηθελημένη αισθητική πρόταση. Η Ζωή ως κωμωδία, ο Βίος ως ειρωνεία, ο Κόσμος ως Θέατρο, Καθαρτήριο και Κόλαση μόνον εδώ, ο Παράδεισος αναβάλλεται για μετά, εις το Επέκεινα. Το Γλέντι σκιαγραφεί την απόλυτη, καθολική, πολύπλευρη ήττα. Συνθηκολόγηση άνευ όρων. Οικογενειακή συνάντηση όπου ζωντανοί κι αποθαμένοι μετράνε τις πληγές, τις απώλειες και τις προδοσίες του βίου τους. Σαν δημοτική παραλογή που δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στις διαστάσεις κι η μόνη διαφορά του Κάτω Κόσμου με τον Πάνω είναι ότι εκεί δεν βλέπουν το φως του ήλιου και κυκλοφορούν σαν σκιές.

Η αρχαία ελληνική αντίληψη για το θάνατο δίνει στο έργο αυτό του Μανιώτη μια περισσότερο ρεαλιστική και λιγότερο μελοδραματική χροιά. Όλα είναι εδώ τώρα. Ό,τι συνέβη μια φορά συνεχίζεται για πάντα. Και το τέλος είναι μόνο η αρχή. Οι προσωκρατικοί στήνουν χορό σε αυτό το δραματικό «Γλέντι» κι ο Ηράκλειτος θα συμφωνούσε με την κυκλική αίσθηση του χρόνου που αναπτύσσει θεατρικά ο ταλαντούχος, μακρόθυμος κι ανθεκτικός νεοέλληνας συγγραφέας.

Η αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού αλλά και του φιλελεύθερου καπιταλισμού να εξασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για το σύνολο των πολιτών δίνει τροφή στον δραματουργό να ανιχνεύσει τα υπαρξιακά όρια και τις ψυχοσωματικές αντοχές του κοινού, μέσου ανθρώπου, που δεν έχει εξαιρετικά ταλέντα και ειδικές ικανότητες. Προσπαθεί απλώς να επιβιώσει όπως-όπως στις δύσκολες συνθήκες των κηρυγμένων κι ακήρυχτων πολέμων που ζήσαμε και ζούμε τα τελευταία εκατό χρόνια.

Η «μεταφυσική» αντίληψη του Πολέμου ως σκουπιδιάρικου που περνάει τακτικά για να καθαρίσει το τοπίο από τις περισσευούμενες σάρκες και το συνωμοσιολογικό σενάριο ότι Κάποιοι (ισχυροί και πάμπλουτοι) καθορίζουν τις τύχες των απλών ανθρώπων δίνουν τροφή στη λαϊκή συνείδηση να πλάσει τους καινούργιους «αστικούς μύθους», συναγωνιζόμενη τη δημιουργική φαντασία ενός Όργουελ ή ενός Κάφκα. Στην πραγματικότητα, ο Μανιώτης ειρωνεύεται και σαρκάζει διακριτικά κι αυτή τη φυγή στο χώρο του φαντασιακού, αφού τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά ούτε σχηματικά, αλλά το πρόβλημα είναι στην ανθρώπινη φύση, η οποία αρνείται πεισματικά να εξελιχθεί και να εγκαταλείψει τα προϊστορικά σπήλαια, στα οποία παραδέρνει εγκλωβισμένη κι επιμένει στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, λες και δεν είμαστε όλοι τέκνα του ιδίου θεού. Και το ανατολικό μπλοκ και η πολυδιαφημισμένη «Κοινωνία της Αφθονίας» κατέρρευσε γιατί αυτοί που κυβερνούν δεν είναι άγιοι, γιατί αυτός που «έχει το μαχαίρι έχει και το πεπόνι». Αυτή είναι η αιτία του κακού, σύμφωνα με τα γραφόμενα από το Γιώργο Μανιώτη κι όσο αυτό δεν αλλάζει η Ιστορία θα επαναλαμβάνεται κι η Καταστροφή θα ανακυκλώνεται περιοδικώς.

Στο δεύτερο αυτό έργο της τριλογίας η σύμβασης αμοιβαίας συνύπαρξης κι ισότιμης επικοινωνίας ζωντανών και πεθαμένων δίνει στον συνήθη οξύ ρεαλιστικό λόγο του συγγραφέα μία αχλύ μαγικού ρεαλισμού, που υπονομεύεται όμως από το βιτριολικό χιούμορ και τις καυστικές ατάκες, που εκσφενδονίζονται ως βέλη και σφαίρες σε παιχνίδι με κλέφτες κι αστυνόμους. Μόνο που τα πράγματα δεν είναι εδώ τόσο σχηματικά, δεν υπάρχουν αθώοι κι ένοχοι, είναι όλοι θύματα που συνυπάρχουν στην ίδια αρένα και το μόνο που τους μένει να μάθουν είναι να ανέχονται τους άλλους, ακόμα κι όταν δεν συμφωνούν οι απόψεις τους.

Όταν το μάθουν αυτό ομονοούν και τότε επέρχεται η πολυπόθητη γαλήνη και ηρεμία της «ζωής εν τάφω», είτε κάτω από το χώμα είτε πάνω. Πεσσιμιστική μελαγχολία μετά πολλά κραδασμών γέλωτος κι επαίνων για το θράσος κάποιων ανθρώπων να επιβιώνουν σε πείσμα των καιρών και σε αντίστιξη με την πρόωρη αποχώρηση των αδύναμων από τη σκηνή του κόσμου. Αυτή η μεσαιωνική αντίληψη για τη θεατρική λειτουργικότητα του βίου και της ζωής ως παράστασης στοιχειώνει και ζωογονεί την έμπνευση του Γιώργου Μανιώτη και σε αυτό το ευσύνοπτο, λακωνικό και ψυχαγωγικό έργο του. Παρά το έρεβος που το διακρίνει, ναι, το γράφω μετά λόγου γνώσεως, μπορεί να παιχτεί αυτό το κείμενο και ως κωμωδία.

Οι Ανάγκες του Γιώργου Μανιώτη είναι σαν τη «Μάνα Κουράγιο» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Σκληροί άνθρωποι, με μόνη τους έγνοια την επιβίωση άνευ όρων κι άνευ ορίων. Οι καλοί αυτοκτονούν ή αποσύρονται στη σιωπή. Οι άλλοι, οι απελπισμένοι, εκπορνεύονται, τα δίνουν όλα, αγανακτούν, επαναστατούν συμβιβαζόμενοι προκειμένου να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση του ελέγχου, ενώ είναι σαφές ότι η ζωή τούς προδίδει κι η πραγματικότητα τούς υπερβαίνει, αυτοί σαν τους ήρωες του Γκόρκι, σαν τους «Μικροαστούς» του, κινούνται στο «Βυθό» μιας κατάστασης που μοιάζει μ’ εφιάλτη αρρωστημένου μυαλού παρά με ευνομούμενη πολιτεία. Ο ουμανισμός απουσιάζει από αυτό το έργο του Μανιώτη.

Κάτι ψήγματα ή πινελιές ανθρωπισμού καταδεικνύουν απλώς το έρεβος που κινούνται οι ασυνείδητοι άνθρωποι, αφού έχουν απολέσει κάθε αυτοεκτίμηση κι ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όλα είναι χρήμα κι επιβίωση, ακόμα και τρώγοντας ληγμένα σκουπίδια, ακόμα και πατώντας επί πτωμάτων (για κάποιους από αυτούς, τους πλέον οργισμένους, τους αδίστακτους). Η έλλειψη αληθούς δημιουργικότητας, η απουσία θετικής ενέργειας κι αισιόδοξης στάσης ζωής, το ξεκρέμασμα και το ξεφτίλισμα – εν τέλει – των ιδανικών, όπως τα συμβολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο, που επανέρχεται ως leit-motiv σε αυτή την «Τριλογία της Λιτότητας» του Γιώργου Μανιώτη… αυτό είναι ακριβώς το πρόβλημα, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτισμικό, όπως εκδηλώνεται επιφανειακώς ως οικονομικό: η απουσία ανθρώπων, ηγετών, οραματιστών, διορατικών, που μπορούν να παρασύρουν τη νεολαία σε δημιουργικό παροξυσμό και να τη βγάλουν από το αυτοκαταστροφικό της παραλήρημα. Το υγιές Ερωτικό Ένστικτο, που εξασφαλίζει τη φιλόδοξη επικοινωνία με τα άλλα όντα, συνέχει – σύμφωνα με τους Ορφικούς – το Σύμπαν κι εξασφαλίζει τη διαρκή ανανέωση των μορφών.

Όταν αυτό το ζωοποιό, δημιουργικό ένστικτο συμπιεστεί, καταθλιφτεί, ακυρωθεί τότε μετατρέπεται σε πανίσχυρο όπλο Καταστροφής και Θανάτου. Η μάννα, πιεσμένη από τις βιοποριστικές «Ανάγκες», πιέζει την κόρη να ρίξει τον καρπό του έρωτά της με τον συνομήλικο ιδεολόγο νεαρό. Το αποτέλεσμα; Μετατρέπονται κι οι δύο σε πόρνους, σε αδίστακτα τέρατα, που διψάνε για αίμα, για χρήμα κι εξουσία, πάνω σε άλλα ταλαίπωρα, καταπιεσμένα κι έντρομα ανθρώπινα όντα. Ο ώριμος πλέον θεατρικός συγγραφέας Γιώργος Μανιώτης βλέπει την ανθρώπινη κατάσταση πανοραμικά κι απέξω, δεν κρίνει, όχι για να μην κριθεί, γιατί – απλώς – όλο αυτό είναι μάταιο. Όταν οι άνθρωποι ζουν στην Κόλαση, είναι περιττό για το συγγραφέα, τον αναγνώστη ή τον θεατή, να τους καταδικάσει. Εκτίουν ήδη την ποινή τους. Μια ποινή δυσανάλογη για το αμάρτημά τους: την κοντόφθαλμη αδιαφορία, τη σιωπή, την απουσία της δημιουργικής φιλοδοξίας, της επωφελούς για όλους κερδοφορίας, της καλλιέργειας των δυνατοτήτων της Γης και των δυνατοτήτων του Ανθρώπου.

Για το μόνο που αλληλοκατηγορούνται οι ήρωες του Μανιώτη είναι ο κοντόφθαλμος μικροαστισμός τους. Είναι συνυπεύθυνοι για τη σιωπή απέναντι στα σκάνδαλα που τάραξαν την μεταπολιτευτική Ελλάδα, γιατί απλώς κοίταξαν μόνο τον εαυτό τους, νοιάστηκαν αποκλειστικά για το τομάρι τους, ήταν «παρτάκηδες», μόνο που όταν ήρθαν τα πάνω-κάτω και κατάρρευσε το σαθρό εποικοδόμημα της παραισθητικής ευτυχίας τους, τότε ήταν αργά πια να νοιαστούν για κάτι έξω από την πάρτη τους. Και τότε έπεσαν – ώριμη λεία, σάπια κρέατα, διεφθαρμένες συνειδήσεις – στην κρεατομηχανή της Ιστορίας και τους άλεσε. Μόνον έλεον και φόβον μπορεί να μας προκαλέσει αυτή η σύγχρονη τραγωδία διά χειρός Γιώργου Μανιώτη.

«Μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά». Κι αυτός ο αρχετυπικός φόβος της πυρκαγιάς, της ανεξέλεγκτης φωτιάς που καταστρέφει το δάσος και κατακαίει τις φωλιές των ωδικών πτηνών, που ξυπνάνε μόνον όταν το λιγοστό νερό από τα πυροσβεστικά ελικόπτερα τα καταβρέξει, αυτό το μιμητικό ένστικτο του ανθρώπου της αγέλης, που δεν έχει μάθει να αγωνίζεται για Ελευθερία, Ισότητα και Δικαιοσύνη, είναι ικανό να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες καταστροφές. Κι όσοι γλιτώσουν από τους κυνηγούς, θα γίνουν θήραμα του Φόβου και θα πεθάνουν ανυπεράσπιστοι. Καθόλου ευοίωνο μέλλον, αλλά εξόχως πιθανόν, αν δεν αντιδράσουμε όλοι, αν δεν κάνουμε λάβαρο και σημαία μας την Αγάπη, την Αλληλεγγύη, τη Μόρφωση, την αληθινή Επικοινωνία.

Αυτά υπονοούνται και υποφώσκουν σε αυτά τα «μαύρα» κείμενα του Μανιώτη. Διδάσκει από σκηνής δια της ομοιοπαθητικής τέχνης. Τραβάει το σκοινί μέχρι να σπάσει προκειμένου να μας προφυλάξει από χειρότερα ατοπήματα και δυσχερέστερα δεινά. Σε θέση σατιρικού δράματος της τριλογίας, Το Δέντρο απηχεί το ματαιωμένο «νεοελληνικό μεταπολιτευτικό όνειρο», κακό αντίγραφο του «αμερικάνικου ονείρου» μέσα από το κατεξοχήν σύμβολο της ψευδεπίγραφης Αγάπης στην καταναλωτική «Κοινωνία της Αφθονία», που μυρίζει αίμα και καμένες σάρκες. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι τα συνήθη θύματα, αλλά και οι θύτες που αποτελούν τροφή στην κιμαδομηχανή της Ιστορίας.

Οι πρώην «φύλακες» (καφκικά οργουελικού τύπου) καταλήγουν άστεγοι, μαζεύουν ξεραμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα από τα σκουπίδια, σπασμένα στολίδια, μπιμπλό, μεταλλικές οικιακές συσκευές που περιέπεσαν σε αχρησία, πιάτα, πιατέλες και μαχαιροπήρουνα που κατέστησαν άχρηστα, αφού τέλειωσαν τα …κοψίδια, της χθεσινής γιορτής, που φάνταζε νοικοκυρεμένη και «οικονομική» κι όλοι φανταζόντουσαν – αφελώς – πως θα διαρκούσε παντοτινά. Μόνο που οι μυλόπετρες της Ιστορίας μας επεφύλαξαν αυτή τη φορά έναν τρομακτικότερο Ψυχολογικό Πόλεμο και πέφτουν, άλλοι από τα μπαλκόνια, άλλοι πέφτουν στις γραμμές του τραίνου, διασχίζουν τις γραμμές του τραμ, στουκάρουν σε νταλίκες και λεωφορεία, περιφέρονται σαν τρελοί μιλώντας μόνοι τους χωρίς ακουστικό κινητού τηλεφώνου στο αυτί… Αν επιζήσουμε κι αν υπάρχει ακόμα πολιτισμός πάνω στη γη, θα θυμόμαστε αυτή την Καταστροφή σαν τη χειρότερη απ’ όλες.

Η Βιβλική Αποκάλυψη θα ωχριά μπροστά της και τα απομεινάρια του ανθρώπινου είδους θα τραγουδάνε μέσα από τα κουρέλια τους στη γλώσσα των ομηρικών Σειρήνων. Αυτή τη γλώσσα αναπλάθει ο δεινός δραματουργός Γιώργος Μανιώτης. Σκληρός λόγος, κοφτερός κι ανελέητος σαν καλογυαλισμένο ξυράφι, κατεδαφίζει τις τελευταίες ενοχές κι επιφυλάξεις μας, αίρων τις αμαρτίες του Συλλογικού Ασυνείδητου, στο πρόσωπο ενός νεόπτωχου άστεγου που συνειδητοποιεί την κατάντια του και στοχοποιεί τους πραγματικούς ενόχους. Παρ’ όλη την επεξηγηματική πληθωρικότητα του λόγου, το πρόσωπο είναι στυγνό, σχεδόν δωρικό, σα να ξέφυγε από αισχύλεια τραγωδία με τα ράκη από τους ευριπίδειους ήρωες…

Κατά τη γνώμη μου ένας ταιριαστός υπότιτλος θα ήταν Το τέλος των Χριστουγέννων» – Κωνσταντίνος Μπούρας

ISBN 9789606040054, έκδοση 2015

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Γιώργος Μανιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951.

Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Έχει γράψει, εκτός από πεζά λογοτεχνικά έργα, πολλά θεατρικά τα οποία έχουν παρουσιαστεί επανειλημμένως σε σκηνές της Αθήνας.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!