Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων (κριτική)

[γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας]

«Η Πόλη «αλλιώς». Όπως την ένιωσα περπατώντας επίμονα στα σοκάκια, στις καινούργιες λεωφόρους, στους μπαχτσέδες και στις όχθες του Κεράτιου αλλά και του Βοσπόρου. Ψελλίζοντας τα τούρκικα με λάθη που με παρασέρνουν σε περιπέτειες, φανερώνοντας την ασέβεια της ευσεβούς φήμης της, την ανάγκη της σιωπής μέσα στο πολύχρωμο και πολύβουο παρόν της, τη νοσταλγία των αληθινών της φόβων που οργάνωσαν το μεγαλείο της.

Πολλές φορές ταξίδεψα στην Κωνσταντινούπολη – Πόλη – Ιστανμπούλ. Όμως εκείνη τη φορά, που αφέθηκα στην φιλόξενη αμετροέπεια ενός θεότρελου Τούρκου φίλου, έμαθα κι άλλα. Και για την πόλη -που υποτίθεται ότι γνώριζα καλά, σαν αυτονομημένος περιπατητής- και για μένα τον ίδιο, φωτισμένο από σκιές που καθορίζουν το μυστήριό της. Αυτά έγραψα εδώ…»

Γιάννης Ξανθούλης

Αυτά μας λέει ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο της προσεγμένης έκδοσης, ξεδιπλώνοντας έναν πράγματι πλούσιο και ευαίσθητο στα εξωτερικά ερεθίσματα ψυχικό κόσμο.

Η αλήθεια είναι ότι διαβάζοντας ένα βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, ποτέ δεν αισθάνομαι αυτάρκης, ώστε να κρίνω το μεγαλείο της απλότητάς του -πόσο μάλλον να εκπονήσω ένα άρτιο και αληθοφανές ψυχογράφημά του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, μπορώ μόνο να σας μιλήσω για τα συναισθήματα που ένιωσα διαβάζοντας τούτο το βιβλίο του: νοσταλγία (για κάτι που δεν γνώρισα ποτέ μου), περηφάνια (για ό,τι δεν υπήρξε ποτέ κτήμα μου) και ταύτιση (ή, καλύτερα, σύμπνοια προς την πρόσφατη ιστορία της «Βασιλεύουσας»).

Κι όμως, σε τούτο το αριστουργηματικά απλά δοσμένο κείμενο (όπως, άλλωστε, και στην περίπτωση του «Το πεθαμένο λικέρ» ή του νεότερου «Ο θείος Τάκης»), ο αναγνώστης του Ξανθούλη ούτε συμπάσχει, ούτε αγωνιά, ούτε και αναλώνεται. Ακολουθεί κατά πόδας τον αφηγητή (σε πρώτο πρόσωπο) στις πραγματικές και νοητές περιπλανήσεις του και μπαινοβγαίνει μαζί του στο παρελθόν από τα παραθυράκια της ένδοξης ιστορίας και τις μεγαλοπρεπείς πύλες της θλιβερής καθημερινότητας κατά τρόπο μοναδικά ασφαλή: ο Ξανθούλης ξέρει να σε προβληματίζει ευχάριστα, αλλά και να σε στριμώχνει ανώδυνα, έτσι όπως μόνο οι αξιόλογες σύγχρονες «γραφίδες» το μπορούν.

Εδώ, σε ό,τι συμβολίζει η Κωνσταντινούπολη για εμάς τους Έλληνες, ο Ξανθούλης ρίχνει μια ματιά γήινη, προσγειωμένη, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να παρασυρθεί. Έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η δόξα -αργά ή γρήγορα- συνθηκολογεί με την ταπεινότητα και τον ευτελισμό μιας αναπόφευκτης παρακμής, εκλαϊκεύει με τον πλέον ανεπαίσθητο και διακριτικό τρόπο το μεγαλείο της ανθρώπινης δημιουργίας: αυτό που μέχρι εχθές θεωρείτο ιδανικό -και, ως τέτοιο, μπορεί να αποτελούσε το καμάρι της οικουμένης αλλά γινόταν και «ακίδα» στο ζηλόφθονο μάτι των άλλων- σήμερα «καγχάζει» σαν ξεπεσμένος αριστοκράτης μιας (πρόωρα;) αναθεωρημένης θεωρίας περί… ευγονικής. Στο σημείο αυτό συνίσταται η τραγικότητα, και συνάμα η γλυκιά μαγεία και το μυστήριο, που αποπνέει στις μέρες μας η Βασιλεύουσα.

Το πέρασμα από την μια κατάσταση στην άλλη επιχειρείται από τον συγγραφέα κινηματογραφικά. Είναι σύντομο και ανάλαφρο, βιαστικό αλλά όχι επιπόλαιο –κάτι σαν πατημασιά γατόπαρδου, που στην περίπτωση αυτή το «ίχνος» της στο έδαφος της ανάγνωσης είναι βαθύ κι ανεξίτηλο. Στο «ταξίδι» αυτό ο συγγραφέας δεν επιμένει σε εξαντλητικές «στάσεις», ο «συρμός» του είναι ταχύς και ο λόγος του μεστός και αφαιρετικός. Σου επιτρέπει να νιώσεις, να βιώσεις, ίσως και να αναπολήσεις κάτι σε εσένα άγνωστο ή, έστω, αποσπασματικά γνώριμο.

Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους: χωρίς να έχεις επισκεφθεί την αλλοτινή πρωτεύουσα των Βυζαντινών, ακόμη κι αν οι ιστορικές σου γνώσεις ή η μνήμη σε προδίδουν, η Κωνσταντινούπολη και ο κόσμος της αποκτούν μιαν οικειότητα προς εσένα που γίνεται αισθητή από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου. Η Πόλη και οι άνθρωποί της αυτό το πολύβουο και πολύχρωμο πλήθος με το έντονο ταπεραμέντο του Ανατολίτη και την αταίριαστη ευρωπαϊκή χροιά- σου ξεδιπλώνουν έναν κόσμο παράταιρο, οι ρίζες του οποίου μπορούν να αναζητηθούν στο άπειρο βάθος του ιστορικού χρόνου. Η ζωή, ωστόσο, δεν είναι για όλους απλόχερη: δίπλα στην πολυτέλεια και την σπατάλη της ομορφιάς, μια εξόφθαλμη φτώχεια ξεδιπλώνει την θλιβερή της πραμάτεια. Παιδιά ξεπαπούτσωτα, βλέμματα πεινασμένα, ρούχα κουρέλια και κορμιά ασθενικά. Τελικά, ναι, ο άνθρωπος είναι η ιστορία του…

Αξίζει όχι μόνο την προσοχή μας αυτό το βιβλίο, μα κυριολεκτικά την λατρεία μας! Γραφή λιτή και απέριττη, ύφος «ντόμπρο», που ως συλλογισμός δεν στερείται βάθους, αφού συνδυάζει δύο από τις χαρακτηριστικές «αγάπες» του δημιουργού: από την μια να σε αφήνει ελεύθερο να καταλήξεις σε συμπεράσματα, κι από την άλλη να σε «εκθέτει», ισχυριζόμενος ότι το μόνο βέβαιο είναι πως δεν υπάρχουν συμπεράσματα –μόνο ερεθίσματα σκέψης.

Με λίγα λόγια, δεν υφίσταται προορισμός, μονάχα ταξίδι…

Διαβάστε επίσης: Κωνσταντινούπολη των ασεβών μου φόβων

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!