Κώστας Λυμπουρής: Τελικά η Λογοτεχνία κέρδισε την Ιστορία

[ συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Γλυκομίλητος, νηφάλιος και λιτός, ο Κώστας Λυμπουρής «επιστρέφει» στα εκδοτικά δρώμενα «με μια τίμια ματιά έναντι της Ιστορίας» όπως ο ίδιος λέει. Το Επιβάτες φορτηγών, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πάπυρος, αναφέρεται στο δράμα της Κύπρου και δεν αποσκοπεί στην καταγραφή της αλήθειας κατά τρόμο καταγγελτικό, αλλά στην απόδοσή της ανθρώπινα, τιμώντας το αίμα των αθώων.

Το superiorbooks.gr συνομίλησε μαζί του για όλα αυτά που οι παλαιότεροι καλά ξέρουν μα σπάνια θυμούνται, για όσα οι νεότεροι αγνοούν.Κώστας Λυμπουρής

Η «πληγή» του Κυπριακού παραμένει, σχεδόν 43 χρόνια μετά τους δύο «Αττίλες» που διχοτόμησαν την Κύπρο, ανοικτή. Το «ναυάγιο» των προσφάτων διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών προς επίλυση του ζητήματος και οι αδιάλειπτες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο αλλά και την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας… Ωστόσο, ο λόγος σας στο Επιβάτες φορτηγών είναι ακραιφνώς ήπιος και κατευναστικός. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που έζησε τα γεγονότα τού ՚74 να διατηρεί μια τόσο αξιοθαύμαστη νηφαλιότητα, όταν οι μνήμες για τα εγκλήματα των εισβολέων είναι ακόμη νωπές και το αίμα των αθώων παραμένει «αδικαίωτο»;

Όντως, το «ναυάγιο» των πρόσφατων συνομιλιών για επίλυση του Κυπριακού, αλλά και η εν γένει συμπεριφορά τής Τουρκίας, συνιστούν άλλη μια απογοητευτική εξέλιξη. Αυτήν την φορά, μάλιστα, θα έλεγα ότι η απογοήτευση είναι ακόμα μεγαλύτερη, αφού η τελευταία προσπάθεια για μια λύση στο χρονίζον αυτό πρόβλημα ήταν και η πιο σημαντική, η πλέον ελπιδοφόρα. Ο δικός μου λόγος, βέβαια, δεν έχει να κάνει με τις πρόσφατες αυτές εξελίξεις. Ωστόσο, όπως θα έχετε διαπιστώσει από το βιβλίο μου, προσπάθειά μου είναι να δώσω την αίσθηση της κατοχής, μιας χαίνουσας πληγής στο κορμί της Κύπρου, εδώ και 43 χρόνια.

Ως πρόσφυγας, τοποθετώ τον ήρωά μου να επισκέπτεται το κατεχόμενο σπίτι του, τέσσερις δεκαετίες μετά την εισβολή του ’74, και, μένοντας έξω από τις κλειστές του πόρτες, να αναλογίζεται τα ειρηνικά χρόνια που έζησε εκεί, τις παιδικές και νεανικές του μνήμες. Και, βέβαια, πιο έντονα να θυμάται την τελευταία φορά, που έφυγε από το σπίτι του, κατά την ημέρα της εισβολής. Αξίζει νομίζω να προσθέσουμε ότι σ΄αυτήν την συνεχή παλινδρόμηση, από το σήμερα στο χτες και τανάπαλιν, καλύπτεται και η Ιστορία της Κύπρου κατά τα τελευταία 60 χρόνια.

Ο δικός μου λόγος, λοιπόν, έχει ως στόχο του να σταθεί με μια τίμια ματιά έναντι της Ιστορίας, να αναλογιστεί τα δικά μας λάθη, τα οποία έδωσαν προσχήματα στους Τούρκους, αλλά και να καταδείξει το μέγεθος της βίας η οποία χαρακτηρίζει τον πόλεμο και την κατοχή. Αν ο λόγος μου διατηρεί μιαν «αξιοθαύμαστη νηφαλιότητα», όπως λέτε, είναι γιατί θεωρώ πως μόνον έτσι θα μπορούσε να δοθεί η αλήθεια. Προσωπικά, δεν θα έβλεπα ποτέ την αλήθεια να καταγράφεται με τόνους διακηρυκτικούς ή καταγγελτικούς. Η Ιστορία έχει καταδείξει τους ενόχους και, βέβαια, εγώ καθόλου δεν τους απαλλάσσω από τις ευθύνες τους. Άλλος, λοιπόν, ήταν ο στόχος μου: Όλα αυτά να τα δώσω σ’ ένα ανθρώπινο επίπεδο. Πώς θα μιλούσα διαφορετικά, λ.χ. για τον αγνοούμενο φίλο μου, τον παλιό συμμαθητή μου τον οποίο είδα τελευταίος εγώ στην πρώτη γραμμή του πολέμου; Πώς θα εξέφραζα τον πόνο της μάνας η οποία περίμενε τόσα χρόνια να της δώσουν λίγα οστά τού «ταυτοποιημένου» νεκρού παιδιού της για να τα θάψει;

Θυμίζω τον τρόπο, με τον οποίο ο Σεφέρης δίνει στον «Τελευταίο Σταθμό», το πανάρχαιο δράμα του πόνου «του μνησιπήμονα» πόνου ( Αισχύλου, «Αγαμέμνων»). Ο τόνος είναι λιτός, κουβεντιαστός, σχεδόν γλυκός, γιατί αναφέρεται σ’ αυτόν τον «χωνεμένο» πόνο.

Η δική μου προσέγγιση, λοιπόν, απαλλαγμένη από πάθη και σκοπιμότητες, θεωρώ πως δικαιώνει -τιμά- το αίμα των αθώων θυμάτων.

Προσωπικά, δεν θα έβλεπα ποτέ την αλήθεια να καταγράφεται με τόνους διακηρυκτικούς ή καταγγελτικούς

Αναλογιζόμενοι τα γεγονότα του καλοκαιριού τού 1974, ακόμη σήμερα όλοι μιλούν για «προδοσία». Ο λεγόμενος «φάκελος» της Κύπρου παραμένει στο μεγαλύτερο μέρος του σφραγισμένος και τυχόν απόδοση ευθυνών θεωρείται πλέον αδιανόητη. Πώς βιώνει ο κυπριακός λαός αυτή την εξέλιξη και σε τι θεωρείτε ότι προσδοκά;

Με βάση όλα τα στοιχεία, αλλά και τα βιώματα όσων ζήσαμε τα γεγονότα (η δικιά μου εμπειρία αναφέρεται στα φορτηγά όπου μας φόρτωσαν άοπλους και χωρίς να μας μετρήσουν ή να καταγράψουν τα ονόματά μας, και μας έστειλαν εκεί όπου γινόταν η εισβολή να πολεμήσουμε) είναι μια απόδειξη αυτής της προδοσίας. Στην πρώτη γραμμή, χωρίς όπλο και χωρίς όνομα!

Ο περίφημος «φάκελος» -μαρτυρικό υλικό, εν πολλοίς, από καταθέσεις- δόθηκε πρόσφατα από τη Βουλή των Ελλήνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ελάχιστα, όμως, απασχόλησε την κυπριακή κοινωνία, αφού κανείς δεν περιμένει να μάθει οτιδήποτε πέραν των όσων μας είναι γνωστά. Ξέρετε, η Κύπρος είναι πολύ μικρή και, ως εκ τούτου, γνωρίζουμε και με τα ονόματά τους όσους ενέχονται στην καταστροφή. Μας πονά, βέβαια, πολύ -τουλάχιστον τη δική μου γενιά- το γεγονός ότι τόσο εδώ όσο και στην Ελλάδα, η οποία και οργάνωσε το πραξικόπημα στην Κύπρο (μιλώ, φυσικά, για τη Χούντα) όλοι αυτοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας ατιμώρητοι. Προσωπικά, θεωρώ ότι η ατιμωρησία συνιστά ένα δεύτερο έγκλημα σε βάρος της Κύπρου, αλλά και μια μια φοβερή ασέβεια σε βάρος όσων παλικαριών από τον ελλαδικό χώρο χάθηκαν εδώ το 1974.

Στο βιβλίο σας αναφέρετε γεγονότα, ονόματα, ημερομηνίες. Αναμφίβολα, μεγάλο ποσοστό οφείλεται σε βιωματικές εμπειρίες σας. Ωστόσο κάποιες αναφορές αποδίδονται σε «ακούσματα», ιστορίες που σας αφηγήθηκαν κάποιοι άλλοι. Τέλος, ως λογοτέχνης, εμφυσήσατε στα ιστορικά γεγονότα τις δικές σας «μυθολογικές» προεκτάσεις που είναι αναγκαίες για να στοιχειοθετηθεί ένα μυθιστόρημα. Πόσο αντικειμενικός υπήρξατε σε όλη αυτή την επίπονη διαδικασία; Πού σταματά ο «ιστορικός» και που αναλαμβάνει ο «λογοτέχνης»;

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται δικές μου βιωματικές εμπειρίες, αλλά και μαρτυρίες άλλων, στοιχεία που έχω μελετήσει κ.λπ. Ήταν μια επίπονη διαδικασία να διασταυρώσω τις πληροφορίες, ώστε να μην αδικήσω κανένα. Ξέρετε, το ’74 δεν είναι για την Κύπρο ένα πεπερασμένο ιστορικό γεγονός, αλλά, σ’ ό,τι αφορά τις συνέπειές του, συνιστά μια ζώσα πραγματικότητα. Σκεφτείτε μόνο ότι κάθε Σαββατοκύριακο ο κατάλογος των ηρώων μας μακραίνει, με την προσθήκη όσων αγνοουμένων ταυτοποιούνται τα λείψανά τους με τη μέθοδο του DNA.

Αν εγώ κατέγραψα με αντικειμενικότητα τα γεγονότα που οδήγησαν στα τραγικά αυτά φαινόμενα, θα το κρίνει ο αναγνώστης. Εν πάση περιπτώσει, από τις πολλές κριτικές που έχουν γραφτεί για το βιβλίο μου καμιά δεν διαπίστωσε μεροληπτικότητα. Αντίθετα, το βιβλίο χαρακτηρίστηκε ως μια από τις πιο τίμιες μαρτυρίες για το 1974.

Πέρα απ’ αυτά, ομολογώ πως ήταν αυξημένη η δυσκολία μου να δώσω ιστορικά γεγονότα, με έντονη, μάλιστα, την πολιτική χροιά, με τη μορφή μυθιστορήματος. Και ως προς τούτο, θα ‘λεγα και πάλιν πως, με βάση τις κριτικές, η Λογοτεχνία κέρδισε την Ιστορία. Είναι μια διαπίστωση, η οποία με ικανοποιεί, γιατί αυτός ήταν και ο στόχος μου.

Το ’74 δεν είναι για την Κύπρο ένα πεπερασμένο ιστορικό γεγονός, αλλά, σ’ ό,τι αφορά τις συνέπειές του, συνιστά μια ζώσα πραγματικότητα

Σας αποκαρδιώνει η διαπίστωση ότι, με το πέρας των δεκαετιών, οι νεότερες γενιές ολοένα και περισσότερο αγνοούν τα διαδραματιζόμενα στην Μεγαλόνησο και τις συμφορές που αυτά επέφεραν; Σας θλίβει αυτή η νομοτελειακή «απονεύρωση» που η πατίνα του χρόνου επιφέρει στα δραματικά γεγονότα τού «άλλοτε»;

Κώστας ΛυμπουρήςΗ απογοήτευση είναι, ασφαλώς, μεγάλη, ιδιαίτερα για εμάς τους εκπαιδευτικούς. Νιώθω συνέχεια ότι η δική μου η γενιά πρέπει να αισθάνεται ένοχη και γιατί φτάσαμε στο ’74 αλλά και γιατί στη συνέχεια μείναμε σ’ ένα ξεχασμένο «δεν ξεχνώ». Ξέρετε, ο χρόνος δημιουργεί τα δικά του δεδομένα. Το Κυπριακό σήμερα λ.χ. είναι μια σύνθεση νέων πραγματικοτήτων. Δεν έχει για τις νεότερες γενιές τον χαρακτήρα του ξεριζωμού και της κατοχής. Είναι γι’ αυτούς έννοιες μάλλον θεωρητικές και τις συναντούν κυρίως μέσα από συνθήματα και πολιτικές – κομματικές προσεγγίσεις. Σ’ αυτό συνέτεινε και η πραγματικότητα «επί του εδάφους». Ο εθνοτικός διαχωρισμός σε βορρά και νότο αποξένωσε τις δυο κοινότητες. Στο μεταξύ, όσοι έζησαν τα προ του ’74 γεγονότα φεύγουν από τη ζωή και το «άλλοτε» γίνεται για τους περισσότερους ένα απομακρυσμένο και ξένο παρελθόν.

Σε όλο το βιβλίο σάς διακρίνει μια νοσταλγία, μια πικρία. Είναι στην φύση τού ανθρώπου να συγκινείται από τις μνήμες των παιδικών του χρόνων, όσο δύσκολα και τραγικά κι αν αυτοί υπήρξαν. Ο εισβολέας σάς στέρησε την πατρίδα, το σπίτι, την περιουσία σας. Κάποιοι έχασαν την ζωή τους, πρόσωπα αγαπημένα, αρκετοί ακόμη αγνοούνται… Νοιώθετε ότι σας χρωστούν; Ότι σας έκλεψαν την ζωή; Πιστεύετε ότι κάποτε ο κυπριακός λαός θα δικαιωθεί ή θα παραμείνει διά παντός έρμαιο των πολιτικών συμφερόντων, βορά στις επεκτατικές επιδιώξεις κρατών και όσων ασκούν επ’ ονόματί τους εξουσία;

Ναι, αισθάνομαι (και θέλησα να το περάσω και στο βιβλίο μου) ότι ο εισβολέας έχει υπό κατοχήν ένα κομμάτι τής ζωής μου. Το ζήτημα δεν είναι καθόλου περιουσιακό. Γι αυτό και όταν με ρωτούν αν στη περίπτωση που θα μου έδιναν πίσω το σπίτι μου εγώ θα επέστρεφα, απαντώ ότι το αν θα ζούσα πάλι σε αυτό είναι θέμα καθαρά προσωπικό. Θεωρώ ότι μόνο με την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων θα επέλθει η ηθική τάξη η οποία θα οδηγήσει και σε κάποια «κάθαρση». Με την έννοια ότι θα μου δοθεί πίσω η ζωή μου, το κομμάτι που μου έχουν στερήσει. Ξέρετε, δεν υπάρχει περίπτωση να είναι η λύση του Κυπριακού βιώσιμη, αν δεν διέπεται από αποκατάσταση του αισθήματος της δικαιοσύνης. Αυτό το οφείλουμε, κυρίως, σε όσους χάθηκαν.

θεωρώ ότι η ατιμωρησία συνιστά ένα δεύτερο έγκλημα σε βάρος της Κύπρου, αλλά και μια μια φοβερή ασέβεια σε βάρος όσων παλικαριών από τον ελλαδικό χώρο χάθηκαν εδώ το 1974

Το Επιβάτες φορτηγών δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστορικό αφήγημα ή νουβέλα, αλλά ούτε και ως μυθιστόρημα, όπως εσφαλμένα -πιστεύω- υποτιτλίζεται. Το θεωρώ περισσότερο ως προσωπική εκμυστήρευση, ως εξομολόγηση εν είδει κατάθεσης ψυχής. Συγκινεί, αλλά δεν διαθέτει το άχθος εκείνου του «αποτυπώματος» που θα ήταν ικανό να «διδάξει» ή να «γαλουχήσει» τους νεότερους. Άλλωστε, έμπειρος περί τα εκπαιδευτικά και τα συγγραφικά ως είστε, πιστεύω πως δεν ήταν αυτός ο στόχος σας. Γιατί λοιπόν γράψατε αυτό το βιβλίο; Σε ποιους απευθύνεστε και γιατί τώρα;

Η πεζογραφία δοκιμάζει στις μέρες μας διάφορες εκδοχές, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο διήγημα. Άλλωστε το τι ονομάζεται «ιστορικό μυθιστόρημα» συζητιέται, χωρίς σαφή κατάληξη, εδώ και πολλά χρόνια. Προσωπικά, θεωρώ ότι το βασικό κριτήριο στην αναγνωστική διαδικασία είναι η λειτουργία του ίδιου του αναγνώσματος. Αν κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, αν τον πληροφορεί σωστά, αν το διάβασμα συνιστά μιαν αισθητική απόλαυση, τότε συνιστά τέχνη τού λόγου. Το αν ο συγγραφέας έχει βιώσει όσα εκθέτει, αν τα έχει μάθει από άλλους ή τα έχει φανταστεί, δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι θέμα διερεύνησης. Με ενδιαφέρει, σήμερα, αν ο Στρατής Δούκας είναι ο ίδιος ο ήρωας στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» ή αν το «Νούμερο 31328» είναι ο αριθμός αιχμαλωσίας του ίδιου τού Ηλία Βενέζη;

Με τους όρους «εκμυστήρευση», «εξομολόγηση» ή πολύ περισσότερο «κατάθεση ψυχής», τους οποίους έχετε χρησιμοποιήσει για το βιβλίο μου, συμφωνώ απολύτως. Μα, πώς θα μπορούσαν άλλωστε να ήταν αλλιώς τα πράγματα; Γι’ αυτό και, παρά το γεγονός ότι διετέλεσα εκπαιδευτικός, εκείνο που απέφυγα στο βιβλίο μου ήταν ο «διδακτικός», «γαλουχητικός» χαρακτήρας. Ιδιαίτερα σε θέματα που άπτονται της Ιστορίας και της πολιτικής, οποιαδήποτε προσπάθεια προπαγάνδας ή, έστω, απλής καθοδήγησης, θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Δεν ωφελούν κανένα οι αφ’ υψηλού προσεγγίσεις. Προπάντων όταν θέλουμε να πληροφορήσουμε σωστά και να ευαισθητοποιήσουμε τη νέα γενιά γύρω από τόσο σοβαρά ζητήματα. Αυτός ήταν, τελικά, και ο στόχος αυτού του βιβλίου.

Γιατί τώρα; Μα, ξέρετε πολύ καλά ότι αυτά δεν τα αποφασίζει ο συγγραφέας. «Του έρχονται», θα έλεγε και ο Σεφέρης. Σ’ εμένα, κίνητρο υπήρξε η ανάγκη καταγραφής των ιστορικών εμπειριών και ένας μνημόσυνος λόγος της δικής μου γενιάς σε όσους χάσαμε. Δέστε το ως ένα χρέος συγγνώμης και τιμής…

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!