Κώστας Βελούτσος: Δεν γράφω για να πλουτίσω

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Το superiorbooks.gr έφτασε στην άλλη άκρη τού Αιγαίου, στην όμορφη Μυτιλήνη μας, για να συναντήσει έναν ακάματο εργάτη της ελληνικής γλώσσας: Τον Κώστα Βελούτσο, που συστήνεται ως πυροσβέστης – συγγραφέας! Οι ήρωές του, απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, οι ιστορίες του θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα… Αυτή η απτή καθημερινότητα, που συχνά δεν έχει νόημα αλλά κάποιες φορές παίζει παιχνίδια δύσκολα για τους πρωταγωνιστές της, είναι που τον έσπρωξε να γράψει. Ας τον ακούσουμε…

Τι σπρώχνει έναν άνθρωπο που υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Σώμα να αφιερώσει τον λιγοστό -έτσι κι αλλιώς- χρόνο του στην συγγραφή;Κώστας Βελούτσος

Υπηρετώ εδώ και 28 χρόνια στο Πυροσβεστικό Σώμα και είμαι περήφανος που ανήκω στις τάξεις του. Πλησιάζω προς την έξοδο, προς την συνταξιοδότηση, κι αυτό δεν σας κρύβω ότι με λυπεί. Όμως «Ου γαρ έρχεται μόνον…»

Εκείνο που μ’ έσπρωξε στην συγγραφή, για να περάσω στην ερώτηση, ήταν και είναι η αγάπη που νοιώθω γι’ αυτήν. Μπήκε αναπάντεχα μες στην ζωή μου κι από τότε την λάτρεψα. Όπως άλλωστε λατρεύω τη δουλειά μου και την οικογένειά μου. Ωστόσο, επειδή ο χρόνος είναι αδυσώπητος, όταν βρίσκω έστω και ελάχιστο προσπαθώ να τον αφιερώσω στο γράψιμο. Ξεκλέβω κάποια λεπτά της ώρας για να βγάλω πάνω στο χαρτί τις εικόνες που παίρνω καθημερινά σε λέξεις απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δη και από το επάγγελμά μου που πραγματικά μου δίνει έμπνευση.

Από την άλλη πλευρά, πιστεύω πια σ’ αυτό που άκουγα όλα αυτά τα χρόνια πριν καταπιαστώ με την συγγραφή, ότι αν αγαπάς κάτι βρίσκεις τον χρόνο για να το κάνεις. Αυτά τα λόγια είναι και η δική μου συμβουλή σ’ όλους εκείνους που ακούω να λένε πως δεν έχουν τον χρόνο για να κάνουν αυτό που τους αρέσει.

Από πού αντλείτε την θεματολογία των βιβλίων σας; Πρόκειται για ιστορίες που σας έχουν αφηγηθεί ή κυκλοφορούν ευρέως στον τόπο σας κι εσείς απλώς τις φιλτράρετε με την βάσανο του ανθρώπου που προσπαθεί να γενικεύσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη πάνω της ή αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας, προκειμένου να εκφράσετε τις ανησυχίες σας ως άνθρωπος;

Την θεματολογία και των τεσσάρων βιβλίων μου την άντλησα περισσότερο από τα βάθη της ψυχής και του μυαλού μου. Όλα λοιπόν είναι προϊόντα μυθοπλασίας, αν και κάτι ελάχιστο βάζω μέσα σ’ αυτά από τον δικό μου χαρακτήρα. Από την άλλη «κλέβω» κάποια λόγια που ακούω, ίσως κάποιες μικρές ιστορίες, κάποιες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια και άλλες φορές ορισμένες καταστάσεις που τις βίωσα εγώ ο ίδιος.  Αυτά είναι και  τα δικά μου συγγραφικά μυστικά.

Το χρονικό αυτό διάστημα ασχολούμαι με την συγγραφή του πέμπτου κατά σειρά βιβλίου μου, που θα είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα της περιόδου τού Εμφύλιου. Γι’ αυτό όμως βασίστηκα πάνω σε μια αληθινή ιστορία που μου διηγήθηκαν δύο από τους ανθρώπους που εκτιμώ βαθύτατα, και από τα λόγια κΚώστας Βελούτσοςαι τις κουβέντες που κάνουμε παίρνω όλα αυτά που μου χρειάζονται ώστε να γράψω αυτό το μυθιστόρημα.

Παράλληλα με τα βιβλία,  γράφω άρθρα και διηγήματα, όπου εκεί μου δίνεται η ευκαιρία να εκφράσω τις δικές μου ανησυχίες.

Ποιες οι λογοτεχνικές σας καταβολές; Τι διαβάζει ο Κώστας Βελούτσος, τι θεωρεί ως μείζονα λογοτεχνία, ποιους Έλληνες και ξένους συγγραφείς έχει ως πρότυπο;

Η αλήθεια είναι ότι δεν διάβασα αρκετά κατά την διάρκεια του παρελθόντος και αυτό είναι κάτι που το μετάνιωσα.  Τα τελευταία όμως χρόνια διαβάζω οτιδήποτε μου τραβήξει το ενδιαφέρον. Από λογοτεχνικά βιβλία κυρίως Ελλήνων συγγραφέων μέχρι και τους αρχαίους συγγραφείς μελετώ, όσο έχω τον χρόνο για να το κάνω αυτό. Τ’ αστυνομικά όμως μυθιστορήματα, όπως και τα ιστορικά, βρίσκονται στην κορυφή της προτίμησής μου -από οπουδήποτε κι αν προέρχονται.

Από Έλληνες συγγραφείς θεωρώ πως η Ευγενία Φακίνου με κερδίζει ως αναγνώστη και το βιβλίο της «Ζάχαρη στην άκρη» είναι ό, τι καλύτερο έχω διαβάσει μέχρι τώρα. Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω τον Ισίδωρο Ζουργό και τον Γιάννη Ξανθούλη των οποίων επίσης μ’ αρέσουν οι γραφές τους. Γεγονός όμως είναι ότι υπάρχουν αρκετοί και αξιόλογοι Έλληνες συγγραφείς, ακόμη και οι καινούργιοι πραγματικά αξίζουν.

Στο πρώτο σας βιβλίο, το Σεργιάνι στη ζωή, κυριαρχεί η πικρία, η απογοήτευση, αλλά και ο πόθος για εκδίκηση. Ο ΜιχάληςΣεργιάνι στην ζωή πληγώνεται από την ερωτική προδοσία της Μαρίας (τουλάχιστον έτσι εισπράττει την εγκατάλειψη από την γυναίκα που αγαπά) και σχεδιάζει την εκδίκησή του. Το ίδιο κάνει, από την πλευρά του, και ο Φράνσις. Και οι δύο θέλησαν έτσι να τιμωρήσουν την Μαρία για τον τρόπο με τον οποίο τους συμπεριφέρθηκε. Τελικά ο έρωτας είναι ένα τόσο εγωιστικό παιχνίδι μεταξύ ανταγωνιστών;

Δεν νομίζω ότι ο έρωτας είναι ένα εγωιστικό παιχνίδι μεταξύ ανταγωνιστών. Θα το ονόμαζα ένα αθώο και όμορφο παιχνίδι που μπορεί όμως να οδηγήσει σε αδιέξοδα, όπως συμβαίνει στο «Σεργιάνι στη Ζωή». Σημασία πιστεύω ότι έχει όταν αυτό το αθώο και όμορφο παιχνίδι γίνεται πάθος ή καλύτερα αρρωστημένο πάθος. Τότε παύει να ισχύει οποιαδήποτε αθωότητα που το συνοδεύει και μοιραία έρχεται το τέλος του έρωτα, που στην περίπτωση του μυθιστορήματος είναι τραγικό.

Επομένως η απάντησή μου στην ερώτηση αν ο έρωτας είναι ένα εγωιστικό παιχνίδι μεταξύ ανταγωνιστών είναι αρνητική. Βέβαια, στην περίπτωση της Μαρίας, του Μιχάλη και του Φράνσις, των πρωταγωνιστών δηλαδή του βιβλίου, συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως άλλωστε θα μπορούσε να συμβεί και στην πραγματική ζωή κάθε στιγμή.

Το βιβλίο διαπνέεται από την ατμόσφαιρα της δεκαετίας του ΄60, όταν οι Έλληνες αναζητούσαν την τύχη τους στα πέρατα της οικουμένης, μακριά από την πατρίδα. Σήμερα, που όλα λειτουργούν με εξαντλητική ταχύτητα και η τεχνολογία έχει καταφέρει να εκμηδενίσει αποστάσεις και να «ισοπεδώσει» συμπεριφορές, θα μπορούσε να επαναληφθεί η ιστορία της Μαρίας ακριβώς όπως τότε; Ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που πιστεύετε ότι έχουμε απολέσει πλέον ως άνθρωποι;

Πιστεύω ότι θα μπορούσε να επαναληφθεί μια τέτοια ιστορία, όχι όμως ακριβώς όπως εκείνη που συνέβη κάπου την δεκαετία του ’60. Μ’ αυτό που σας λέω φυσικά  δεν εννοώ την απόσταση και τις συμπεριφορές που έχουν εκμηδενιστεί και ισοπεδωθεί αντίστοιχα. Αλλά μια τέτοια παρόμοια αν θέλετε ιστορία σαφώς και θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και στις μέρες μας.

Τελευταία φοράΕκείνα τα πράγματα ή ακόμα και τις καταστάσεις που χάσαμε ως άνθρωποι στην διαδρομή μας είναι κατά την γνώμη μου η αθωότητα που είχε τουλάχιστον  η δική μου γενιά, η  αληθινή ελπίδα για την ζωή και η αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο.

Στο επόμενο βιβλίο σας, το Τελευταία φορά, επιστρέφετε με την ίδια εμμονή: Η ζωή επαναλαμβάνεται σαν κακόγουστο αστείο. Αμαρτίες, λάθος επιλογές, εκφυλισμός, ματαιοδοξία… Πιστεύετε σε αυτό που ο λαός μας ονομάζει «θεία δίκη»; Θεωρείτε ότι ισχύει αυτό που λέμε: «Όλα εδώ πληρώνονται;»

Σαφώς και πιστεύω αυτό που λέει ο λαός μας για την «θεία δίκη» και εκείνο που πολύ συχνά λέμε  ότι «όλα εδώ πληρώνονται» . Η ζωή μ’ έχει διδάξει -πέραν όλων των άλλων- πως οι πράξεις, όποιες κι αν είναι αυτές, θετικές ή αρνητικές, στιγματίζουν αναλόγως την πορεία τού κάθε ανθρώπου μεσ’ στην ζωή. Όλα λοιπόν εδώ πληρώνονται, κατά την ταπεινή μου άποψη, και το τίμημα είναι ισότιμο των πράξεών μας.

Στο Ζωή από τον θάνατο κυριαρχεί μια περισσότερο φιλοσοφική διάθεση που εκφράζεται μέσω της αγωνιώδους αναζήτησής σας της «ταυτότητας» του θανάτου και της ζωής. Τι είναι ο άνθρωπος; Αυτό που ο ίδιος πιστεύει ότι είναι ή αυτό που οι άλλοι θεωρούν για τον ίδιον;

Το βιβλίο μου αυτό, το «Ζωή από τον θάνατο», πέρασε από πολλά στάδια έως ότου το κρατήσω στα χέρια μου. Όταν συνέλαβα την ιδέα σκέφτηκα αρκετά την δομή του, την ιστορία του δηλαδή πριν ξεκινήσω να το γράψω. Είχα να κάνω μ’ ένα θέμα που θα φόβιζε τους Ζωή από τον θάνατοαναγνώστες μόνο από τον τίτλο του ακόμα. Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι, θα έλεγα, να περάσουμε μεσ΄ στη ζωή μας ή την καθημερινότητα μας την έννοια του θανάτου. Διαβάζοντας όμως για την αιωνιότητα της ψυχής, για τον θάνατο και την μεταθανάτια ζωή που πίστευαν οι αρχαίοι, άρχισε σιγά σιγά να μου ’ρχεται κατά νου εκείνο που ήθελα να γράψω. Ήθελα να δώσω ή να βγάλω μέσα από τις σελίδες του κάτι αισιόδοξο, κάτι ίσως ελπιδοφόρο, πως τίποτα δεν πεθαίνει, τίποτα δεν ξεχνιέται, αρκεί να υπάρχει μεσα στην σκέψη μας και μεσα στη ζωή μας. Δεν σας κρύβω ότι τα εμπόδια που συνάντησα, αφού το ολοκλήρωσα, ήταν πολλά.  Αυτά είχαν να κάνουν με την έκδοσή του… Πολλοί εκδότες το απέρριψαν αμέσως, ακούγοντας απλώς τον τίτλο του. Ας είναι όμως. Το βιβλίο εκδόθηκε, κυκλοφορεί και τα μηνύματα που πήρα γι’ αυτό είναι θετικά.

Η ζωή, ο θάνατος, και κάπου ανάμεσα σ’ αυτά βρίσκεται ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος που λατρεύει τη ζωή και ο θάνατος που κόβει το νήμα τής ζωής του ανθρώπου. Αν υιοθετήσω τα λόγια και τις απόψεις των αρχαίων Ελλήνων σοφών, ο θάνατος δεν σταματά την πορεία της ζωής, αλλά ο ίδιος είναι μια άλλη ζωή πολύ μακριά από την δική μας φαντασία.

Ο άνθρωπος είναι λοιπόν ένα κομμάτι, ένα συνδετικό κομμάτι αυτών των δυο καταστάσεων που εξακολουθεί να υπάρχει μέσα στην αιωνιότητα, όπως άλλωστε αιώνια ζει και αναπνέει η ψυχή του. Έτσι, και για να απαντήσω στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, ο άνθρωπος είναι και πρέπει να είναι εκείνο που πιστεύει ο ίδιος για τον εαυτό του, και σε καμία περίπτωση αυτό που θέλουν οι άλλοι να  είναι.

Τι σημαίνει για εσάς το να ζει κάποιος στο παρελθόν, το να ζει με τις αναμνήσεις; Πιστεύετε στην αιώνια αγάπη, στην αιώνια αφοσίωση;

Αιώνια αγάπη, πίστη και αφοσίωση, σημαίνει για μένα το να ζει κάποιος με τις αναμνήσεις του ἠ στο παρελθόν. Άλλωστε το παραπάνω εκφράζει και μια αρνητικότητα, μια μη αποδοχή του μοιραίου, της μοίρας και του πεπρωμένου. Αυτό εξάλλου συμβαίνει και στην ηρωίδα τού μυθιστορήματος «Ζωή από τον θάνατο», στην Πέρσα, την μητέρα του Δημήτρη, που αρνείται κατηγορηματικά τον θάνατο του γιου της και πιστεύει ότι αυτός υπάρχει, ότι ζει. Αυτή η μεγάλη πίστη της είναι που την οδηγεί στα ίχνη του παιδιού της που το «βλέπει» και το «αισθάνεται» ξανά. Ξαναζεί μαζί του, αφού αυτή η ανυπέρβλητη αγάπη της μάνας προς τον γιο της είναι που του δίνει ζωή.    

Διαβάζοντας το τελευταίο σας βιβλίο, το Κόκκινα φεγγάρια, το μυαλό μου βρισκόταν πάντα κολλημένο στο αξεπέραστο Έγκλημα και Τιμωρία! Ποια κατά τη γνώμη σας είναι η πιο σκληρή τιμωρία ενός δολοφόνου;

Κόκκινα φεγγάριαΤο βιβλίο μου με τον τίτλο «Κόκκινα Φεγγάρια» το εμπνεύστηκα από ένα γυναικείο πρόσωπο που στάθηκε αρκετά δυνατό, ώστε να μου δώσει το έναυσμα της συγγραφής του. Περιληπτικά θα σας πω ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα αστυνομικού ύφους. Η ηρωίδα του είναι η Σοφία Παπαφωτίου που εκδικείται την μητέρα της διαπράττοντας έξι αποτρόπαια εγκλήματα -όσα και τα χρόνια που έζησε μαζί της, πριν εκείνη την παραδώσει σε ιδρύματα.

Η Σοφία γίνεται η δολοφόνος έξι γυναικών, στο πρόσωπο των οποίων «βλέπει» την μητέρα της. Το ερώτημα που γεννάται είναι το εξής: Ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός αυτών των δολοφονιών, ποιος ήταν αυτός που όπλισε το χέρι της Σοφίας, ώστε να σκοτώσει; Την απάντηση μας την δίνει η ίδια η ζωή, διαμέσου του βιβλίου. Κατά την γνώμη μου, δεν γεννιέται κανένας εγκληματίας, αλλά η κοινωνία, η οικογένεια, ακόμα και το περιβάλλον -κάτω από προϋποθέσεις-, μπορούν αίφνης να ξυπνήσουν αυτά τα δολοφονικά ένστικτα μέσα από τον χαρακτήρα τού καθενός.

Αν υποθέσουμε ότι ο θάνατος είναι  λύτρωση του δολοφόνου για το έγκλημα που διέπραξε, ο όρος «σκληρή τιμωρία» εδώ δεν νομίζω ότι υφίσταται. Ο δολοφόνος λυτρώνεται με τον θάνατο, ακόμα κι αν αυτός είναι οδυνηρός.

Ο «κοινωνικός καιάδας», ο κοινωνικός και καθολικός αποκλεισμός, η διαπόμπευση και οι ενοχές, είναι κατά την άποψή μου οι σκληρότερες τιμωρίες για τις δολοφονικές πράξεις.

Πόσο διακριτά είναι τα όρια μεταξύ θύματος και θύτη; Η ανθρώπινη δράση συχνά είναι έκνομη, παραβατική, ενίοτε εγκληματική. Τι θεωρείτε ως ικανοποιητική απονομή δικαιοσύνης, σε περιπτώσεις ανθρωποκτονιών; Υπάρχει άραγε αναγνωρίσιμο ελαφρυντικό στοιχείο στην δολοφονική δράση;

Τα όρια μεταξύ θύματος και θύτη ποτέ δεν ήταν διακριτά. Οι κόκκινες γραμμές που ανέκαθεν τους χώριζαν δεν είναι διακριτές. Πολύ εύκολα ο θύτης γίνεται θύμα -και αντιστρόφως. Η ανθρώπινη δράση, ειδικότερα στις μέρες μας, είναι έκνομη, πολλές φορές παραβατική και εγκληματική. Αυτό όμως έχει να κάνει με την κατάρρευση των νόμων, με τη μη εφαρμογή τους και το σαθρό νομικό οικοδόμημα της Πολιτείας.

Εκείνο που θεωρώ ως ικανοποιητική απονομή της δικαιοσύνης σε ανθρωποκτονίες είναι κατ’ αρχήν η έρευνα των συνθηκών ενός εγκλήματος, η ψυχολογική κατάσταση του θύτη κατά την ώρα της εκτέλεσης του αδικήματος, το παρελθόν του δολοφόνου, όπως επίσης και ο τρόπος κατά τον οποίον τελέστηκε το έγκλημα.  Αν εφαρμοστούν τα παραπάνω σε βάθος, τότε, κατά την άποψή μου, θα έχουμε μια ικανοποιητική απονομή της δικαιοσύνης.

Συνεπώς τα αναγνωρίσιμα ελαφρυντικά στοιχεία σαφώς και πρέπει υπάρχουν σ’ έναν δολοφόνο, αλλά στον κατά συρροή δολοφόνο, όπως στην περίπτωση της ηρωίδας του μυθιστορήματος, στην Σοφία, που είχε μια μακροχρόνια δολοφονική δράση, δεν θα πρέπει να υπάρχουν ή να εξεταστούν κάτω από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Είστε ικανοποιημένος με τα κριτήρια επιλογής που υιοθετούν οι σημερινοί εκδότες κατά την διαδικασία προτίμησης τίτλων προς έκδοση; Αισθάνεστε τη ανάγκη ενός πολύ καλού επιμελητή των χειρογράφων σας, πριν αυτά οδεύσουν προς το τυπογραφείο; Ποια διαδικασία ακολουθείτε, από την στιγμή που θα «συλλάβετε» και θα οργανώσετε μέσα σας μια φρέσκια ιδέα για ένα καινούργιο μυθιστόρημα;

Αυτό το θέμα με την έκδοση των βιβλίων είναι κάτι που το βίωσα ήδη από το πρώτο μου βιβλίο. Ως καινούργιος στον χώρο, κατάλαβα πολλά πράγματα που δεν γνώριζα… Θεωρώ πως, γενικά, πολλοί καλοί συγγραφείς αδικούνται από το σύστημα επιλογής που εφαρμόζουν οι εκδότες. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Όσο μου επιτρέπει η πληροφόρησή μου, θεωρώ ότι στη χώρα μας πολλοί είναι αυτοί που γράφουν -και μάλιστα γράφουν… πολύ! Αυτό βεβαίως και είναι καλό. Είναι ωφέλιμο να αποτυπώνονται οι ιδέες, να μένουν για πάντα και, αν θέλετε, με τον τρόπο αυτό να προάγεται ο πολιτισμός μας. Από την άλλη  πλευρά, εκείνος που γράφει θέλει να δει το σύγγραμμά του σε βιβλίο, να μοιραστεί το περιεχόμενό του με τους αναγνώστες και να περάσει ενδεχομένως κάποια μηνύματα μέσα απ’ αυτό. Η διαδικασία όμως που ακολουθείται, έως ότου γίνουν αυτά πραγματικότητα, θεωρώ ότι είναι άδικη από την πλευρά των εκδοτικών οίκων. Σαφώς και δεν είμαι ικανοποιημένος από την πολιτική που ακολουθούν οι εκδοτικοί οίκοι ως προς την έκδοση ενός βιβλίου. Θεωρώ υπέρογκα τα χρηματικά ποσά που ζητούν, ιδίως για την εποχή μας, όπως επίσης θεωρώ ως ελλιπείς και τις υπηρεσίες που προσφέρουν.

Όμως, για να μην αδικήσω μ’  αυτά που λέω όλους τους εκδοτικούς οίκους, οφείλω να παραδεχθώ πως βεβαίως και υπάΚώστας Βελούτσοςρχουν εκδοτικοί που λειτουργούν με επαγγελματισμό και συνέπεια.

Υπάρχουν «μεγάλοι» εκδοτικοί οίκοι που έχουν τους δικούς τους αναγνώστες, όπως επίσης τους δικούς τους επαγγελματίες συγγραφείς που είναι αναγνώσιμοι και αναγνωρίσιμοι από ευρύ κοινό, αλλά τυγχάνουν μεγάλης υποστήριξης από τον εκδοτικό τους με παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, διαφημίσεις, προωθήσεις των προϊόντων τους, και στην τελική είναι δίπλα τους σε κάθε δικό τους βήμα.

Προσωπικά δεν ανήκω στην κατηγορία αυτή ούτε απολαμβάνω ανάλογα προνόμια μ’ εκείνους. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας και -μεταξύ μας- αυτός ο τίτλος δεν μου ταιριάζει. Θεωρώ συγγραφείς άλλους, καταξιωμένους στον χώρο, όπως ο αείμνηστος πια Μένης Κουμανταρέας, που είχε να επιδείξει πλήθος αξιόλογων βιβλίων και συγγραμμάτων. Μ’ αρέσει η γραφή, δεν προσπαθώ να κερδίσω χρήματα από τα βιβλία μου ούτε να γίνω γνωστός, αλλά θέλω να γίνομαι καλύτερος γράφοντας. Ήταν κάτι που αιφνιδιαστικά βγήκε από τα εσώψυχά μου και το λάτρεψα από την πρώτη στιγμή.

Όσον αφορά την σύλληψη μιας ιδέας και τον δρόμο που ακολουθώ ώστε αυτή να γίνει βιβλίο, η διαδικασία είναι η εξής: Ξεκινώ έχοντας στο μυαλό μου τον πρόλογο και κάτι περισσότερο από το κυρίως θέμα. Ποτέ δεν καταστρώνω κάποιο πλάνο για να κινηθώ πάνω σ’ αυτό, αλλά τα πρόσωπα είναι εκείνα που μου «δείχνουν» την συνέχεια της υπόθεσης. Στο μυθιστόρημα όμως που τώρα γράφω, επειδή είναι ιστορικό, ακολουθώ μια άλλη οδό: Διαβάζω και παράλληλα ακούω τους ανθρώπους που έχουν βιώσει την περίοδο του Εμφύλιου, αφού εκεί αναφέρεται το βιβλίο μου.

Ζηλεύετε την εμπορική επιτυχία βιβλίων που οι περισσότεροι χαρακτηρίζουν ως «ελαφρά», αλλά κατά περίεργο τρόπο αυτά διατηρούνται στην κορυφή της λίστας των ευπωλήτων για εβδομάδες , ακόμη και μήνες; Θα μπορούσατε να γράψετε ένα τέτοιο βιβλίο και θα αισθανόσασταν υπερήφανος για την εμπορική του καταξίωση, παρά την υποψία σας ότι σε λίγο καιρό το μόνο που θα απέμενε από αυτό θα ήταν κάποιες χιλιάδες παραπάνω ευρώ στην τσέπη σας;

Ποτέ δεν ζήλεψα την εμπορική επιτυχία κάποιου βιβλίου, είτε αυτό ανήκει στην κατηγορία των καλών είτε ανήκει στα λεγόμενα «ελαφρά».  Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό έχει να κάνει με τον «μηχανισμό» στήριξής του που δρα πίσω απ’ αυτό, και στο θέμα αυτό αναφέρθηκα στην προηγούμενη ερώτηση. Με την διαφορά ότι το «ελαφρύ» βιβλίο θέλει κάτι παραπάνω…

Κάτι ανάλογο παρατηρείται κατά καιρούς και στη χώρα μας. Βιβλία που είναι για καιρό στα ψηλότερα ράφια δεν αξίζουν πραγματικά να είναι εκεί, και κάποια άλλα, αξιόλογα, πατώνουν.  Είπαμε, εκδοτικός οίκος, διαφήμιση, προώθηση κ.τ.λ. Συμβαίνουν αυτά. Προσωπικά δεν θα αισθανόμουν υπερήφανος σε καμμία των περιπτώσεων, σας είπα ήδη ότι δεν γράφω με στόχο να βάλω κάποια ευρώ στην τσέπη μου. Περήφανος έτσι κι αλλιώς είμαι για τα δημιουργήματά μου, τα οποία θεωρώ ως μέλη της οικογενείας! Μου αρκεί που νοιώθω ευτυχισμένος που μπορώ και γράφω.

Και κάτι ακόμα. Ζω στην Μυτιλήνη και, όπως προείπα, υπηρετώ στο Πυροσβεστικό Σώμα. Είμαστε στην άκρη της Ελλάδας, μακριά από την Αθήνα, με ό,τι θετικό ή αρνητικό απορρέει απ’ αυτό. Αυτό που πραγματικά ζηλεύω είναι οι πολιτιστικές εκδηλώσεις, που στην πρωτεύουσα είναι πολλές και συχνές. Αυτή τν λάμψη της Αθήνας, ναι! την ζηλεύω. Οι εκδηλώσεις στο νησί μου, την Λέσβο, με επίκεντρο το βιβλίο σπανίζουν -κι αυτό είναι δραματικό. Ο τόπος μας γέννησε και άνδρωσε πολλούς αξιόλογους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Κι εμείς, οι ζώντες στα ακριτικά νησιά, αντί να φροντίσουμε να καλύψουμε το πολιτιστικό μας κενό, τα καλοκαίρια προτιμούμε να γεμίσουμε τις καρδιές μας με ονόματα εφήμερα, που ωστόσο βρίσκονται ψηλά στην μαρκίζα της διασκέδασης. Έτσι όμως απλώς αδειάζουμε την ψυχή  και τον νου μας…

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!