Κύματα του Βοσπόρου (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Η Μαίρη Μαγουλά κέντρισε το ενδιαφέρον μας με το παρθενικό της μυθιστόρημα Κύματα του Βοσπόρου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Πρόκειται για ένα σπονδυλωτό και πολυπρόσωπο μυθιστόρημα, ένα χρονογράφημα ουσιαστικά, από την στιγμή που οι ήρωες τοποθετούνται εντέχνως στο ιστορικό γίγνεσθαι, που, παραμένοντας πιστά σε χρονολογίες και γεγονότα, αφήνει τους πρωταγωνιστές ν΄ αναπνεύσουν ελεύθερα και ν΄ ακολουθήσουν τις τεθλασμένες γραμμές τής ζωής τους.

Ο κύριος στόχος τής Μαίρης Μαγουλά δεν ήταν ν΄ αναπλάσει τον ιστορικό χρόνο μυθιστορηματικά, αλλά να προσδώσει στους ήρωές της την αύρα μιας εποχής σ΄ έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο και -κυρίως- να εμφυσήσει σε αυτούς τις αρχές, τα χαρακτηρολογικά στοιχεία, την εμμονή στα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα της φυλής των Γραικών, των «Γκιαούρηδων», όπως αποκαλούνταν τότε από τους Τούρκους, της Πόλης.

Γι΄ αυτό πιθανώς και ο τιτλισμός των κεφαλαίων είναι λιτός και σαφής, εξαντλούμενος στην επισήμανση της εκάστοτε χρονιάς για μια περίοδο από το 1926 έως το 1964.

Στην συνέχεια, βέβαια, ο καθένας βιώνει τις δικές του, προσωπικές κι εξατομικευμένες εμπειρίες, τις γεύσεις του «φρούτου» της ζωής, όπως αυτές προσιδιάζονται για τον καθένα ξεχωριστά. Η ευτυχία, ο πόνος, ο έρωτας, η εγκατάλειψη, ο πόλεμος, ο θάνατος, είναι καταστάσεις που κάθε ήρωας του βιβλίου βιώνει με τον δικό του τρόπο, ποτέ όμως αποσπασματικά κι εντελώς απομονωμένα από τους υπόλοιπους, αφού, κατ΄ απαίτηση της συγγραφέως οι ζωές των πρωταγωνιστών της αλληλοεπηρεάζονται, λες και διέπονται από μια ανυπέρβλητη, αδυσώπητη θα έλεγα, «αρχή συγκοινωνούντων δοχείων».Μαίρη Μαγουλά

Οι ήρωες της Μαίρης Μαγουλά, κινούμενοι στον χωροχρόνο ανά ζεύγη ή κατά μόνας, πορεύονται υπό το άχθος της προσωπικής τους μοίρας, πάντα όμως βάσει ενός αδιόρατου «αζιμούθιου», μιας πυξίδας πιο σωστά, που αδιάλειπτα δίνει το στίγμα τους εντός ενός προκαθορισμένου ιστορικού τερέν. Ο λόγος είναι απλός: Η σημαντικότητα των γεγονότων τού ξεριζωμού του μικρασιατικού ελληνισμού από την Σμύρνη, οι αλλεπάλληλες εκτοπίσεις, αργότερα, από την Κωνσταντινούπολη (την Πόλη, όπως πάντα στόλιζε τα χείλη των Ρωμιών) και, σε τελευταία ανάλυση, ο σταδιακός αφελληνισμός της Μικράς Ασίας, όλα αυτά από μόνα τους διατηρούν μια ισχυρή δυναμική που καταδυναστεύει την σύγχρονη ελληνική Ιστορία, που στιγματίζει, ίσως ακόμη μέχρι τις μέρες μας, την κοινωνική, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της φυλής μας.

Αλλά πέρα από αυτό, οι μνήμες εκείνων των γεγονότων, όπως διερμηνεύτηκαν στο θυμοειδές του λαού μας κι έλαβαν με το πέρασμα του χρόνου χαρακτήρα θρυλούμενων, σαφέστατα επηρέασαν την ψυχοσύνθεση του λαού μας και διαμόρφωσαν ένα πάγια συγκινησιακό φορτίο που ίσως για πολλές δεκαετίες ακόμη θα διαμορφώνει την σύγχρονη ελληνική συνείδηση, την ψυχολογία και την πνευματικότητα του λαού μας.

Από αυτήν την άποψη, ο αγώνας της συγγραφέως για τεκμηρίωση όσων αναφέρει δεν περνά απαρατήρητος. Οι γνώσεις και οι πληροφορίες που μας παρέχει είναι και πλούσιες και ακριβείς, δένονται ταιριαστά με τον μυθολογικό ιστό του βιβλίου που, εκτός όλων των άλλων, βρίθει πραγματολογικών στοιχείων σχετικά με την ζωή εκείνων των Ελλήνων της Ανατολής. Οι αναφορές της αυτές όχι μόνο καταφέρνουν να χαλαρώσουν τον αναγνώστη από την ένταση της ροής και εξέλιξης του μύθου των πρωταγωνιστών της, αλλά συχνά προάγουν, δικαιολογούν ή επεξηγούν τις πράξεις ή παραλείψεις τους, τις αποφάσεις και γενικότερα τον τρόπο του σκέπτεσθαι, καθώς όλοι οι άνθρωποι ουσιαστικά δεν αποτελούν παρά «τέκνα» της εποχής τους.

Αυτή η υποταγή στην κοινωνική συνείδηση, όπως λέμε, αποτελεί θεμέλιο λίθο για τον τρόπο που η συγγραφέας αντιλαμβάνεται τις δράσεις των πρωταγωνιστών του βιβλίου της. Χωρίς η ιστορική λεπτομέρεια να καταδυναστεύει την ροή και την πλοκή της μυθιστορίας, η αλήθεια της ζωής, της καθημερινότητας εκείνων των Ελλήνων προκύπτει αβίαστα από πλήθος αφηγηματικών εικόνων, χρωματίζοντας έντονα και πειστικά την ατμόσφαιρα, τον περίγυρο και την καθημερινότητα των Ελλήνων της Πόλης.

Τέλος, η συγγραφέας αποτολμά (και καταφέρνει) το δυσκολότερο: Να σκιαγραφήσει, τρόπον τινά, την αύρα, να σχηματοποιήσει το στίγμα του ελληνισμού σ΄ εκείνα τα δύσκολα χρόνια των πολέμων, των ξεριζωμών, της διχόνοιας και της δυστυχίας, υπογραμμίζοντας πως, ακόμη και στο σκοτάδι μιας καταστροφής, οι άνθρωποι δεν παύουν να ερωτεύονται, να ελπίζουν, να αφήνουν τον σπόρο τους στην γη με πνευματικά και καλλιτεχνικά δημιουργήματα, με παιδιά κι εγγόνια, με παραδόσεις κι έθιμα, συνήθειες άλλοτε αφελείς κι άλλοτε αξιοσημείωτες, λέξεις και γραπτά. Γιατί, ευτυχώς, οι άνθρωποι πάντα «ακουμπούσαν» στην ελπίδα και πορεύονταν με το βλέμμα στο μέλλον.

Οι πολίτες (ή πιο σωστά οι υπήκοοι) της συγκεκριμένης εποχής και γεωγραφικής θέσης, χωρίς βεβαίως ν΄απεμπολούν την εθνική, θρησκευτική και φυλετική τους ταυτότητα, στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είχαν πλήρη συνείδηση του ότι, αυστηρώς πολιτικά, υπάγονταν στην μεγάλη «οθωμανική οικογένεια», την εγκατεστημένη σε αυτό που οι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν ως «Ευρασία». Πρόκειται για ένα μωσαϊκό λαών με διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις και καταβολές, ήθη και έθιμα, θρήσκευμα και βιοθεωρίες, υποκείμενων ωστόσο σε μια κοινή πολιτική Αρχή -παλαιότερα μεν την αδιαμφισβήτητη και παντοδύναμη εξουσία του σουλτάνου, αργότερα δε την εκάστοτε πολιτική κεφαλή του κράτους των Νεοτούρκων.

Ασφαλώς είχαν την αίσθηση (κάποιοι δε και την επίγνωση) της κατάστασης του Μεγάλου Ασθενούς, όπως στα ευρωπαϊκά διπλωματικά σαλόνια συνήθιζαν παλαιότερα ν΄ αποκαλούν την άλλοτε κραταιά Υψηλή Πύλη, δηλαδή το καθεστώς των Τούρκων σουλτάνων. Αργότερα, το καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ φρόντισε να εντείνει τις ανησυχίες τους, καθώς η καθημερινότητά τους γινόταν ακόμη δυσκολότερη -οι τουρκικές Αρχές φρόντιζαν με ζήλο κι επιμονή να επιδεινώνουν τις συνθήκες διαβίωσης και επαγγελματικής ανάπτυξης των αλλοπίστων.

Ωστόσο, εν τοις πράγμασι, οι ζωές όλων ήταν αλληλένδετες με αυτές των γειτόνων, των συμπολιτών, ανεξαρτήτως εθνικότητας και θρησκεύματος. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η συνύπαρξη πολλών λαών υπό την σκέπη του τουρκικού κράτους υπήρξε κατά το μάλλον ειρηνική. Δεν θα πρέπει να λησμονούμε πως, όποτε λαοί οδηγήθηκαν σε εχθρότητες και ανταγωνισμούς (με οικτρά ως επί το πλείστον αποτελέσματα), ήταν ακριβώς γιατί οι πολιτικές ηγεσίες τους υποδαύλιζαν έχθρες και αναθέρμαναν διχόνοιες. Αυτή η γενική αλήθεια δεν περνάει απαρατήρητη από την συγγραφέα, που φροντίζει επιμελώς να την αναδείξει μέσα από την πορεία κάποιων πρωταγωνιστών τού βιβλίου της.

Κύματα του Βοσπόρου

Συμπερασματικά, το πρώτο βιβλίο τής Μαίρης Μαγουλά, υπό τον τίτλο Κύματα του Βοσπόρου, αποτελεί ένα αψεγάδιαστο δείγμα των δυνατοτήτων τής γράφουσας και του τι θα πρέπει να περιμένουμε από αυτήν στο μέλλον. Παρά το γεγονός ότι ο όγκος της μυθιστορίας οφθαλμοφανέστατα ασφυκτιά στον περιορισμένο «χώρο» των 635 σελίδων του (κατά την άποψή μου θα έπρεπε ν΄ αναπτυχθεί σε μια τριλογία με συνολικό «εκτόπισμα» άνω των 1.600 σελίδων!), ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται κι εκτιμά την ποιότητα του ύφους, τον κόπο της συγγραφής και -σαφώς- το απαράμιλλο ενδιαφέρον που κεντρίζει η θεματολογία του.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!