Μαρία Λιάσκα: Η εκδίκηση δεν έχει θέση στην επανάσταση

[ συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Την γνωρίσαμε το 2014, όταν μας σεργιάνισε στα αιματοβαμμένα στενοσόκακα της ιστορίας της πατρίδας και του λαού μας, με το υπέροχο Μη μου πεις το τέλος. Έναν χρόνο αργότερα, η ταλαντούχα Μαρία Λιάσκα επανέρχεται με ένα βιβλίο – ευαγγέλιο: Το Ο κύκλος με τη θάλασσα, που θα κόψει την ανάσα των ανυποψίαστων αναγνωστών. Τελικά, το να συνομιλείς μαζί της αποτελεί από μόνο του μια πράξη εξέγερσης!

Ένα Μη μου πεις το τέλοςβιβλίο, λοιπόν, για τους απανταχού εξεγερμένους! Γι΄ αυτούς που οι ζωές, τα όνειρα, τα υπάρχοντα καταπατήθηκαν και λεηλατήθηκαν. Λέγεται πως «το αίμα διψά για αίμα». Τι σημαίνει για εσάς η λέξη «εξέγερση»; Αρχίζω με αυτό το ερώτημα διότι, όπως φαίνεται, έχουμε ήδη εισέλθει στον αιώνα της πραότητας, της συγκατάβασης, της εν λευκώ παράδοσης και της μαλθακότητας. Η εικόνα τής ανά την υφήλιο βίας και των πολέμων δεν ξεγελά κανέναν: Χιλιάδες μπαίνουν στον χορό της μάχης, μα εκατομμύρια παραμένουν ως απαθείς θεατές του καναπέ και του βολέματος… Ιδίως στον λεγόμενο «Δυτικό κόσμο». Πού θεωρείτε ότι οφείλεται αυτή η γενική κατάπτωση του αγωνιστικού φρονήματος των ανθρώπων, αυτή η κάμψη της διάθεσης για διεκδικήσεις;

Εξέγερση, απλά, είναι η αυθόρμητη αντίδραση και η αντίσταση σε κάτι που δεν σου αρέσει. Είναι μια έντονη αντίδραση στο «κάθε» που είναι ενάντια στην ψυχική, την ηθική ή την σωματική σου ασφάλεια τη δική σου ή/και του άλλου. Ανάλογα με την ιεράρχηση του καθενός. Το εάν και το πότε κάποιος θα εξεγερθεί καθορίζεται από ένα σωρό παράγοντες. Όσο για την εκδίκηση που με ρωτάτε, δεν έχει θέση στην επανάσταση. Μπορεί αρχικά να λειτουργήσει σαν σπινθήρας στην πυροδότηση της εξέγερσης, όμως η πραγματική ελευθερία δεν έχει σχέση με τον φόνο μα με την ίδια τη ζωή. Ο κύκλος με τη θάλασσα

Η γιαγιά που δίνει τη πενιχρή σύνταξη για να θρέψει άγνωστα σε αυτήν περιπλανώμενα «εγγόνια» έχει ήδη κάνει μια επαναστατική πράξη

Σήμερα πια, μετά από τόσους αιώνες, τα κέντρα εξουσίας έχουν βρει αποτελεσματικότερες τακτικές ελέγχου σε σύγκριση με παλιότερα. Νομίζω πως ξέρουν πια ποιο είναι εκείνο το σημείο στο οποίο μπορούν να φέρουν μεν την εξαθλίωση στις ζωές των ανθρώπων, άλλα να είναι και λίγο ψηλότερα από το σημείο όπου οργανώνεται η εξέγερση ή -ακόμη χειρότερα- η επανάσταση. Το κακό είναι πως ενώ η εξουσία έχει εξελίξει τους τρόπους και τις μεθόδους, εμείς όλοι δεν φροντίσαμε ανάλογα την παιδεία μας. Έτσι, συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε αν και ποιοι μας ελέγχουν ή/και μας καθοδηγούν. Για να εξεγερθείς θα πρέπει να σε ενοχλεί κάτι. Αν έχεις συνηθίσει την ασχήμια, τη βία- σε όποια μορφή-τότε δεν σε ενοχλεί ή δεν σε ενοχλεί και τόσο πια…

Ίσως πάλι οι πραγματικές επαναστάσεις να γίνονται όταν δεν έχεις να φας. Όταν ο άνθρωπος δεν έχει τίποτα να χάσει, τότε θα εξεγερθεί. Όταν -δυστυχώς- η συμφορά χτυπήσει την δική μας πόρτα, τότε θα ενοχληθούμε. Όταν η ελπίδα δεν υπάρχει σαν καλό στο κουτί της Πανδώρας, αλλά σαν πτώμα. Ίσως εξέγερση να είναι η αντίδραση, όταν η δράση είναι η απελπισία.

Πάντως δεν συμφωνώ απόλυτα στη γενίκευση αυτή που ακούμε συχνά, πως δηλαδή δεν αντιδρούμε, είμαστε στον καναπέ κλπ. Ακόμη και η στάση του απλού κόσμου ως προς τους πρόσφυγες -για παράδειγμα- απορρίπτει την παθητική στάση. Είμαστε ο μόνος λαός που έδειξε τέτοια αλληλεγγύη . Άλλο να δίνεις από το στέρημά σου κι άλλο από το περίσσευμα. Η γιαγιά που δίνει τη πενιχρή σύνταξη για να θρέψει άγνωστα σε αυτήν περιπλανώμενα «εγγόνια» έχει ήδη κάνει μια επαναστατική πράξη. Και δεν είναι η μόνη. Άλλαξαν οι εποχές, μπορεί ο επαναστάτης να μην κρατάει λάβαρο… να κρατάει απλά το χέρι αυτού που το έχει ανάγκη.

Άλλαξαν οι εποχές, μπορεί ο επαναστάτης να μην κρατάει λάβαρο… να κρατάει απλά το χέρι αυτού που το έχει ανάγκη

Η σύνδεση της μερικής κατάκτησης της Κύπρου με τους αγώνες των Ιρλανδών για ανεξαρτησία αποτελεί -κατά την γνώμη μου- τόλμημα, για δύο κυρίως λόγους: Πρώτον, επειδή τα χαρακτηριστικά των δύο περιπτώσεων δεν παρουσιάζουν αρκετούς «κοινούς τόπους», ως προς τις δρομολογημένες μετέπειτα αντιδράσεις στον χώρο της επίσημης διεθνούς διπλωματίας (στο ζήτημα του Κυπριακού, για ευνόητους λόγους, ακόμη μέχρι τις μέρες μας, αξιοσημείωτη παραμένει η ανάμιξη διεθνών οργανισμών αλλά και κρατών). Δεύτερον, επειδή η λαϊκή αντιπαράθεση προς αποκατάσταση της δικαιοσύνης πήρε, στην πορεία, διαφορετικούς δρόμους (είναι γνωστή η ένοπλη σύγκρουση του ιρλανδικού ΙΡΑ και των ποικίλλων παραφυάδων του με τις δυνάμεις των Βρετανών, οι βομβιστικές -κατά πολλούς τρομοκρατικές- επιθέσεις με τα αμέτρητα θύματα, μεταξύ των οποίων και αρκετοί αθώοι πολίτες, σε αντίθεση με την «ήπια» αντιδραστική οδό που επέλεξαν οι αδελφοί Κύπριοι). Στην δε περίπτωση των τελευταίων, εντύπωση κάνει το γεγονός ότι, κατά την διάρκεια της εξέγερσης κατά των Βρετανών, η ένοπλη αντιπαράθεση υπήρξε μονόδρομος και σχεδόν καθολική πρακτική, ενώ δεν ακολουθήθηκε η ανάλογη πρακτική μετά το 1974 -χρονιά εκδήλωσης του πρώτου «Αττίλα». Πώς ερμηνεύετε αυτή την διαφοροποίηση και ποια η προσωπική άποψή σας και εκτίμηση επί του θέματος;

Μαρία ΛιάσκαΟι ήρωες της ιστορίας μου τυχαίνει να είναι από την Κύπρο, από την Ελλάδα, από την Β. Ιρλανδία. Αυτοί φτιάχνουν την πλοκή, τη δράση, ρωτούν, απαντούν. Από τη δική τους σκοπιά κινούν τα νήματα. Ένας συγγραφέας όσο αντικειμενικός και να θέλει να είναι μιλάει με τους ήρωές του. Κι αυτοί μιλούν. Τη δική τους αλήθεια λένε. Αυτήν που έζησαν. Δεν έχω συνειδητά υπεισέρθει σε ζητήματα του Κυπριακού όπως για παράδειγμα «αν αντέδρασαν ήπια ή όχι οι Κύπριοι μετά τον Αττίλα». Αυτό το αφήνω σε κάποιον πιο ειδικό. Ο κοινός -στις δυο χώρες-παρονομαστής είναι σαφώς οι Βρετανοί και ο ρόλος που έπαιξαν. Κοινό επίσης είναι πως οι απλοί άνθρωποι αγωνιστήκαν για την ελευθέρια τους. Το μυθιστόρημα δεν είναι ντοκιμαντέρ να στοιχειοθετείται απόλυτα πάνω στα χνάρια του Ιστορικού. Εγώ ψάχνω αυτά που πετά ο ιστορικός. Το νόημα είναι ακριβώς αυτό, πως όσο διαφορετικοί και να είναι δυο κόσμοι ο αγώνας για την αυτοδιάθεση και την ελευθερία στη ζωή είναι κοινός.

Μια ερώτηση που πάντα αγαπώ να θέτω στους συγγραφείς είναι το πώς εξελίσσουν τον «μύθο» τους. Κάποιοι χαράζουν την αρχιτεκτονική δομή μιας ήδη τετελεσμένης στο μυαλό τους ιστορίας και κατόπιν απλώς μεταφέρουν στο χαρτί (ή πιο σωστά στον ηλεκτρονικό τους υπολογιστή) το όλο «οικοδόμημα». Άλλοι ξεκινούν έχοντας πιστέψει σε μια έμπνευση ή ιδέα και στην πορεία αφήνονται να παρασυρθούν υπό την επήρεια των γεγονότων και των χαρακτήρων που περιγράφουν. Εσείς πώς λειτουργείτε ως συγγραφέας;

Συνήθως δεν έχω σχεδιάγραμμα. Οι ήρωες υπάρχουν στο μυαλό μου. Πρώτα φτιάχνονται αυτοί και μετά  η ιστορία. Ίσως αυτό να είναι λίγο παράδοξο. Ίσως τεχνικά να μην είναι άρτιο. Δεν ξέρω. Πολύ καιρό τους κουβαλώ μαζί μου. Γίνονται κανονικοί άνθρωποι και μετά τους συμβαίνει μια ιστορία. Αυτήν την ιστορία γράφω. Αυτοί την γράφουν.  Δεν την ξέρουν από πριν. Ούτε κι εγώ…

Η πλοκή του μυθιστορήματός σας πατά σε δύο ετεροχρονισμένες περιγραφές – δράσεις: Το τότε (1974 κι εντεύθεν) και το τώρα (2012). Ομολογουμένως η αφήγηση αποτελεί έναν άρτια δομημένο κορμό, χωρίς χάσματα και κενά. Εντύπωση κάνει η αμεσότητα με την οποία αφηγείστε τα διαδραματιζόμενα, σε πάμπολλα δε σημεία η αγωνία κορυφώνεται κατά τρόπο ζηλευτά εκρηκτικό! Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου σας, ο αναγνώστης παραδίνεται έρμαιος στις αλλεπάλληλες ανατροπές που κόβουν την ανάσα. Ακολουθήσατε παραδοσιακά την ιστορία σας ή στην πορεία της συγγραφής την κατευθύνατε εκεί που εσείς εξ αρχής θέλατε;

Καταρχήν σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Στην αρτιότητα της δομής βοηθά φυσικά και η επιμέλεια. Είχα την Ανδρονίκη Μαστοράκη που με βοήθησε εξαιρετικά σε αυτό. Όσο για το πώς ακολουθώ την εξέλιξη της ιστορίας μου είναι νομίζω το ίδιο που έλεγα και πριν… οι ήρωες τη γράφουν… εκείνη την ώρα.

Παίρνεις με όλες τις αισθήσεις σου άρωμα και γεύση και με όλες τις αισθήσεις γράφεις. Γιατί και η έμπνευση δεν δημιουργείται εκ του μηδενός. Πρέπει να βάζεις και λίγα ξύλα στη φωτιά…

Και στα δύο βιβλία σας, το Μη μου πεις το τέλος και το Ο κύκλος με τη θάλασσα, αγγίζετε τα όρια του ιστορικού μυθιστορήματος χωρίς να δείχνετε έτοιμη να κατακτήσετε στην ουσία του τον εν λόγω χαρακτηρισμό. Και τα δύο θα τα ενέτασσα στον χώρο της μυθιστορίας και πιστεύω ότι έτσι θα επιθυμούσατε και η ίδια. Είναι ωστόσο έκδηλη και κατανοητή η αθέατη πλευρά της δουλειάς σας (ανάγνωση βιβλιογραφικών πηγών, βιωματικές εμπειρίες, αφηγήσεις τρίτων, διαδίκτυο κ.λπ.). Δυστυχώς λίγοι στις μέρες μας είναι διατεθειμένοι ν΄ αφιερώσουν ένα αρκετά μεγάλο χρονικό τους απόθεμα στην έρευνα, προκειμένου να καταστούν ικανοί να ξεκινήσουν την συγγραφή. Πόσο ευχάριστο και πόσο οδυνηρό είναι αυτό για εσάς; Ποια βήματα ακολουθείτε και πόσο δίνεστε σε αυτήν την τόσο κοπιαστική διαδικασία;

Ίσως πιο σωστά να λέγαμε πως « ιστορικό» είναι εκείνο το μυθιστόρημα που γράφτηκε για κάποιο ιστορικό πρόσωπο. Π.χ. Γράφω για τονΜαρία Λιάσκα Μέγα Αλέξανδρο, άρα είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Τα δικά μου βιβλία έχουν στο φόντο την Ιστορία. Η Ιστορία η συλλογική μπλέκεται με τις προσωπικές διαδρομές των ηρώων ή καλύτερα το αντίστροφο. Δεν είναι κουραστική για μένα η έρευνα. Η έρευνα μάλιστα ίσως είναι λίγο πιο βαρύγδουπη λέξη για τη δουλειά που κάνω. Η μελέτη  -ας το πούμε έτσι- των ιστορικών περιόδων που με ενδιαφέρουν είναι ευχάριστη και μέσα από αυτή μού γεννιούνται και πολλές ιδέες για εν δυνάμει μυθιστορήματα. Η λέξη «μελέτη» δεν πρέπει να γεννά τη βαρετή εικόνα κάποιου που διαβάζει αναγκαστικά ογκώδη, δυσνόητα βιβλία. Για να ζωντανέψεις μια εποχή πρέπει να «ζήσεις» σε αυτήν τεχνητά. Να ακούσεις τη μουσική της, να μιλήσεις τη γλώσσα της, να γευτείς τα φαγητά της, να ντυθείς τα ρούχα της, να γνωρίσεις τους ανθρώπους της. Παίρνεις με όλες τις αισθήσεις σου άρωμα και γεύση και με όλες τις αισθήσεις γράφεις. Γιατί και η έμπνευση δεν δημιουργείται εκ του μηδενός. Πρέπει να βάζεις και λίγα ξύλα στη φωτιά…

Δεν ξέρω αν η σκληρή δουλειά χαρίζει τις δάφνες τελικά… Έχω δει και ανθρώπους που δούλεψαν πολύ σκληρά και δεν είδαν τις δάφνες

Λέγεται πως, σε κάθε δημιουργική ενασχόληση, το ταλέντο είναι μεν η βασική προϋπόθεση, μα η σκληρή δουλειά είναι που τελικά χαρίζει τις δάφνες. Θα ήθελα το σχόλιό σας.

Εννοείται πως το ταλέντο είναι ένας ρυθμιστικός παράγοντας βασικός. Η συνέπεια, η πρόθεση και ο στόχος του καθένα είναι επίσης παράγοντες πολύ καθοριστικοί. Για να είμαι ειλικρινής, δεν βρίσκω κοπιαστική την «δουλειά» του συγγραφέα. Είναι πολύ περισσότερο κοπιαστικό να σηκώνεσαι το πρωί για να πηγαίνεις για δουλειά οπουδήποτε αλλού, ειδικά σήμερα με τις σημερινές σχεδόν μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας. Δεν ξέρω αν η σκληρή δουλειά χαρίζει τις δάφνες τελικά… Έχω δει και ανθρώπους που δούλεψαν πολύ σκληρά και δεν είδαν τις δάφνες. Ας ευχηθούμε -στην τέχνη τουλάχιστον- τις δάφνες να τις δίνει ο κόσμος και μάλιστα ανεπηρέαστος.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι δομημένο έτσι, ώστε να φτιάξει ανθρώπους που σκέπτονται, αμφισβητούν, έχουν ικανότητα κρίσης

Ποια η άποψή σας για τις… αναγνωστικές επιδόσεις της νέας γενιάς; Θεωρείτε πως το σύστημα της νεοελληνικής Παιδείας ωθεί τους νέους στην αποθησαύριση γνώσεων και εμπειριών μέσα από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων; Μήπως η σύγχρονη ζωή, η οικονομική κρίση, η αβεβαιότητα των ανθρώπων και η γενικότερη δυσχερής κατάσταση ωθούν την Λογοτεχνία στο περιθώριο;

Μαρία ΛιάσκαΣίγουρα υπάρχουν αξιόλογοι εκπαιδευτικοί στα σχολεία, που μπορούν να ωθήσουν τα παιδιά και τους εφήβους όχι μόνο στη Λογοτεχνία αλλά γενικά στην πλευρά εκείνη της ζωής με τις αξίες που δίνουν νόημα. Τι τύχη, για παράδειγμα, να έχει κάποιο παιδί δάσκαλο τον συγγραφέα, τον κύριο Ζουργό, ο οποίος διδάσκει στα σχολεία μας. Όμως το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι δομημένο έτσι, ώστε να φτιάξει ανθρώπους που σκέπτονται, αμφισβητούν, έχουν ικανότητα κρίσης. Αν δεν αλλάξει η παιδεία στην οικογένεια μέσα και στα σχολεία δεν θα κινητοποιηθούν τα παιδιά, οι νέοι προς την Τέχνη.

Ποια αναγνώσματα «στοίχειωσαν» και «σφράγισαν» τις δικές σας λογοτεχνικές και ιστορικές καταβολές; Ποιοι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς (εντός κι εκτός συνόρων), ποια θέματα δεν θα τολμούσατε να αγγίξετε με την πένα σας και ποιο είναι εκείνο το θέμα που θα θέλατε πολύ να «σκαλίσετε» αλλά δεν το έχετε ακόμη κάνει;

Πραγματικά με στοίχειωσαν όπως το λέτε. Πολλοί συγγραφείς και ακόμη περισσότεροι ποιητές, Έλληνες και ξένοι. Από τον Εξυπερύ μέχρι τον Τολστόι, από τον Μάτεση μέχρι την Ελένη Πριοβόλου, από τον Καμύ μέχρι τον Καλπούζο. Δεν έχω σκεφτεί ποια θέματα δεν θα άγγιζα ποτέ… ίσως γιατί ο συγγραφέας έχει πάντα μια άφεση, έχει τον μύθο της ιστορίας του που τον προστατεύει ή που νιώθει πως τον προστατεύει. Γράφω για τα πάντα, γιατί τα πάντα ερμηνεύονται με λέξεις σε μένα. Τα περισσότερα από αυτά όμως δεν θα δουν τα φώτα της δημοσιότητας. Είναι άλλο να γράφεις κι άλλο να εκδώσεις ένα βιβλίο.

Τι μπορούν οι αναγνώστες να περιμένουν στο άμεσο μέλλον από την Μαρία Λιάσκα;

Το καινούργιο μου βιβλίο φυσικά!

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Carlos Ruiz Zafόn – Ψυχογιός

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Georges Simenon – Άγρα

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!