Μια εκ των έσω θέαση της Αννίτας Λουδάρου

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Συσσωρεύσαμε περιττά, γεμίσαμε απόβλητα. Καταναλωτικά σκουπίδια. Μεγάλωσε απρόβλεπτα η ανάγκη να αποκτούμε συνεχώς νέα πράγματα. Πράγματα όμως, όχι εμπειρίες…

Τελειώνοντας την τελευταία σελίδα του Τράνζιτ, αισθάνθηκα την ανάγκη να επικοινωνήσω με την δημιουργό του, την Αννίτα Λουδάρου -την Ανν Λου, όπως της αρέσει να υπογράφει. Πρόκειται για ένα βιβλίο απίστευτα μεστό, λυρικό, ποιητικό. Δεν κρύβω πως, σε πολλά σημεία του, ζήλεψα την γραφίδα τής συγγραφέως. Ας την απολαύσουμε!

ΤράνζιτΤράνζιτ: Μεταφορά, πορεία, φορτίο, αποστολή, ταξίδι και… πολλά άλλα. Ομολογώ πως ο τίτλος τού βιβλίου σας με βρήκε απροετοίμαστο: Πώς θα θέλατε να τον εννοήσει ο αναγνώστης;

Προσπάθησα με τον τίτλο να δηλώσω μια μετάβαση. Τράνζιτ σημαίνει μετάβαση. Προχωρώ από ένα σημείο σ΄ ένα άλλο, αλλά κάτω από ορισμένες συνθήκες. Προχωρώ χωρίς ν΄ αποκλίνω, να βγαίνω από την πορεία μου, γιατί έχω μαζέψει δυναμική και έχω εφόδια για να προχωρήσω. Την δυναμική μού την δίνουν οι εμπειρίες, η γνώση, οι σκέψεις, οι επαναπροσδιορισμοί.

Σε μια τράνζιτ διαδρομή μεγαλώνω, αυξάνομαι, πλαταίνω, ωριμάζω, συρρικνώνομαι, κλείνω. Κατά κάποιο τρόπο ολόκληρη η ζωή είναι μια τράνζιτ διαδρομή με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς.  Διανύουμε πολλές μεταβατικές εποχές, κατά την διάρκεια της ζωής μας. Εποχές τράνζιτ που μερικές απ΄ αυτές ούτε καν τις νοσταλγούμε. Από την άλλη όμως είναι σαν αυτές οι άχαρες εποχές να μας έφτασαν σ΄εκείνη την άλλη εποχή, που είσαι πια ασφαλής και η θύελλα έχει περάσει…

«Μπορεί να μην είχαμε πολλές σιγουριές, ανεμώνες όμως στο πορτοκαλί βάζο είχαμε πάντα…». Απομόνωσα αυτή σας την φράση, επειδή πιστεύω πως περιγράφει εύστοχα και λακωνικά την «άπλα» σ΄ ένα πράγματι ασφυκτικό περιβάλλον, την αυτάρκεια της «λιτής» ευτυχίας σ΄ έναν κόσμο που διαρκώς κυνηγά χίμαιρες. Τι στ΄ αλήθεια «πλουτίζει» τον σύγχρονο άνθρωπο, ποιοι φόβοι τον συντροφεύουν πριν κλείσει το βράδυ τα μάτια, πόσο πιο ασφαλής και ευτυχής αισθάνεται σήμερα σε σχέση με τον πρόγονό του των σπηλαίων;

Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι συνεχώς κυνηγάμε χίμαιρες. Σε δύσκολες εποχές, όπως είναι η δική μας, χίμαιρες καμιά φορά είναι ακόμα και τα στοιχειώδη, τα αυτονόητα. Κυνηγάμε χίμαιρες, γιατί η πραγματική ζωή πολλές φορές μάς είναι ανυπόφορη και απελπιστική. Κυνηγάμε χίμαιρες για να ξεχάσουμε τους βαθύτερους φόβους που μας κατατρώνε. Βλέπετε, οι ανθρώπινοι ώμοι κουβαλούν ένα μεγάλο φορτίο φόβου. Ο φόβος ανήκει αναπόφευκτα στην ζωή μας. Μας συντροφεύει από την στιγμή της γέννησής μας έως τον θάνατό μας. Σκεφθείτε πως είμαστε τα μόνα πλάσματα της φύσης που γνωρίζουμε πως… θα πεθάνουμε! Δεν γνωρίζουμε τον τρόπο του θανάτου μας, αλλά γνωρίζουμε το αναπόφευκτο και το οριστικό τού θανάτου.

Κάθε στιγμή και μια απώλεια λοιπόν. Ο φόβος μπορεί να μην είναι όλες τις φορές συνειδητός, είναι όμως πάντα παρών. Ο σύγχρονος άνθρωπος ζει κι αυτός κάτω από τις δικές του μοναδικές συνθήκες προσωπικών και κοινωνικών απωλειών. Αυτό που μπορεί να του δώσει μια εσωτερική άπλα είναι η αγάπη. Για να αγαπήσουμε όμως τον διπλανό μας, σημαίνει πως ξέρουμε ν΄ αγαπάμε τον εαυτό μας. Μπορεί η αφορμή να είναι ο άλλος αλλά αν δεν ξέρουμε ν΄ αγαπάμε και ν΄ αποδεχόμαστε τον εαυτό μας, με τις λόξες του και τις ανάγκες του, δεν έχουμε τρόπο ν΄ αγαπήσουμε τον άλλο.Αννίτα Λουδάρου

Όλα αυτά σε μια βαθειά ταξική κοινωνία πέφτουν στ΄ αζήτητα. Όμως ο κόσμος των συναισθημάτων είναι αταξικός και άχρονος και μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να τον αγαπήσουμε. Κάνοντάς τον έτσι και περισσότερο δυνατό μαχητή, για να ορίσει το πολιτικό σύστημα που τον εκπροσωπεί καλύτερα.

Στο μαγαζάκι της Ρίτσας, στο τυροπιτάδικο στην γωνία, στα πλακάκια όπου χύθηκε το αίμα του Παύλου -παντού «χτίζεται» η ιστορία της αδιαφορίας που πληγώνει, της μοναξιάς που συνθλίβει, της χαμένης ευκαιρίας να σταθούμε έστω για μια στιγμή άνθρωποι δίπλα στον συνάνθρωπο. Τελικά ερχόμαστε και φεύγουμε μόνοι σε τούτον τον κόσμο;

Ακόμα και αν ερχόμαστε και φεύγουμε μόνοι απ΄ αυτόν τον κόσμο, στο ενδιάμεσο είμαστε όλοι μαζί. Η αλήθεια όμως είναι πως χανόμαστε. Πως δεν καταφέρνουμε να χαρούμε όσο θα θέλαμε ο ένας τον άλλον.

Ρίξτε μια ματιά τριγύρω. Μιλάμε, αλλά κυρίως μέσα από τα πληκτρολόγια. Δεν ξέρουμε ακριβώς με ποιους μιλάμε. Ποιοι είναι απέναντί μας, αλλά και ποιοι είμαστε εμείς που μιλάμε. Στέλνουμε εικονίτσες τού εαυτού μας ή του άλλου εαυτού μας που θα θέλαμε να είμαστε. Φωτογραφιζόμαστε selfie για αυτοϊκανοποίηση. Να με δουν εδώ στο γνωστό μπαρ με επώνυμους στο μπακγκράουντ. Σαν να θέλει ν΄ αποδείξει η φωτογραφία πως έχουμε φίλους, ζωή. Πολλές υπομνήσεις κατάθλιψης τριγύρω. Πολλοί ηλεκτρονικοί φίλοι. Οι πραγματικοί φίλοι έχουν απαιτήσεις…

Ακόμα όμως και μέσα από τις δυσκολίες πάντα κάτι καταφέρνουμε. Σου τηλεφωνεί ένας φίλος στο κινητό, σου λέει «να είσαι καλά». Μια δυνατή υποτακτική . Κάτι σε πιάνει, κάτι σε ζεσταίνει. Σου ζητάει να είσαι καλά . Μπορεί όλοι να είναι αληθινοί. Να έχουν οι λέξεις νόημα. Να μην μένουμε μόνο στις υποσχέσεις. Ούτε ερωτήσεις, ούτε απαντήσεις, ούτε δικαιολογίες. Η ζωή σού ανταποδίδει ό,τι της δίνεις.

Το σπίτι του το έχτισε με δομική πρώτη ύλη τα βιβλία, αλλά δεν μπόρεσε να βρει το συνεκτικό υλικό που θα έκανε την κατασκευή του σταθερή και ακλόνητη. Στο τέλος, ο φανταστικός πρωταγωνιστής της ιστοριούλας ανακαλύπτει πως για όλη αυτήν την αστάθεια έφταιγε η έλλειψη βιωματικής εμπειρίας δικών του συναισθημάτων. Ποιος, κατά την άποψή σας, είναι ο ρόλος των βιβλίων σήμερα και ποια η αποστολή των συγγραφέων;

Θα  ήθελα πολύ να έβλεπα την πλειονότητα των συγγραφέων να λειτουργούν σαν αναχώματα στην πρωτοφανή προπαγάνδα που εξαπολύουν τα ΜΜΕ, προκειμένου να χειραγωγήσουν τα αναρίθμητα θύματα της οικονομικής κρίσης. Όσο φυσικά αυτό είναι δυνατόν, αφού δεν τους δίνεται ουσιαστικό βήμα λόγου . Δυστυχώς αυτό δεν το βλέπουμε. Μονάχα από μια μικρή μειοψηφία. Οι περισσότεροι είτε σιωπούν είτε υποστηρίζουν και συναλλάσσονται εν ψυχρώ με την εξουσία.

Στο «Τα λόγια θα μείνουνε λόγια» η ζωή στην Ελλάδα της κρίσης ξεδιπλώνεται άδολα, σιγανά, σαν δηλητηριασμένος ορός που ρέει στις φλέβες ενός ανθρώπου που λογίζεται ως ασθενής, αλλά δεν παύει να παλεύει να κρατηθεί στην ζωή. Στο τέλος, η αποκάλυψη: «Η γαρδένια πιάνει πάντα στο βορινό μπαλκόνι, μέσα σε βαρέλι με τρυπούλες ν΄ αναπνέει. Τα στοιχειώδη δηλαδή για να ζήσει». Το εκλαμβάνω ως προτροπή για αναθεώρηση και επαναπροσδιορισμό: Ποια πιστεύετε ότι είναι τα στοιχειώδη για να ζήσει, όχι απλώς να επιβιώσει, ο σύγχρονος άνθρωπος;

Αννίτα ΛουδάρουΜε την ερώτησή σας θυμήθηκα την έκθεση του Χρήστου Μποκόρου, στο Μουσείο Μπενάκη. Έργα ζωγραφικά πάνω σε παλιά, φθαρμένα από τον χρόνο, υλικά. Ελιές, φέτες ψωμί, ένα ποτήρι νερό, μια πετσέτα. Είδα πολλούς θεατές της έκθεσης να προσπαθούν ν΄ αγγίξουν τα έργα σαν να ήταν αληθινά. Σαν να μην πίστευαν πως ένα απλό σαπούνι σού στέλνει αυτή την αίσθηση της υγρασίας που σε διαπερνούσε κοιτάζοντάς το μόνο. Σαν να μην χόρταιναν την εικόνα τού τσαλακωμένου σεντονιού που είναι ακόμα ζεστό από τον ύπνο. Αυτά τα απλά έχουμε ξεχάσει. Τα φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα, τα καθαρά, τα ζεστά, το όλοι μαζί στο τραπέζι, τα μαγειρέματα και τα γλυκά στην κουζίνα, το φρέσκο ζεστό ψωμί, τα χαμόκλαδα να καπνίζουν, τις μοσχοβολιές. Όλα αυτά που μπορείς να κάνεις με το ελάχιστο. Συσσωρεύσαμε περιττά, γεμίσαμε απόβλητα. Καταναλωτικά σκουπίδια. Μεγάλωσε απρόβλεπτα η ανάγκη να αποκτούμε συνεχώς νέα πράγματα. Πράγματα όμως, όχι εμπειρίες. Στοιχειώδη είναι η συνείδηση καταγωγής του τόπου μας , του χρόνου, της ύπαρξής μας. Να πηγαίνουμε μπροστά χωρίς να ξεχνάμε από που κρατάμε…

Στο «Η φωτογράφος» και κατόπιν στο «Η διαδρομή», η γραφή σας είναι εμποτισμένη στην νοσταλγία ενός κόσμου που έφυγε διά παντός, τα κείμενα αποτελούν αναμφισβήτητα ύμνους αφιερωμένους σε μια εποχή που παρήλθε ανεπιστρεπτί, όταν ακόμη οι άνθρωποι μιας συνοικίας, μιας πόλης, γνωρίζονταν μεταξύ τους και οι σχέσεις ήταν πιο εύκολες και αγνές. Θεωρείτε δυστυχισμένες τις πολύ νεότερες γενιές που ίσως δεν αντιλαμβάνονται την απώλεια, ακριβώς επειδή δεν έχουν βιώσει τον κόσμο που περιγράφετε, την αυλή, την γειτονιά, επειδή δυσκολεύονται ίσως να πουν «καλημέρα» σε κάποιον περαστικό που δεν τον γνωρίζουν

Θα έλεγα πως κάθε γενιά έχει το δικό της μερίδιο στην νοσταλγία και δεν ξεφεύγει κανένας απ΄ αυτήν. Δεν ξέρω ακριβώς τι νοσταλγούμε. Η ύλη της νοσταλγίας είναι οι άνθρωποι, τα βλέμματα, διάφορες ξεχασμένες εικόνες που τώρα ευωδιάζουν ξανά. Μπορεί να βλέπεις μια ταινία στον κινηματογράφο και να θυμηθείς να νοσταλγήσεις την πατρίδα σου. Θυμάμαι, στο «Δέντρο που πληγώναμε», του Αβδελιώδη, στις τραγιάσκες και στα ανασηκωμένα πουκάμισα νοσταλγούσα τον παππού μου τον Χιώτη. Καμιά γενιά δεν ξεφεύγει από την νοσταλγία. Νοσταλγούμε ό,τι νομίζουμε, ό,τι θυμόμαστε, ό,τι έχουμε ανάγκη και το ζούμε ξανά και ξανά.

«Οι λέξεις αντιστέκονται. Στέκονται αμήχανες και διαλύονται. Τα γράμματα προτείνουν τα μπαστουνάκια τους σ΄ αυτούς που τα χρειάζονται, τα κουλουράκια τους στους πεινασμένους. Είναι αλήθεια πως δεν είμαι καθόλου σίγουρη για το ρόλο ενός κειμένου πια». Φράσεις που μαρτυρούν την αγωνία μιας θλιβερής παραδοχής, ο κόσμος μας ολοένα φτωχαίνει, ο άνθρωπος εξαντλείται σ΄ ένα σύμπαν αφθονίας και ταυτόχρονα ένδειας. Παρακάτω γίνεστε πολύ πιο αποκαλυπτική, αυτοσαρκαστική και συνάμα πικρή: «Δεν ξέρω αν είναι γιατί η εποχή αφήνει όλο και πιο λίγα να σου κλέψουν ή αν τελικά είναι μια εποχή χωρίς δημιουργικές ουσιαστικές εντάσεις». Κατάντησε λοιπόν τόσο φθηνός και ανούσιος ο κόσμος μας; Στερεύει έτσι απλά η ψυχή του συγγραφέα;

Δεν ξέρω αν στερεύει η ψυχή του συγγραφέα. Ο κόσμος δεν είναι φτηνός και ανούσιος. Είναι όμως μια εποχή γεμάτη ψέματα. Εποχή γεμάτη αλλοπρόσαλλες άμυνες και έκτακτα μέτρα. Ένας πλανήτης καθ΄ ύλην αναρμόδιος που λες και οδεύει προς εξαφάνιση. Συγκρούσεις συμφερόντων, διαφορετικά κοινωνικά στρατόπεδα, για ένα υπέροχο τίποτα. Το εγκυρότερο δελτίο ειδήσεων είναι στους τοίχους. Η δυστυχία δεν θέλει υπότιτλους, δεν χρειάζεται ποσοστά. Αυτή η χώρα πεθαίνει. Όποιος την είδε θα την θυμάται χρόνια πίσω. Δεν φτάνει λοιπόν να ονειρεύεσαι. Η ζωή είναι ό,τι γνωρίζουμε και αυτό που τώρα γνωρίζω είναι αρκετά φτωχό. Ασπρόμαυρο. Οι απώλειες δεν είναι αναίμακτες. Ούτε συνηθίζονται οι συντέλειες του κόσμου.

«Μείνε να το παλέψουμε», λοιπόν! Με λέξεις, με χέρια, με έργα, με έρωτα. Τι θα χαρακτηρίζατε ως υποχώρηση; Πόσο… υποκοριστική έχει γίνει η ζωή μας, ακριβώς όπως διαπιστώνετε στο «Μακροβούτι»;

Υποχώρηση για μένα είναι να αποδεχόμαστε να κρατάμε τον εαυτό μας στον ρόλο τού μεγάλο ηττημένου, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή πιστεύουμε πως είμαστε οι μεγάλοι νικητές. Προσπαθώντας ν΄ αποφύγουμε το ρίσκο, παραμένουμε κολλημένοι σε διαδρομές που χαράχθηκαν από κάποιους άλλους που τους επιτρέψαμε να δράσουν κάπως σαν εργολάβοι της ζωής μας. Συνηθίσαμε να περιμένουμε τα δύσκολα από τους άλλους και τα εύκολα από εμάς. Νοθεύουμε σκέψεις, συναισθήματα, σχέσεις, στιγμές, και δημιουργούμε μια φτήνια, μια διαρκή έκπτωση -και μετά απορούμε που η ευτυχία είναι τόσο μακριά.

Φτάνοντας στο «Ποίηση, μια υπόθεση κοινωνική», είχα την αίσθηση πως διαβάζω τον «καταραμένο» Ρεμπώ ή τον Βερλέν σε πρόζα! Τι δεν καταλαβαίνουν οι «πολλοί» στην ποίηση και την φοβούνται; Γράφετε εσείς ποίηση;

Νομίζουμε πως όταν μελετάμε ένα βιβλίο καλής ποίησης, μελετάμε ποίηση. Θα έλεγα πως τα βιβλία είναι αφορμές για ποίηση. Η ποίηση είναι κάτι που συμβαίνει μέσα μας. Κάτι που έχει την δύναμη να σε κάνει πλουσιότερο. Κάτι σαν την ακαριαία στιγμή που φέρνει μαζί της την αλήθεια της. Όπως τα χρώματα που αλλάζουν με το φως κάθε στιγμή.

Στο βιβλίο του Γιάννη Στίγκα «Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο» βρήκα μια υπέροχη περιγραφή τού τι σημαίνει ποίηση και γιατί κάποιοι δεν είναι κοντά της:

Γιατί η ποίησηΑννίτα Λουδάρου

-ψιτ, μεγάλε-

δεν είναι αιώρα ρεμβασμών

δεν είναι το φτερωτό σου κατοικίδιο.

-ψιτ, μεγάλε-

Όταν υποδύεσαι το φεγγάρι

Να το υποδύεσαι και στην χάση του

Δε θα σ΄ το κάνω πιο λιανά-

Αν το νοείς αυτό έχει καλώς

Αλλιώς

ε, ρε Μαγιακόφσκι που σου χρειάζεται.

Είστε αισιόδοξη για το μέλλον των ανθρώπων; Τι θα θέλατε να αλλάξετε, αν σας δινόταν η δυνατότητα, στην Ελλάδα, και τι στον ίδιο σας τον εαυτό;

Είμαι από την φύση μου αισιόδοξη. Θα ήθελα να δώσουμε μιλιά σε ό,τι αμίλητο κουβαλάμε μέσα μας. Να ακουσθεί ο νέος λόγος μας, τα νέα νοήματά μας. Να πάρει σχήμα δημιουργίας η νευρική μας απάθεια, η σιωπή μας. Να μην κοιτάμε τον χρόνο με ηττοπάθεια, γιατί τότε δεν θα μας φθάσει ποτέ…

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!