Νεφέλη Πόπη Ζάνη: Το θέμα είναι ν΄ αντέχουμε την αλήθεια

[συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Λάτρης της Λογοτεχνίας και της πόλης της, τα όμορφα Γιάννενα, η Νεφέλη Πόπη Ζάνη συνεχίζει μ΄εκείνην την πρώτη ορμή να γράφει βιβλία για τον άνθρωπο. Για την ζωή, τα καθημερινά μας προβλήματα, τους κρυφούς πόθους… Αμετανόητη «επαρχιώτισσα», μα με σκέψη μεστή και γραφίδα απάλαφρη, κυριεύει τις πρωτεύουσες του κόσμου δηλώνοντας στοιχειωμένη από την συγγραφή!

Το superiorbooks.gr την συνάντησε με σκοπό μια ήπια κουβέντα για όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας κι εμείς, αφελώς, προσπερνάμε στρουθοκαμηλίζοντας… Νεφέλη Πόπη Ζάνη

Κατά δική σας παραδοχή, γράφετε συνήθως βιωματικά. Που σημαίνει ότι, σκύβοντας στο πληκτρολόγιο, επικαλείστε «μνήμες» πρόσφατου ή μη παρελθόντος και στην συνέχεια το «ενδύετε» με λογοτεχνικά – μυθοπλαστικά στοιχεία. Έχετε σκεφτεί ποτέ να ξεφύγετε εντελώς από αυτό το μοτίβο και να «περιπλανηθείτε» σε κάτι απόλυτα «φανταστικό», πέρα από τις δικές σας εμπειρίες;

Η γραφή δεν έχει όρια. Δεν έχει σύνορα. Ο αυθεντικός  γραφιάς, συγγραφέας, δημιουργός -όπως θέλετε ονομάστε τον- αυτό το γνωρίζει καλά. Εκεί άλλωστε κρύβεται και η μαγεία της γραφής, στο να μην αφήνει περιθώρια να είναι κανείς απόλυτος. Δεν θα μπορούσα λοιπόν να είμαι απόλυτη και να απαντήσω ναι ή όχι. Έχω αφεθεί στο ταξίδι της συγγραφής και είμαι προετοιμασμένη για ό,τι μου φέρει. Θα  γνωρίζετε  υποθέτω, πως η ιδέα να ξεκινήσει κάποιος να γράψει ένα βιβλίο είναι όπως η σύλληψη ενός εμβρύου περικλείοντας ό,τι αυτό συνεπάγεται: Χαρά, συγκίνηση, αγωνία, ανησυχία, φόβο -καταιγισμό δηλαδή συναισθημάτων και σκέψεων που ωστόσο όχι μόνο δεν σε σταματάνε αλλά σε κάνουν να προχωράς με κάθε τίμημα και κυρίως έχοντας διαγράψει τη λέξη «απόλυτο». Το πώς, πότε και τι είδος θα είναι το κάθε βιβλίο συνήθως το επιλέγει το ίδιο το βιβλίο όσο κι αν αυτό ακούγεται παράξενο. Δεν αποκλείω αλλά ούτε και επιβεβαιώνω λοιπόν τίποτα. Απλά ζω το ταξίδι. Αν είναι να έρθει, καλώς να έρθει! Είμαι έτοιμη!

Η ιδέα να ξεκινήσει κάποιος να γράψει ένα βιβλίο είναι όπως η σύλληψη ενός εμβρύου

Διαβάζοντας τα βιβλία σας κάποιος σκέπτεται πως έχετε αναλάβει μιαν «ιερή» αποστολή -και δεν αναφέρομαι αποκλειστικά στην περίπτωση του Σωτήρη, στο «Γεννημένος δυο φορές». Πιστεύετε στον διδακτικό ρόλο της Λογοτεχνίας;

Ο δοκιμιογράφος Σταύρος Ζουμπουλάκης, στο συνέδριο που έγινε στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, με θέμα «Η νεοελληνική λογοτεχνία σήμερα. Κοινωνία και εκπαίδευση», είπε: «Μιλάμε για τη Λογοτεχνία όχι επειδή μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, αλλά επειδή έχει την ικανότητα να παρουσιάζει καταστάσεις έξω από την εμπειρία μας. Βλέπουμε με τα μάτια των λογοτεχνικών ηρώων τους άλλους και μια τέτοια συνάντηση με τον άλλον μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε τα πάθη μας, γιατί δεν είναι επικίνδυνη. Τα πάντα επίσης εδώ δεν είναι έννοιες και αφαιρέσεις, αλλά ζωντανά πρόσωπα».

Βρήκα άκρως ενδιαφέρουσα την τοποθέτησή του, η οποία με παρέπεμψε σε σκέψεις με τον εαυτό μου, ως προς τα οφέλη της Λογοτεχνίας. Ανέκαθεν η Λογοτεχνία είχε διδακτικό ρόλο -κάτι που καθένας μας το κατανοεί μόνο όταν το ζει. Διαβάζοντας δεν ταξιδεύουμε απλά και μόνο σε άλλους κόσμους, αλλά προβληματιζόμαστε, αναθεωρούμε, χαλαρώνουμε και τόσα άλλα. Όσο αφορά την «ιερή» αποστολή που θέτετε, πιστεύω πως όλοι μας έχουμε μια τέτοια, η οποία μετατρέπεται σε ευλογία μόνο όταν την αντιληφθούμε και αρχίζουμε να πράττουμε αναλόγως.

Βέβαια αυτό σηκώνει ολόκληρη συζήτηση και φοβάμαι πως δεν θα με έφταναν ολόκληρες σελίδες, ώστε να τοποθετηθώ περαιτέρω. Θα πω μόνο αυτό για εκείνους που δεν βρήκαν ακόμα το σκοπό της ύπαρξής τους: Ας αφυπνιστούν. Πώς; Κοιτώντας πρώτα εκ των έσω και έπειτα δίνοντας σημασία στα σημάδια που τους δίνει η ζωή, μέσα από τα βιώματά τους. Η καθημερινότητα μας απορροφά κυριολεκτικά, με αποτέλεσμα να προσπερνάμε την ουσία. Μια πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση με τον εαυτό μας, κάπου κάπου, μόνο καλό θα μας έκανε. Το θέμα είναι ν΄ αντέχουμε την αλήθεια. Γιατί τέτοιου είδους συναντήσεις προϋποθέτουν θάρρος…

Η Λογοτεχνία για εμένα είναι ό,τι το νερό για τον οργανισμό. Πηγή ζωής!

Έχει ειπωθεί ότι η Λογοτεχνία έχει αναλάβει -μεταξύ άλλων- και ρόλο αντικαταθλιπτικού, φαρμάκου κατά των κρίσεων πανικού, ότι δεν περιορίζεται, όπως παλαιότερα, στο να μας κρατάει απλώς συντροφιά. Ποια η άποψή σας;

Νεφέλη Πόπη ΖάνηΔυστυχώς οι κρίσεις πανικού τείνουν να γίνουν ένα είδος μάστιγας της σημερινής εποχής. Είναι μια απίστευτα ψυχοφθόρα κατάσταση που μόνο όποιος την έχει βιώσει μπορεί να καταλάβει το μέγεθός της. Ωστόσο μπορεί να αντιμετωπιστεί, συνήθως συνδυάζοντας ψυχανάλυση και φαρμακευτική αγωγή. Πέραν όμως αυτών των δύο, εάν στην καθημερινότητα μπουν η Μουσική, ο Χορός, η Ζωγραφική, η Λογοτεχνία, το αποτέλεσμα θα είναι όλο και πιο κοντά στο στόχο.

Για να διαβάσει κάποιος ένα βιβλίο, σε όποιο είδος κι αν ανήκει αυτό, θα χρειαστεί να θέσει σε λειτουργία  τη νοητική – συναισθηματική του σκέψη – συναίσθημα. Αυτό σημαίνει πως, την ώρα που διαβάζει το βιβλίο, μεταφέρεται αλλού. Ζει αυτά που διαβάζει. Σύμφωνα με μελέτες, τα εγκεφαλικά κέντρα τού αναγνώστη ενεργοποιούνται όσο διαβάζει, προσπαθώντας να κατανοήσει το βαθύτερο νόημα των όσων διαβάζει, επομένως ενισχύεται έτσι η προσωπικότητα του αναγνώστη. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο καταλυτικά δρα η Λογοτεχνία στην ψυχολογία τού ανθρώπου και ειδικότερα στις κρίσεις πανικού που αναφέρατε. Κατ’ εμέ η Λογοτεχνία στις κρίσεις πανικού και γενικότερα στην ψυχολογία είναι ό,τι το νερό για τον οργανισμό. Πηγή ζωής!

Σε παλαιότερη συνέντευξή σας είχατε αναφερθεί στο ημερολόγιο όπου, ως 13χρονη, «αφήνατε» το «βάρος» των σκέψεών σας στο χαρτί. Η Νεφέλη πλέον μεγάλωσε, έγινε γυναίκα, μάνα… Είναι αρκετό, σήμερα, ένα ημερολόγιο για να ωθήσουμε τα πράγματα στην «αλλαγή»; Μήπως ο πνευματικός άνθρωπος έχει βολευτεί στον «μικρόκοσμό» του, αδιαφορώντας για τα μεγάλα και καυτά προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών, έτσι που και ο ρόλος του να είναι ισχνός αλλά και να προκαλεί στους συμπολίτες του το αίσθημα της εγκατάλειψης και, σ΄ έναν βαθμό, της απαξίας;

Σίγουρα δεν είναι αρκετό ένα ημερολόγιο για να ωθήσουμε τα πράγματα στην «αλλαγή» -είναι ωστόσο σημαντικό. Είναι κατά κάποιο τρόπο η αρχή και, ως γνωστόν, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Δεν ξέρει κανείς σε πια χέρια μπορεί να φτάσει ένα προσωπικό ημερολόγιο και τι μηνύματα θα αφήσει στον αναγνώστη. Ακόμα και για τον ίδιο που το γράφει δεν ξέρει κανείς, με την πάροδο του χρόνου, όταν σε ανύποπτη στιγμή το ξεφυλλίσει ξανά, τι συναισθήματα μπορεί να του δημιουργήσει, ίσως και ιδέες που θα τον οδηγήσουν σε καλύτερη ποιότητα ζωής.

Τώρα, όσον αφορά τον πνευματικό άνθρωπο, δεν πιστεύω πως έχει βολευτεί στον «μικρόκοσμό του», αλλά πως δεν του δίνεται η πρέπουσα σημασία. Γνωρίζω πνευματικούς ανθρώπους οι οποίοι κάνουν αξιόλογο και ζηλευτό έργο που δυστυχώς ελάχιστοι συμπολίτες το γνωρίζουν. Ίσως οι συμπολίτες να νοιώθουν όντως εγκατάλειψη, μα από την άλλη δεν είναι και διατεθειμένοι να έρθουν πιο κοντά στους πνευματικούς ανθρώπους. Φυσικά όχι γιατί τους απαξιώνουν, αλλά γιατί η καθημερινότητα έχει γίνει έτσι που δημιουργεί αποξένωση. Οι πνευματικοί άνθρωποι (έστω κάποιοι από αυτούς) δίνουν το δικό τους μήνυμα μέσα από το έργο τους. Οι συμπολίτες νοιώθουν εγκατάλειψη. Υπάρχουν και ισχύουν και τα δύο, απλά ψάχνουν οι μεν τους δε…

Ζούμε μια περίοδο μπλοκαρίσματος μυαλού, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, που δεν μας αφήνει να δούμε πιο μακριά. Κοιτάμε το δέντρο και όχι το δάσος, και μάλιστα χωρίς να το έχουμε επιλέξει. Αντιλαμβανόμαστε μεν τον εγκλωβισμό, αλλά η τρέχουσα επικαιρότητα δεν μας αφήνει ήρεμους ώστε να δούμε πέρα από τον ορίζοντα. Πνευματικοί άνθρωποι και συμπολίτες συνυπάρχουν -το θέμα είναι να αποφασίσουν κάποτε να συναντηθούν μεταξύ τους, να αφουγκραστούν, να ενωθούν και κυρίως να κατανοήσουν την έννοια του κοινού αγώνα προς το καλύτερο. Πιστεύω εξάλλου πως όλοι μας -λίγο πολύ- είμαστε πνευματικοί άνθρωποι, όπως όλοι μας έχουμε χαρίσματα και ελαττώματα. Το θέμα είναι να τα αποδεχθούμε κάποτε όλα αυτά και να ενωθούμε. Το καλύτερο που ψάχνουμε όλοι μας δεν θα έρθει ουρανοκατέβατο, είναι στο χέρι μας και μόνο, οπότε αντί να διαχωρίζουμε τους ανθρώπους σε πνευματικούς και μη, περιμένοντας ίσως από τους πρώτους αυτό το κάτι, θα είναι προτιμότερο να αφυπνιστούμε και να ενωθούμε!

Οι Έλληνες έγραφαν, γράφουν και θα γράφουν!

Στην χώρα μας παρατηρώ πως γράφουν πολλοί και… πολύ, μα λίγοι διαβάζουν! Κάτι σαν το καθημερινό φαινόμενο του να μιλούν πολλοί και κανείς να μην ακούει! Τι φταίει;

Γνωρίζουμε όλοι μας πως στην Ελλάδα το αναγνωστικό κοινό είναι θλιβερά περιορισμένο. Είναι λυπηρό το γεγονός πως, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα κατέχει μια από τις τελευταίες θέσεις, όσον αφορά το διάβασμα. Τι φταίει;Νεφέλη Πόπη Ζάνη

Πρώτα απ΄ όλα, το σύστημα παιδείας, ο τρόπος που λειτουργούν τα ελληνικά σχολεία. Τα παιδιά φορτώνονται με ψυχολογική πίεση και μαθαίνουν πως το μόνο που πρέπει να κάνουν είναι να αποστηθίζουν αυτά που γράφουν τα σχολικά βιβλία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια απέχθεια αυτομάτως για όλα τα βιβλία, κάθε είδους. Δεν υπάρχουν καινοτόμες ιδέες, τρόποι μάθησης τέτοιοι που θα κάνουν τα παιδιά ν΄ αγαπούν το διάβασμα. Θα μπορούσε π.χ. να υπάρχει η ώρα της Λογοτεχνίας, ν΄ αφιερώνουν εκπαιδευτικοί και μαθητές δυο ώρες την εβδομάδα στην Λογοτεχνία. Να διαβάζουν δηλαδή κλασικούς συγγραφείς, ποιητές, και ν΄ αναλύουν το κάθε έργο, να συζητάνε, ν΄ ανταλλάσσουν απόψεις πάνω σε αυτό, να προβληματίζονται και πολλά άλλα. Θα ήταν ένας όμορφος τρόπος προσέγγισης στο να μάθουν τα παιδιά από μικρά ν΄ αγαπούν το διάβασμα.

Ακόμη ένας παράγοντας που ευθύνεται για το ότι δεν διαβάζουν οι Έλληνες είναι η τηλεόραση. Η τηλεόραση δεν απαιτεί πνευματική εγρήγορση ούτε προσπάθεια κατανόησης των όσων βλέπει ο τηλεθεατής. Οι εικόνες και τα μηνύματα περνούν γρήγορα, οπότε δεν υπάρχει έλεγχος πληροφοριών. Έτσι ο Έλληνας επιλέγει αυτόν τον εύκολο τρόπο για την ενημέρωσή του, επιφανειακά, χωρίς να επεξεργάζεται αυτό που ακούει και βλέπει.

Αλλά και η υψηλή τιμή των βιβλίων στην χώρα μας λειτουργεί βεβαίως αποτρεπτικά. Ο Έλληνας θα προτιμήσει να διαθέσει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό σε άλλους τρόπους ψυχαγωγίας, παρά στο να αγοράσει ένα βιβλίο. Δεν είναι (ή πιο σωστά δεν υπάρχει) στην νοοτροπία του Έλληνα αυτό που λέμε «φιλαναγνωσία». Χρειάζεται πολλή δουλειά και προσπάθεια, ώστε οι αρμόδιοι φορείς (οικογένεια, σχολείο, αρμόδιο υπουργείο) να καταστήσουν στον Έλληνα σαφές πως η ανάγνωση προσδίδει όφελος, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν καινοτόμες ιδέες, τρόποι μάθησης τέτοιοι που θα κάνουν τα παιδιά ν΄ αγαπούν το διάβασμα

Ζείτε και δραστηριοποιείστε στα Ιωάννινα, μακριά από την τύρβη των Αθηνών –κάτι που σήμερα καταλήγει να θεωρείται ως… ευλογία, για πολλούς και ποικίλους λόγους. Το γεγονός αυτό από μόνο του αισθάνεστε ότι θέτει «περιορισμούς» στην πορεία σας ως συγγραφέα;

Κοιτάξτε, σαφώς και θέτει «περιορισμούς» στην συγγραφική μου πορεία. Η επαρχία -και το γνωρίζουμε όλοι- δεν έχει τις ευκαιρίες που βρίσκει κανείς στην Αθήνα. Από την άλλη, υπάρχει και η ρήση που λέει «τις ευκαιρίες τις δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι» -που σημαίνει πως, αν θέλει κάποιος, μπορεί να δημιουργήσει όπου κι αν βρίσκεται. Με λίγη παραπάνω προσπάθεια ίσως, αλλά με καλή θέληση καταφέρνει κανείς πολλά.

Σαφώς η Αθήνα έχει ευκαιρίες, αλλά δεν νομίζω ότι θα άντεχα να ζήσω σε μια πόλη που όλα κινούνται γρήγορα, αγχωτικά. Έχω ζήσει, στο παρελθόν, στην Αθήνα, αλλά τότε ήταν μια άλλη Αθήνα, όμορφη, καμμία σχέση με την σημερινή, και δεδομένου αυτού προτιμώ να προσπαθώ να δημιουργώ τις ευκαιρίες εδώ, στην πόλη μου, όσο φυσικά αυτό είναι εφικτό.

Νεφέλη Πόπη ΖάνηΠόσο κοντά στους σημερινούς συγγραφείς είναι το ελληνικό κράτος; Πόσο διευκολύνουν (ή όχι) την δουλειά σας οι εκδότες και τι πιστεύετε ότι θα έπρεπε να γίνει προκειμένου να διορθωθούν τα «κακώς κείμενα»; Πώς βλέπετε το μέλλον της συγγραφής στην χώρα μας;

Το ελληνικό κράτος όχι μόνο δεν είναι κοντά στους σημερινούς συγγραφείς, αλλά είναι απών και σε αρκετούς άλλους θεμελιώδεις τομείς, όπως η υγεία, η εργασία, η παιδεία… Επομένως, το να ζητάμε την αρωγή της Πολιτείας προς τους συγγραφείς ίσως ν΄ αποτελεί… πολυτέλεια! Η απουσία αυτή είναι κάτι που όλοι βιώνουμε καθημερινά. Ως πολίτες αυτής της χώρας αισθανόμαστε μόνιμα εγκαταλελειμμένοι και προδομένοι!

Όσον αφορά τους εκδότες, η απάντησή μου είναι κάπου στη μέση. Δεν είναι ούτε παρόντες όσο θα έπρεπε ούτε απόντες. Υπάρχει μια σύγχυση γενικότερα στη χώρα κι αυτό δεν άφησε ανεπηρέαστους ούτε τους εκδότες. Νομίζω πως και οι ίδιοι δεν θα ήθελαν να μην διευκολύνουν τους συγγραφείς τους, είναι αλυσίδα, καταλαβαίνετε… Αλλά με την χαοτική κατάσταση που επικρατεί, είναι κι εκείνοι επιφυλακτικοί, όπως άλλωστε οι περισσότεροι επαγγελματίες.

Για να διορθωθούν τα… κακώς κείμενα, θα πρέπει ν΄αρχίσουν όλα από την αρχή. Θα πρέπει να υπάρχει καταρχήν αγάπη όχι μόνο για το συγκεκριμένο επάγγελμα, αλλά γενικά, ν΄αγαπάνε αυτό που κάνουν. Να υπάρχει όραμα, πείσμα για δουλειά και, φυσικά, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Υπάρχουν ορισμένοι εκδοτικοί οίκοι (όχι απαραίτητα μεγάλοι) οι οποίοι αντέχουν στο πέρασμα του χρόνου ακριβώς επειδή αγαπάνε αυτό που κάνουν. Βάζουν μεράκι, προσωπική εργασία και πίστη. Είμαι από τη φύση μου αισιόδοξο άτομο, οπότε το μέλλον της συγγραφής στην χώρα μας δεν θα μπορούσα να το δω δυσοίωνο, ακόμα κι αν υπάρχει τέτοια περίπτωση.

Οι Έλληνες έγραφαν, γράφουν και θα γράφουν! Τώρα, εάν συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες και όλη η αλυσίδα προσπαθήσουν με καλή θέληση ν΄ αλλάξουν έστω μερικά από τα «κακώς κείμεν», τότε τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα.

Ως πολίτες αυτής της χώρας αισθανόμαστε μόνιμα εγκαταλελειμμένοι και προδομένοι!

Ποιους συγγραφείς «αγαπάτε» ιδιαίτερα; Ποιοι ξένοι άφησαν το στίγμα τους στην γραφή σας και ποιους Έλληνες θεωρείτε ως σημαντικότερους, από την άποψη της απήχησης του έργου τους;

Είναι πολλοί οι συγγραφείς που «αγαπάω» ιδιαίτερα. Ενδεικτικά θα αναφέρω τον Νίκο Καζαντζάκη, την Λιλή Ζωγράφου, την Μάρω Βαμβουνάκη, την Αλκυόνη Παπαδάκη, τον Βασίλη Βασιλικό… Δεν ξέρω αν άφησαν το στίγμα τους στη γραφή μου κάποιοι ξένοι συγγραφείς, σίγουρα όμως άσκησαν επιρροή πάνω μου -νοητικά, πνευματικά, συναισθηματικά- οι Αλμπέρ Καμύ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Τσαρλς Μπουκόβσκι.

Νεφέλη Πόπη Ζάνη βιβλίαΑπό τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς θεωρώ τους: Νίκο Καζαντζάκη και τον μεγάλο ποιητή μας Κωνσταντίνο Καβάφη. Από τους νεότερους, τους Ζυράννα Ζατέλη, Μαργαρίτα Καραπάνου,  Δημήτρη Στεφανάκη, Αλκυόνη Παπαδάκη, Μάρω Βαμβουνάκη.

Τέλος, να πω ότι σημαντικούς θεωρώ και κάποιους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς και ποιητές -νέοι όλοι τους, όχι μόνο στο χώρο μα και ηλικιακά. Η πένα τους έχει να δώσει πολλά, τους θαυμάζω, τους καμαρώνω και τους ευγνωμονώ, γιατί είναι εκείνοι που με κάνουν να νιώθω αισιόδοξη για το μέλλον της συγγραφής στην χώρα μας, στο οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω.

Ποια τα μελλοντικά συγγραφικά σχέδιά σας; Τι έχουμε να περιμένουμε από εσάς ως επόμενο βήμα;

Θα ήθελα να καταφέρω να τελειώσω ένα μυθιστόρημα και ένα δοκίμιο που, είτε λόγω αυξημένων υποχρεώσεων είτε γιατί δεν ήρθε η ώρα ακόμα να τελειώσουν (είπαμε, τα βιβλία αποφασίζουν το πώς, πότε, γιατί!) παραμένουν στωικά κλεισμένα στο συρτάρι μου.

Ως επόμενο βήμα… βρίσκομαι σε μια κατάσταση όπου προσπαθώ να υλοποιήσω ένα όνειρο που με κυνηγάει από την εφηβεία μου -πάντα σχετικά με την γραφή-, μα είναι ακόμα νωρίς να πω κάτι παραπάνω γι΄ αυτό. Εάν καταφέρω να το υλοποιήσω, θα το μάθετε όπως και να ΄χει! Και επειδή όταν κάνουμε όνειρα ο Θεός γελάει, μα απ’ την άλλη η ζωή δεν βγαίνει χωρίς όνειρα και στόχους, καλά να είμαστε και όλα θα γίνουν με τη σειρά τους. Το μόνο σίγουρο είναι πως ένα ρήμα θα με ακολουθεί συνέχεια, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα: Γράφω, γράφω, γράφω!

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Carlos Ruiz Zafόn – Ψυχογιός

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Georges Simenon – Άγρα

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!