Ρίκη Ματαλλιωτάκη: Η φωνή μας είναι η λύτρωσή μας!

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Αν δεν την βρείτε στο γραφείο της, σκυμμένη στις αγαπημένες της φυλλάδες, σίγουρα θα την ανταμώσετε στην παραλία, ακόμη και μεσοχείμωνο! Κι αν εκεί δεν την προλάβετε, θα την ακούσετε να συνομιλεί «αντρικά» στα αγαπημένα της στέκια, να πίνει τις ρακιές της και να πολιτικολογεί, να νουθετεί, ν’ αφηγείται… Με τον δικό της ζωντανό τρόπο. Με την αγάπη στο βλέμμα και στην ψυχή. Δραστήρια πάντα, δηλώνει «ζωντανή» και ελεύθερη, μαχητής και ειρηνοποιός μαζί, σκληρή και τρυφερή συνάμα -με λίγα λόγια… άνθρωπος!

Ο λόγος για την Κρητικοπούλα Ρίκη Ματαλλιωτάκη, που χρόνια τώρα σμιλεύει μυαλό και χαρτί και πλάθει γραφές καθάριες σαν ξαστεριά, μύθους για μεγάλα παιδιά, ρομάντζα ζεστά κι επαναστάσεις του νου και της καρδιάς! Κάθε της βιβλίο κι ένας σταθμός σε τούτο το άναρχο κι απίστευτο ταξίδι της ζωής, κάθε της λέξη κι ένα δάκρυ -άλλοτε πάλι ένα φωτεινό χαμόγελο, ένας ζεστός ψίθυρος, μια τρυφερή ανάσα…

Και δεν διστάζει, εδώ, στο superiorbooks.gr, ν’ ανοίξει τα «χαρτιά» της και να μιλήσει αυθόρμητα, για όλους και για όλα, όσα την πικραίνουν κι όσα της δίνουν χαρά…Ρίκη Ματαλλιωτάκη

Όσοι σας ξέρουν προσωπικά, αναγνωρίζουν μιαν -τρόπον τινά- επαναστάτρια της γλώσσας. Η αλήθεια είναι πως και όσοι σας διαβάσουν, απλώς ενισχύουν την προηγούμενη αντίληψη. Υπάρχουν «κακές» λέξεις;

Επαναστάτρια… μεγάλη λέξη που καν δεν τολμώ να προσομοιώσω μαζί της τον εαυτό μου. Απλά, μου αρέσει να λέω τα πράγματα με το όνομά τους, μια κι αν τα πεις αλλιώς χάνουν και νόημα και ουσία.

Με βάση το σκεπτικό αυτό λοιπόν, καθώς επίσης και το ότι γράφοντας το μόνο που με αφορά είναι να τα έχω καλά με τον εαυτό μου και όχι με τους άλλους, πορεύομαι συγγραφικά, και θα έλεγα πως έχω επικριθεί αρκετά γι’ αυτό, ειδικά στο προηγούμενο βιβλίο μου, «Η ακαμψία του Αίσχους».

Απαντώ ωστόσο σε όλους τους επικριτές μου με τα λόγια ενός μεγάλου ποιητή που δεν διανοούμαι ότι μπορεί να βρεθεί άνθρωπος να τον αμφισβητήσει, του Λορέντζου Μαβίλη: Δεν υπάρχουν χυδαίες λέξεις, υπάρχουν μόνο χυδαίοι άνθρωποι.

Θα μου επιτρέψετε να επιμείνω, δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια έντονη διατρανώθηκε στα ΜΜΕ η «κόντρα» μεταξύ μιας μερίδας τηλεθεατών που αισθάνθηκαν προσβεβλημένοι από γνωστό σατιρικό ηθοποιό και μιας άλλης που υποστήριξαν ένθερμα το ότι η σάτιρα δεν γνωρίζει όρια. Παρακαλώ να τοποθετηθείτε.

Η σάτιρα, ως γνωστόν, καυτηριάζει τα κακώς κείμενα της εξουσίας και την ίδια την εξουσία -και καλά κάνει. Όταν όμως απευθύνεται σε μεμονωμένα άτομα χωρίς δύναμη και εξουσία ή όταν, για παράδειγμα, θίγει το θρησκευτικό συναίσθημα ενός λαού (θυμηθείτε την εμφάνιση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Β. Διαμαντόπουλου ως μεθυσμένου ιερέα που «κήδευε» το Μνημόνιο και «μεταλάμβανε» του πιστούς) αυτό λέγετε πλάκα. Και όλοι ξέρουν ότι η πλάκα, εκτός του ότι έχει όρια, χωρίζεται σε καλόγουστη και κακόγουστη. Οπότε πρέπει να γίνει διαχωρισμός της σάτιρας από την κακόγουστη πλάκα μια κι αυτή η «σάτιρα» – πλάκα, όταν ξεπεράσει τα όρια, μπορεί να αδικήσει και να βλάψει, αντί να εκπληρώσει τον σκοπό της -που είπαμε είναι το να θίξει τα κακώς κείμενα μέσω του γέλιου.

Ποιος πιστεύετε ότι είναι σήμερα ο κεντρικός ρόλος των συγγραφέων, σε μια κοινωνία που ταλανίζεται από τα δεινά μιας πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης;

Να σας απαντήσω πρώτα ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του και μετά ποιος είναι; Ο ρόλος του αληθινού συγγραφέα λοιπόν σήμερα, του γεννημένου με αυτή την δωρεά, θα έπρεπε να είναι το να διαμορφώνει συνειδήσεις και να ξεσηκώνει τα πλήθη… Ακριβώς όπως έκαναν κάποτε οι δεκάδες Έλληνες κλασικοί που δημιούργησαν μεγάλες σχολές και συνέβαλαν τα μέγιστα στην παιδεία των Ελλήνων.

Δυστυχώς, αντ’ αυτού, οι περισσότεροι (όχι όλοι φυσικά) σημερινοί συγγραφείς -κι εκτός του ότι το λέω μετά λόγου γνώσεως, τούτο το λέω επίσης και με θλίψη- πασχίζουν μόνο για ένα εμπορικό μπεστ που όμως θα είναι το μπεστ του χρόνου κι ως εκεί… μετά θα το καταπιεί η μαρμάγκα! Και οι αναγνώστες σαν πρόβατα ακολουθούν… Θα ήθελα ωστόσο να ρωτήσω πολλούς από τους αναγνώστες αυτούς, οι οποίοι διαβάζουν τον… τον… την… την… -δεν αναφέρω ονόματα, ας τοποθετήσει ο καθένας δίπλα στα αποσιωπητικά όποιον από τους σημερινούς μπεστελερίστες θέλει- αλήθεια, διάβασαν ποτέ Καρκαβίτσα, Ξενόπουλο, Παπαδιαμάντη, Παπαντωνίου, Καζαντζάκη, ή επαναπαύονται σε ό,τι τους σερβίρει η τηλεόραση και το μάρκετινγκ;

Για να επανέλθω λοιπόν στην ερώτηση σας, σαφώς και όλοι αυτοί οι παλιοί συγγραφείς θα μπορούσαν να παίξουν ένα ουσιώδη ρόλο σήμερα στην χώρα μας, εμείς οι υπόλοιποι τωρινοί καλύτερα να σιωπήσουμε. Βλέπετε, συγγραφέας δεν είναι κάποιος επειδή το ομολογεί ο ίδιος, συγγραφέας είναι εκείνος που το ομολογεί το έργο του, και φυσικά, πάνω απ’ όλα, ο χρόνος… Αυτός είναι ο μέγας κριτής όλων μας.

Ρίκη ΜαταλλιωτάκηΟι σημερινοί συγγραφείς έχω την αίσθηση ότι διαβάζουν πολύ λιγότερο απ’ όσο γράφουν. Εσείς διαβάζετε άλλους συναδέλφους σας, εντός ή εκτός των ελληνικών συνόρων; Ποιες οι λογοτεχνικές σας καταβολές;

Δεν θα μπορούσατε να κάνετε πιο εύστοχη παρατήρηση, ακριβώς όπως το είπατε… Ξεχνώντας πως ο μόνος τρόπος , το μόνο φροντιστήριο που θα σε βοηθήσει στη συγγραφή είναι το διάβασμα, όντως οι περισσότεροι συγγραφείς διαβάζουν πολύ λιγότερο απ’ όσο γράφουν, κάτι το οποίο φαίνεται εξάλλου ευκρινώς από τα γραπτά τους.

Προσωπικά τώρα, και βέβαια διαβάζω άλλους συγγραφείς, και βέβαια έχω την μαγκιά να παραδεχτώ πως «η τάδε πένα είναι πολύ καλύτερη από την δικιά μου» και μάλιστα χωρίς δισταγμό το έχω εξομολογηθεί και στον ίδιο τον συγγραφέα που ένιωσα δέος μπροστά στα κείμενά του.

Όσο τώρα για τις καταβολές μου, και τις επιλογές μου φυσικά, αναμφίβολα είναι οι Έλληνες συγγραφείς, εξαιρούνται οι ξένοι κλασικοί βεβαίως, μια και πιστεύω πως η κοινή κουλτούρα βοηθά ώστε να ζεσταθείς λιγότερο ή περισσότερο από ένα βιβλίο. Για παράδειγμα, έχω λατρέψει τον Πρεβελάκη από τους παλαιότερους, από τους τωρινούς δε την κυρία Ελένη Στασινού.

Πόσο ταυτίζεστε με τους ήρωες των βιβλίων σας; Αν σας δινόταν η ευκαιρία, ποιο βιβλίο σας θα παραλλάζατε ως προς την κατάληξή του;

Μα αλίμονο αν δεν ταυτιστείς με τους ήρωες των βιβλίων σου, αν δεν δώσεις αίμα από το αίμα σου και σάρκα από την σάρκα σου σ’ αυτό που «γεννάς» βγαίνει πλαστικό… πα να πει ψεύτικο. Όσο δε για την παραλλαγή, λογικό είναι είκοσι χρόνια μετά να βλέπεις το είκοσι χρόνια πριν σαν έκθεση που έγραψες στην πρώτη δημοτικού… έστω κι έτσι όμως, παιδιά σου είναι και τ’ αγαπάς, ακόμα και με τις αδυναμίες τους.

Περιγράψτε μου ένα θέμα το οποίο δεν έχετε αλλά θα θέλατε να «κάνετε βιβλίο».

Επειδή αγαπώ μέχρι πάθους τον τόπο μου, κατά συνέπεια αγαπώ και την ιστορία του. Ιδιαίτερα την ιστορία της Κρήτης, που, λόγω καταγωγής, έχω εντρυφήσει περισσότερο σ’ αυτήν. Η ιστορία της Κρήτης λοιπόν έχει μαγικούς θρύλους, κι όνειρο μου, αν βέβαια μου δώσει την δύναμη και τον χρόνο ο Θεός, είναι να ασχοληθώ μυθιστορηματικά μαζί τους.

Η Ρίκη Ματαλλιωτάκη θα μπορούσε να συγχωρήσει κάτι σε έναν άνδρα, εκτός από…;

Θα μπορούσα να συγχωρήσω πολλά, πάρα πολλά, τα πάντα ίσως, μια και βασική μου αρχή είναι το «ο άνθρωπος έχει γεννηθεί για να κάνει λάθη, αρκεί στην πορεία να τα βλέπει και να τα διορθώνει». Εκείνο όμως που μάλλον ποτέ δεν μπορούσα να συγχωρήσω σ’ ένα άντρα -λέω μάλλον για να μην πω ποτέ, επειδή το ποτέ είναι μεγάλη λέξη- είναι η έλλειψη της αντρειάς, όπως λέμε εμείς εδώ στην Κρήτη, της συνέπειας, δηλαδή,της ντομπροσύνης, και της ψυχικής δύναμης. Σιχαίνομαι τους δειλούς, τους ευθυνόφοβους κι αισθάνομαι έντονα την ανάγκη να θαυμάζω τον σύντροφό μου. Νομίζω πως αυτό ισχύει για τις περισσότερες γυναίκες.

Στο Δε θέλω να ξοδευτώ άλλο εκφράζετε μιαν πηγαία απογοήτευση: «Χάθηκαν τα καλύτερά μου χρόνια κυνηγώντας χίμαιρες», λέτε. Θα ήθελα να ρωτήσω κατά πόσο μπορεί αυτό να το πιστεύει μια γυναίκα που μπορεί ακόμη να δημιουργεί, να ασχολείται με θέματα δραστικά της κοινωνίας μας, να είναι φανατική χειμερινή κολυμβήτρια και… καθάρια Κρητικοπούλα!

Η απογοήτευση -και όχι μόνο, αλλά και η θλίψη, και η απαισιοδοξία, και, και, και…- είναι μέρος της ζωής. Γιατί λοιπόν κάποιοι θα έπρεπε να είναι περισσότερο τυχεροί από τους άλλους και να μην τους αγγίζουν τα παραπάνω που ακουμπούν σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξης όλων μας; Ο άνθρωπος που θα ισχυριστεί ότι η ζωή του πέρασε ανέφελη θα το πει ψέματα, απλά το μυστικό είναι να μπορείς να σηκώνεσαι νωρίς όταν πέφτεις… Να μην γίνεσαι ένα με το χώμα…

Κι επιτέλους, η συγγραφή ενός βιβλίου δεν σημαίνει ότι αφορά αποκλειστικά στο πώς νιώθει κάποιος την περίοδο που το γράφει – μπορεί να ήθελε να πιάσει τον παλμό των άλλων…

Το τεράστιο ζήτημα της συλλογικής συνείδησης φαίνεται πως παίζει σημαίνοντα ρόλο στα γραπτά σας. Αυτό καταδεικνύει και ο άξονας πάνω στον οποίο περιστρέφεται ο μύθος του «Στων μελτεμιών τις ράχες», όπου μέσα από το δράμα της ζωής ενός νέου αποκαλύπτεται το κορυφαίο ερώτημα: Τελικά γεννιέται κανείς ή γίνεται; Ποια η δική σας άποψη;

Πολύ κρίσιμο το ερώτημα σας και δυστυχώς, όσο κι αν το θέλω, δεν θα μπορέσω να απαντήσω… Το ψάχνω, βλέπετε, κι εγώ ακόμα, κι ας κοντεύουν πέντε χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου που αναφέρατε. Μάλλον απ΄ ό,τι με βλέπω, θα το ψάχνω για πολύ ακόμα, ίσως και για πάντα… Δεν πτοούμαι όμως, για κάθε κρίσιμο ερώτημα η μόνη λύση είναι το ψάξιμο! Χαίρομαι όταν δεν βρίσκω εύκολες απαντήσεις, γιατί αυτό μου δίνει το έναυσμα για νέο ψάξιμο… Και ψάξιμο σημαίνει αγώνας, κι αγώνας σημαίνει ζωή. Αλίμονο στον άνθρωπο που εφησυχάζει…

Στο «Γλυκό βύσσινο» ο μύθος αφορμάται -μεταξύ άλλων- γύρω από το καυτό θέμα του «χάσματος των γενεών». Πόσο επίκαιρη θεωρείτε ότι είναι αυτή η θεματολογία, αυτή η αντιπαράθεση, την στιγμή που το αυτί ενός σημερινού πενηντάρη μπορεί κάλλιστα να καθηλωθεί από την μουσική των Rolling Stones ή των The Who –ονόματα γνωστά, αν όχι αρεστά, και στους έφηβους;

Η προσπάθεια ενός γονιού να πλησιάσει το παιδί του, με το οποίο μπορεί να τον χωρίζουν το λιγότερο είκοσι χρόνια, είναι πάντα επίκαιρη και συν τοις άλλοις πρέπει να είναι και αέναη. Και φυσικά άνευ μουσικών καταβολών. Το ότι μπορεί να ακούω την ίδια μουσική με την κόρη μου δεν σημαίνει και τίποτα το ιδιαίτερο, οι αντιπαραθέσεις είναι πάρα πολλές κι ο γονιός είναι εκείνος που πρέπει να γυρνά πίσω, σ’ έναν δρόμο ήδη πεπατημένο για τον ίδιο, άρα και γνωστό, αντί να περιμένει από το παιδί να βαδίσει στα εντελώς άγνωστα και φοβερά για το ίδιο δικά του σαράντα και πενήντα χρόνια.

Στο Η ακαμψία του αίσχους η προσπάθεια εστιάζει στο προσωπικό δράμα μιας άτυχης νεαρής που πέφτει θύμα βιασμού από κάποιον κοινωνικά «ανώτερο» ή -πιο σωστά- κοινωνικά ισχυρότερο. Πράξη καταδικαστέα στην συνείδησή μας, που ωστόσο την καλύπτει ο περίγυρος κόσμος. Πόσο δυνατή είναι αυτή η επιλεκτική κοινωνική συνείδηση και κατά πόσο το θύμα πρέπει να λάβει μερίδιο της ευθύνης της όλης συγκάλυψης;

Πόσο δυνατή; Όσο δυνατές είναι και οι αλυσίδες με τις οποίες έχουν αλυσοδέσει την πλέμπα εδώ κι αιώνες -κι εμείς, αντί να κάνουμε το παν για να τις σπάσουμε, απλώς τις σέρνουμε… Τις σέρνουμε και -το χειρότερο- τις διαιωνίζουμε, μεταφέροντάς τις στα παιδιά μας και στα παιδιά των παιδιών μας, και ούτω καθεξής…

Θα πείτε πώς; Πώς θα τις σπάσουμε; Αν ο καθένας μας ελάμβανε το ανάλογο μερίδιο ευθύνης στην συγκάλυψη που είτε εκούσια είτε ακούσια κάνει σε κάθε τι που του αναλογεί, οι αλυσίδες θα έπεφταν από μόνες τους, θα σάπιζαν, ή μάλλον όχι, δεν θα σάπιζαν, θα τυλίγονταν αυτόματα σαν καταραμένοι όφηδες στα κεφάλια και στα κορμιά εκείνων που θεωρούν αυτονόητο ότι πρέπει να τις φοράμε…

Η φωνή μας είναι η λύτρωση μας!Ρίκη Ματαλλιωτάκη

Η ιστορία της Σμυρνιάς από το τελευταίο σας βιβλίο, μια αληθινή όπως λέτε ιστορία, πόσο έχει αποτυπωθεί μέσα σας και σε τι σας έχει βοηθήσει;

Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό και η αληθινή ιστορία που διαδραματίζεται στις σελίδες του με έκαναν καλύτερο άνθρωπο. Με έμαθαν να μισώ τον πόλεμο και όλους όσους τον ξεκινούν, ν’ αγαπώ ακόμα περισσότερο την πατρίδα μου την βασανισμένη. Πάνω απ’ όλα όμως μου δίδαξε πως «η αγάπη με τα λόγια δεν ‘φελά» -άρα, όπως ακριβώς και οι πρωταγωνιστές του βιβλίου μου, αν θέλω να αποδείξω την αγάπη και την συμπόνια μου στον συνάνθρωπο, αυτό γίνεται μόνο με έργα, ποτέ, ποτέ, ποτέ με λόγια.

«Μια ζωή μόνο είναι πολύ μικρή και πολύ σύντομη για να πληρώσεις τις οφειλές σου, δίκαιες ή άδικες…» Αναγνωρίζετε ασφαλώς την φράση σας στο «Στον κόκκινο παράδεισο της αγάπης». Πιστεύετε σε αυτό που λέμε «δεύτερη ευκαιρία»; Υπάρχουν πράγματα για τα οποία δεν είναι δυνατή μια τέτοια «πίστωση» ψυχής; Τι δεν συγχωρεί ποτέ η Ρίκη Ματαλλιωτάκη;

Πιστεύω στην δεύτερη ευκαιρία, ακόμα και στην τρίτη, και την δίνω πάντα, σε κάθε είδους σχέση της ζωής μου, ακριβώς επειδή, όπως ήδη σας προείπα, «ο άνθρωπος έχει γεννηθεί για να κάνει λάθη, αρκεί στην πορεία να τα βλέπει και να τα διορθώνει». Πώς θα τα διορθώσει όμως αν δεν βρει πόρτα ανοιχτή;

Ποτέ, μα ποτέ, ωστόσο, κι αυτή την φορά το λέω και το εννοώ το ποτέ, δεν θα μπορούσα να συγχωρήσω την κακοποίηση παιδιών και υπερηλίκων… Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα μου! Όχι μόνο να το συγχωρήσω δεν μπορώ, αλλά ούτε κι εγώ η ίδια δεν μπορώ να γνωρίζω ως πού θα ήμουν ικανή να φτάσω σε τέτοια περίπτωση…

 

Τίτλοι:

(για μεγέθυνση, κλικ στις φωτό)

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!