Σοφία Δημοπούλου: Να χαιρόμαστε με τα μικρά και να προσδοκούμε τα μεγάλα

[ Συνέντευξη στον Πάνο Γιαννάκαινα ]

Πολιτικός μηχανικός εν ενεργεία, πολυάσχολη, κοινωνική, πνευματώδης. Ο λόγος για την συγγραφέα Σοφία Δημοπούλου που -κατά πώς φαίνεται- βρήκε την… πέτρα που λείπει και καταστάλαξε στο ποια ώρα είναι… σωστή για να νυχτώσει, και έκανε «ποδαρικό» στο superiorbooks.gr με μια μεστή συνέντευξη.

Τρία βιβλία, τρία μπεστ σέλερς! Έστω και με τον «ταπεινό» γνώμονα της ελληνικής, περιορισμένης, Αγοράς… Σας πέρασε κάποτε από το νου η ιδέα τού τι θα μπορούσατε να καταφέρετε σε μιαν «απέραντη» Αγορά όπως αυτή της αγγλικής γλώσσας;Σοφία Δημοπούλου

Δεν με έχει απασχολήσει μέχρι τώρα η απήχηση των βιβλίων μου σε μια ευρύτερη Αγορά. Η αλήθεια είναι πως όταν ξεκινά κανείς να γράφει, δεν το κάνει με γνώμονα την εμπορική επιτυχία του βιβλίου, αλλά την ανάγκη για προσωπική έκφραση. Στην πορεία όμως, όταν ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται πως το βιβλίο του αγγίζει ένα αρκετά μεγάλο κοινό, ασφαλώς και επιθυμεί να εξαντλήσει αυτό όλο του το δυναμικό και έξω από τον οικείο χώρο. Δεν κρύβω πως μια τέτοια προοπτική θα ήταν πολύ ευνοϊκή για τη δουλειά μου, αρκεί να γίνει με προϋποθέσεις για το καλό και του ίδιου του βιβλίου, αλλά και της ελληνικής κουλτούρας.

Είχατε κάποια στιγμή διατυπώσει την άποψη ότι οι Έλληνες κατά βάση διαβάζουν -ιδίως άνθρωποι μιας μέσης ηλικίας. Πόσο παρήγορο είναι αυτό; Το λέω επειδή είναι κοινή διαπίστωση ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν ιδιαίτερα καλή σχέση με το βιβλίο.

Είναι γεγονός πως οι νέες γενιές απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τα βιβλία, από την ανάγνωση, τη λογοτεχνία, τον έντυπο λόγο γενικότερα. Αυτό όμως είναι ένα σύγχρονο πρόβλημα που έχει να κάνει με την τάση της κυριαρχίας της εικόνας και την ταχύτητα μετάδοσης των πληροφοριών και των σκέψεων μέσω της τεχνολογίας.

Παρόλ’ αυτά, έχω εμπιστοσύνη στην ισχυρή επίδραση του λόγου πάνω στην ανθρώπινη ψυχή και σκέψη και κυρίως του γραπτού λόγου. Υποθέτω πως μπορεί η ανάγνωση εντύπων να φθίνει, αλλά αν στηριχθεί η φιαλαναγνωσία από την πολιτεία και την οικογένεια, η ανάγνωση των βιβλίων θα εξακολουθήσει να αποτελεί πνευματικό καταφύγιο για τον άνθρωπο. Μπορεί να αλλάξει το μέσο, τα περισσότερα βιβλία του μέλλοντος να είναι ηλεκτρονικά, αλλά δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό. Σημασία έχει η λειτουργία της ανάγνωσης να εξακολουθήσει να σμιλεύει μυαλά και συνειδήσεις.

Είστε πτυχιούχος Πολιτικός Μηχανικός, εργαστήκατε μάλιστα με αυτήν την ιδιότητα αρκετά χρόνια. Ας μιλήσουμε λοιπόν για την «στατική δομή» των μύθων σας: Συλλαμβάνοντας την κεντρική ιδέα καταγράφετε τον σκελετό του μύθου και στην συνέχεια βαδίζετε βάσει του σχεδίου ή αρχίζετε κατευθείαν την αφήγηση, εμπιστευόμενη το αρχικό σας «ένστικτο», και στην πορεία προσανατολίζεστε αναλόγως των «ερεθισμάτων» που τυχόν θα προκύψουν;

Μα, κατά βάση είμαι μηχανικός, ακόμα μάλιστα ενεργή. Δεν θα μπορούσα να λειτουργώ διαφορετικά πέρα από την πιστή, κατά το δυνατό, τήρηση ενός αρχικού σχεδιαγράμματος. Όταν ξεκινώ ένα βιβλίο, το κάνω γιατί θέλω μέσα από αυτό να πω κάτι. Σχεδιάζω λοιπόν εξαρχής τα βήματα που θα ακολουθήσω για να ξετυλίξω την ιστορία μου και να εκφράσω αυτά που θέλω, ξέροντας πως στην πορεία μπορεί να λοξοδρομήσω και λίγο, ανάλογα με το πόσο το αρχικό μου πλάνο εξυπηρετεί τον σκοπό μου. Εδώ ακριβώς μπαίνει το ένστικτο για το αν ακολουθώ σωστή πορεία ή οδηγούμαι σε λάθος δρόμο. Αυτή είναι και η μαγεία της διαδικασίας αυτής. Ξεκινάς έχοντας στο μυαλό σου ένα μονοπάτι που το σκάβεις λίγο λίγο, αγνοώντας κάθε στιγμή το βάθος ή το πλάτος του. Το μόνο που επιθυμείς είναι να φτάσεις στον προορισμό σου.

Πόσο πολύ ταυτίζεστε με κάποιους από τους ήρωές σας, πόσο «δίκαιη» και «μεγαλόκαρδη» μπορεί να είστε με τους «κακούς», πόσο «συμπονετική» ή έστω «ανεκτική»; Το ρωτώ, επειδή η σύγκρουση καλού – κακού (μύθος που πάντα θα σαγηνεύει την αχόρταγη ψυχή του αναγνώστη) φαίνεται ότι επιμένει να σας απασχολεί από την εποχή του δεύτερου βιβλίου σας «Άλμα θα πει ψυχή».

Η ζωή η ίδια είναι μια συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Ίσως γι’ αυτό αρέσει στους αναγνώστες να διαβάζουν ιστορίες όπου φαίνεται έντονα αυτή η πάλη· διότι όλοι οι άνθρωποι, άλλος στα μικρά θέματα της καθημερινότητας, άλλος σε βαθύτερα διλήμματα ζωής, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις αξίες μας, τις επιθυμίες μας, τον προσωπικό μας κώδικα αξιών. Αυτή είναι και η τραγικότητα του ανθρώπινου είδους· το ότι έχει τη λογική και έρχεται αντιμέτωπος με τις επιλογές του και τον ίδιο του τον εαυτό. Οι πράξεις μας δεν διέπονται μόνο από την νομοτέλεια της φύσης και των ενστίκτων, όπως στα ζώα, αλλά και από ένα αξιακό σύστημα που μας ελέγχει και καθορίζει ή πρέπει να καθορίζει τις πράξεις μας. Και στα τρία βιβλία τέτοιες συγκρούσεις υπάρχουν, όχι από προσωπική μου εμμονή, αλλά γιατί τις θεωρώ αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης φύσης.

Lapis lazuli, η πέτρα που λείπειΣτο «Lapis lazuli, η πέτρα που λείπει», που είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα, γίνεται αναφορά στην συζυγική «απιστία» -φαινόμενο διαχρονικό και, κατά πάσα πιθανότητα, ες αεί αναπόφευκτο. Ωστόσο δεν διακρίνω στο πρόσωπό σας τύπο ανθρώπου που ανέχεται τις μοιρολατρικές ερμηνείες. Γιατί πιστεύετε ότι οι άνθρωποι απιστούν; Θα μπορούσατε ως γυναίκα ή ως συγγραφέας να δικαιολογήσετε την ερωτική «προδοσία» -κι αν ναι, σε ποιες περιπτώσεις;

Η απιστία είναι τόσο διαχρονική, όσο και ο έρωτας. Θέλω να πω με αυτό πως οι άνθρωποι, κατά την άποψή μου, όσο και να θέλουμε να πιστεύουμε το αντίθετο, είμαστε όντα πολυγαμικά και η έλξη μας από το αντίθετο φύλο προκύπτει από τα γενετήσια ένστικτά μας και μόνο. Το ερωτικό μας ένστικτο, μας καθοδηγεί κάθε φορά σε έναν καινούργιο σύντροφο και, αν είμαστε ήδη δεσμευμένοι, σε μια απιστία. Από εκεί κι έπειτα, είναι στην προσωπικότητα και στον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου να αντισταθεί στο κέλευσμα, μένοντας πιστός στην κοινωνική σύμβαση ή να ενδώσει, αναλαμβάνοντας το ρίσκο.

Το θέμα της απιστίας σηκώνει πολλή κουβέντα πάντως, γιατί όλοι έχουμε την τάση να πετροβολούμε αυτόν που απιστεί και να θεωρούμε τον απατημένο ως θύμα. Προσωπικά θεωρώ την απιστία σαν σύμπτωμα μιας παθολογίας της σχέσης και όχι σαν την ίδια την ασθένεια. Η απιστία συμβαίνει σε ένα μεγάλο ποσοστό ζευγαριών, όχι γιατί ο άπιστος είναι ο κακός της ιστορίας, αλλά γιατί η σχέση η ίδια δεν είναι τόσο υγιής για να επιβληθεί του ενστίκτου. Όταν όμως το ζευγάρι αποφασίζει να εξυγιάνει τη σχέση του, τότε η απιστία παραμένει μια ανάμνηση, οδυνηρή μεν, ανάμνηση δε.

Σε άλλη σας συνέντευξη αναφέρατε ότι -μεταξύ άλλων- σας άρεσε ιδιαίτερα το βιβλίο τού Στέφανου Δάνδολου «Η χορεύτρια του Διαβόλου». Είναι πράγματι υπέροχο. Στέκομαι σε αυτό, επειδή, πέρα από το ερωτικό και ανθρώπινο στοιχείο, το συγκεκριμένο βιβλίο διαπνέεται από μιαν «αφοσίωση» σε πραγματικά ή φανταστικά γεγονότα του παρελθόντος που θα μπορούσαν κάλλιστα να διερμηνεύσουν την σημερινή οικονομική κατάσταση της χώρας μας. Ποιος πιστεύετε ότι είναι ο ρόλος του πνευματικού ανθρώπου σε μια κοινωνία που κλυδωνίζεται από μιαν πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση;

Ο πνευματικός άνθρωπος είναι το πρότυπο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Η πνευματική του ικανότητα δεν πρέπει να αποτελεί μόνο γνώρισμα και διάκριση από τους υπόλοιπους, έτσι ώστε να τον εντάσσει σε μια πνευματική ελίτ, αλλά να βρίσκει τις σχέσεις των πραγμάτων και των γεγονότων, να διακρίνει την ουσία από τα φαινόμενα και να διαπαιδαγωγεί με την σκέψη και το λόγο και τους άλλους. Αυτό προϋποθέτει βέβαια πως ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει πρώτος να κρατά τις αξίες και την ηθική του ακλόνητες για να έχει ο λόγος και το παράδειγμά του κύρος. Αυτή είναι και η ευθύνη του πνευματικού κόσμου σήμερα, όπως και πάντα. Να αποτελεί το σταθερό ορόσημο όταν όλα τα άλλα γύρω κλυδωνίζονται και παραπαίουν. Δυστυχώς όμως η πνευματικότητα δεν συμβαδίζει πάντοτε με τις ηθικές αρετές.

Το σκοτάδι «θρέφει» κάποτε τον έρωτα; Στο βιβλίο σας «Άλμα θα πει ψυχήΆλμα θα πει ψυχή» περιγράφετε μια ιδιαίτερη και συνάμα ελάχιστα ορατή διάσταση της ερωτικής σχέσης. Ως προς την γενική σύλληψη, κάπου θυμίζει το «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» του Μπρυκνέρ, άλλοτε πάλι τους «Κλέφτες της ομορφιάς» του ιδίου -ωστόσο εσείς αποφεύγετε (για λογαριασμό των ηρώων σας ασφαλώς) ένα αυτοκαταστροφικό φινάλε, παρά την αυτοχειρία ενός βασικού πρωταγωνιστή του βιβλίου. Περιγράψτε μας, παρακαλώ, πώς η Σοφία βλέπει τον έρωτα, την διεκδίκηση, τον πόθο, την αποκλειστικότητα…

Μιας και αναφέρατε τον Μπρυκνέρ , θα παραθέσω ένα κομμάτι από μια συνέντευξή του, όπως λίγο πολύ την συγκράτησα: «Ασφαλώς υπάρχει πόνος στους έρωτές μας, αλλά είναι ένας πόνος που προκαλεί μια αγωνία που δημιουργεί ηδονή. Ίσως το πάθος του μας οδηγήσει ακόμα και στη δυστυχία. Μα είναι ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία το να μην έχεις νιώσει ποτέ στη ζωή σου το πάθος του έρωτα!»

Ο έρωτας για μένα είναι το πιο καταλυτικό από όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Είναι ικανός να διαρρήξει την προσωπικότητα κάποιου, να την μεταπλάσει, να διαλύσει τις άμυνές του. Αυτό είναι και το παράδοξο του έρωτα· πως όταν ερωτευόμαστε, παραδινόμαστε άνευ όρων σε μια περιδίνηση ικανή να μας εκτρέψει και από πεποιθήσεις που πριν θεωρούσαμε ακλόνητες.

Το παράδοξο είναι πως αυτό γίνεται οικειοθελώς, οδηγούμαστε δηλαδή σε μια φυλακή με τη βούλησή μας, επιθυμώντας να μείνουμε εκεί ες αεί με το πρόσωπο που ποθούμε. Ο πόθος, η διεκδίκηση της αποκλειστικότητας, η ηδονική αγωνία αν ο άλλος έχει τα ίδια συναισθήματα μ΄ εσένα, όλα είναι μέρος του έρωτα, που όσο κρατά μας θυμίζει πως είμαστε ζωντανοί.

Για μένα, ο έρωτας είναι ο δρόμος για να βρούμε τον εαυτό μας μέσα από την απόλυτη παράδοσή μας στον Άλλον και να φτάσουμε στην αληθινή επικοινωνία. Είναι δύσκολος δρόμος, πολλές φορές σκοτεινός, δίχως τις ροζ αποχρώσεις του ρομαντισμού, μα μόνο αν κανείς τον διαβεί, μπορεί να πει πως έχει κάνει ένα βήμα προς την ολοκλήρωσή του ως προσωπικότητα.

«Σε σωστή ώρα νυχτώνει» είναι ο τίτλος του τελευταίου σας μυθιστορήματος -ένα εξαιρετικό «πέρασμα» στην ιστορία της κοινωνίας των Πατρών κατά την εκπνοή του προπερασμένου αιώνα. Πόσο σας «κόστισε» η έρευνα για την συγγραφή του;

Σε σωστή ώρα νυχτώνειΉταν πράγματι αρκετά δύσκολη η προσέγγιση εκείνης της εποχής. Όχι τόσο γιατί έπρεπε να διερευνηθούν πολλά ιστορικά στοιχεία, αλλά διότι έπρεπε να αναπαραστήσω μια εποχή που δεν την γνώριζα και δεν είχα καμιά απευθείας μαρτυρία από εκείνους που την έζησαν. Δυο χρόνια εντατικής δουλειάς, μελέτης ιστορικών στοιχείων, αλλά και όλων των φύλλων των τοπικών εφημερίδων της εποχής, με βοήθησαν να αντλήσω όχι μόνο τα στοιχεία για τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και εκείνες τις δευτερεύουσες πληροφορίες για την καθημερινότητα των ανθρώπων· Διαφημίσεις της εποχής, ανακοινώσεις για χορούς και παραστάσεις, περιγραφές άλλω κοινωνικών γεγονότων, όλα έπρεπε να μελετηθούν για να μου δώσουν όλες εκείνες τις πληροφορίες που με βοήθησαν να στήσω το «σκηνικό» μου. Κοπιαστική δουλειά, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα εντέλει. Έμαθα πολλά ψάχνοντας…

Ποια είναι η σωστή ώρα για να νυχτώσει; Και ποια για να ξημερώσει; Για την Ελλάδα του σήμερα, με όλα τα δεινά που την έχουν χτυπήσει, είστε αισιόδοξη;

Η φράση «Σε σωστή ώρα νυχτώνει» υποδηλώνει πως όταν φτάνει το τέλος μια ιστορίας και κλείνει ο κύκλος της, πρέπει καθένας να έχει ζήσει τη ζωή σε όλες τις εκφάνσεις της, ώστε η ώρα της δύσης, δηλαδή η ώρα των απολογισμών, να μην φαίνεται άκαιρη. Αν αντιμετωπίζουμε τις δυσκολίες με σθένος, υπομονή κι ελπίδα, αν προχωράμε με τόλμη, αν κυνηγάμε τα όνειρά μας, αν παίρνουμε από τη ζωή ό, τι καλό έχει να μας δώσει, αν χαιρόμαστε με τα μικρά και να προσδοκούμε τα μεγάλα, όταν φτάσουμε στο τέλος κάποτε, θα είμαστε χορτάτοι από εμπειρίες και τότε θα πούμε πως νύχτωσε σε σωστή ώρα για μας…

Επομένως, οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων πρέπει να κλείνουν όταν οι ίδιοι έχουμε αποφασίσει να τις κλείσουμε στη σωστή τους ώρα καιΣοφία Δημοπούλου άρα έχουμε παλέψει γι’ αυτό. Υπάρχουν όμως και ιστορίες που η ίδια η ζωή αποφασίζει να τις κλείσει, ίσως γιατί εμείς αφεθήκαμε στην σοφή της γνώση.

Όσο για τη ελληνική ιστορία, επειδή πιστεύω πως επαναλαμβάνεται, διατηρώ την αισιοδοξία μου πως θα κλείσει κι αυτός ο δύσκολος κύκλος και πως θα έρθει και πάλι μια καινούρια μέρα. Αρκεί να διδαχτούμε από τα λάθη μας και να χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία του παρελθόντος προς όφελός μας. Τότε θα είναι η σωστή ώρα για να ξημερώσει.

Περιγράψτε μας τα μελλοντικά συγγραφικά σας σχέδια…

Έχω ήδη ξεκινήσει ένα ακόμα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη δεκαετία του ’70, μια εποχή εξίσου δύσκολη και ιστορικά ευαίσθητη. Είμαι ακόμα στο ξεκίνημα του συγγραφικού αυτού ταξιδιού, γι’ αυτό και ακόμα δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα.

Ευχαριστιέμαι ωστόσο τη συγγραφή αυτού του βιβλίου, διότι επιτέλους μπορώ να συμπεριλάβω και τις δικές μου μνήμες. Είναι, ας πούμε, μια επιστροφή και στη δική μου παιδική ηλικία.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!