Τα βατράχια (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Συνήθως τα συναντάς μετά την βροχή. Σε λασπότοπους, μέρη σκιερά και ανήλιαγα. Τρομάζουν εύκολα, μα είναι επίμονα. Ο ήχος τους κάποτε είναι εκνευριστικός. Κάποια είναι δηλητηριώδη. Αλλά ποτέ δεν μπορείς κυριολεκτικά να αντιπαθήσεις τα… βατράχια!

Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με Τα βατράχια του Δημήτρη Σίμου. Ενός νεαρού συγγραφέα που βάλθηκε με επιμονή και πολύ ταλέντο να επιβληθεί με το πρώτο του βιβλίο. Και τα καταφέρνει: Γρήγορη μα όχι επιπόλαιη αφήγηση, πλοκή θεμελιωμένη στα πρότυπα καταξιωμένων του είδους, σασπένς, ανατροπές. Το παρελθόν συμπληρώνει το τώρα με επιδεξιότητα και μαεστρία μοναδική, οι φόρμες ανάγουν σε «μεστωμένον» γραφιά κι έμπειρο στα της αστυνομικής λογοτεχνίας.Δημήτρης Σίμος

Όχι, το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ανήκει στην σχολή των νουάρ, όπως λανθασμένα πολλοί βιάστηκαν να το κατατάξουν. Είναι ένα γνήσια ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, εφάμιλλο πολλών που στο εξωτερικό πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, με γλώσσα καθαρά ελληνική και σωστή -σπάνιο για τα σύγχρονα εκδοτικά δεδομένα!

Εντύπωση κάνει το τεχνικά άρτιο «δέσιμο» των δύο ιστοριών που παρατίθενται παράλληλα στην αφήγηση, σε διαφορετικούς βέβαια χρόνους. Η μία ιστορία έρχεται να θέσει τις νομοτελειακές βάσεις στην άλλη, αβίαστα, σχεδόν ανεπαίσθητα, χαρίζοντας στον μύθο όλη την αναγκαία φυσικότητα. Ταυτόχρονα, χωρίς εξάρσεις και υπερβολές, ο συγγραφέας διεισδύει στις ιδιαιτερότητες της νεοελληνικής κοινωνίας και εξάγει τα συμπεράσματά του με στόχο την ένταξη της ιστορίας του στον γεωγραφικό, κοινωνικό και χρονολογικό καμβά του σύγχρονου ελληνικού κόσμου. Δεν είναι εύκολο για έναν νεαρό συγγραφέα, που δεν έχει βιώματα σε βάθος περισσοτέρων από δύο – τριών δεκαετιών. Οφείλουμε ωστόσο να παραδεχτούμε ότι και η κωδικοποίηση των διαλόγων και το στήσιμο των πρωταγωνιστών παραπέμπουν σε πολύπειρο συγγραφέα, όπως άλλωστε και η κίνησή τους στον επαγγελματικό αλλά και προσωπικό χώρο.

Ο Δημήτρης Σίμος γνωρίζει πώς να σε κρατήσει σε αγωνία. Ξεδιπλώνει τον μύθο του αργά, βασανιστικά, και φροντίζει να σε καθηλώσει προσφέροντας αφειδώς «θέαμα». Είναι σημαντικό ο συγγραφέας να διαθέτει αυτό που λέμε «κινηματογραφική ματιά». Να μεταδίδει λόγο μέσω εικόνων. Να διαισθάνεται πού και κατά πόσο μπορεί να λειτουργήσει αφαιρετικά ή προσθετικά. Παρά το ότι σε κάποια σημεία η απειρία προδίδει τον συγγραφέα μας, καθώς παρασύρεται κι εγκαταλείπει τον αρχικό άξονα -ή οπτική γωνία της κάμερας, όπως θα έλεγαν οι κινηματογραφιστές-, είναι βέβαιο πως στην πορεία θα διορθώσει αυτή του την τάση να αλλάζει αυθαίρετα «γωνία πλάνου».

Η γενική αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση του βιβλίου είναι πολύ καλή, σε σημείο που διερωτάσαι αν ο συγγραφέας έπραξε καλά, θέτοντας τον πήχυ σε τόσο υψηλό σημείο. Ο κ. Σίμος αποδεικνύει πως, όταν ταλέντο και σκληρή βάσανος συνεργάζονται αρμονικά, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να μην δρέψει δάφνες. Ήδη ο νεαρός συγγραφέας έχει δημιουργήσει μια καθόλου ευκαταφρόνητη ομάδα θαυμαστών -ένα ιδιότυπο fun club προσηλωμένο στο ελληνικό story τού αστυνομικού μυθιστορήματος, στην ελληνική εκδοχή του crime fiction. Μένει τώρα να δούμε κατά πόσον ο ίδιος ο συγγραφέας θα δικαιώσει αυτήν την πρόωρη -πλην ευχάριστη- φήμη του, δίνοντας διάρκεια στις δάφνες που ήδη απολαμβάνει!

Ένα ευχάριστο, δροσερό και καλοδουλεμένο μυθιστόρημα που πήρε τον δρόμο του για το τυπογραφείο διόλου τυχαία, όπως διόλου τυχαία θα πρέπει να πάρει τώρα τον δρόμο από το ράφι τού βιβλιοπωλείου στο ράφι της βιβλιοθήκης σας!

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Carlos Ruiz Zafόn – Ψυχογιός

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Georges Simenon – Άγρα

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!