Θανάσιμα σταυροδρόμια (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Το 2014 η Βάσω Παπαδοπούλου έκανε την δεύτερη εμφάνισή της στα ελληνικά γράμματα, με το βιβλίο Θανάσιμα σταυροδρόμια. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που επισήμως κατατάσσεται στα αμιγώς αστυνομικού χαρακτήρα αναγνώσματα και μάλιστα αυτά της νέας γενιάς, καθώς η νεοελληνική αστυνομική Λογοτεχνία κατά τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μια δεύτερη άνθηση -τουλάχιστον ως προς το εμπορικό κομμάτι.Βάσω Παπαδοπούλου

Θεωρώ αναγκαία αυτή την συστατική πρώτη επισήμανση, διότι, εγώ τουλάχιστον, παρ΄ ότι το βιβλίο της κυρίας Παπαδοπούλου παρουσιάζει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του αστυνομικού μυθιστορήματος (έγκλημα, προσπάθεια του αστυνόμου να εξιχνιάσει και αποκαλύψει τον δολοφόνο, λύση του μυστηρίου κ.λπ.), εισέπραξα μια παράλληλη ικανοποίηση μέσα από τα ψυχογραφήματα και τις απαράμιλλες ηθογραφίες που συμπληρώνουν εντέχνως και διακριτικά την πλοκή.

Άκρως ικανοποιητική επίσης θεωρώ την «γεωγραφία» του βιβλίου. Η συγγραφέας, είτε ακολουθώντας την τάση της εποχής είτε εμπιστευόμενη το ένστικτό της, εντάσσει (ή, πιο σωστά, βιδώνει!) τα γεγονότα στην Αθήνα του σήμερα, την γνώριμη σε όλους μας «πληγωμένη» πρωτεύουσα μιας Ελλάδας που δείχνει σαστισμένη, ξεβρασμένη θαρρείς στ΄ απόνερα της Ιστορίας.

Στα «σπλάχνα» αυτής της πόλης λοιπόν αναπνέουν, ερωτεύονται, ονειρεύονται και εργάζονται τ΄ ανθρώπινα μυρμήγκια της νέας χιλιετίας, άλλοτε κρατώντας τις αναγκαίες αποστάσεις από το παρελθόν κι άλλοτε επιμηνύοντας άρρηκτους δεσμούς εν είδει εξάρτησης. Οι πρωταγωνιστές, ριζωμένοι βαθιά στο έμβιο παρελθόν τους, εγκλωβισμένοι στο αφιλόξενο και συχνά εχθρικό ενδιαίτημα της τσιμεντούπολης, αρνούνται ουσιαστικά ν΄ ακολουθήσουν την αστική «κανονικότητα» των συμπολιτών τους, παρά το γεγονός ότι όλοι φροντίζουν (ή εκ των πραγμάτων αναγκάζονται) να διάγουν μιαν άκρως κοινότοπη ζωή. Φαινομενικά…

Την παράσταση κλέβει εξ αρχής ένας ασήμαντος ψιλικατζής -ο μυστηριώδης Ανάργυρος, που αποτελεί τον «ομφάλιο λώρο» μιας παρέας παλιών συμμαθητών. Και κάθε τέτοια παρέα που σέβεται τον εαυτό της πρέπει αναγκαστικά να μαζεύεται κάθε τόσο γύρω από ένα τραπέζι. Το πρόβλημα γεννιέται όταν αυτή η παρέα αρχίζει να… αποδεκατίζεται!

Το σίριαλ των δολοφονιών σπαζοκεφαλιάζει τον αστυνόμο Κλεόβουλο Χαλατσάκη και τους συνεργάτες του -μια ομάδα αρκετά δεμένη και συνειδητή. Βεβαίως, από ένα σημείο κι έπειτα, η συγγραφέας αρχίζει να βομβαρδίζει τον αναγνώστη με συνεχείς ανατροπές -ή, σωστότερα, αποκαλύψεις…

Μεστή γλώσσα και δυνατή περιγραφή που σε πείθει, αλλά κατά διαστήματα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως έχει εμπρός του την πρώτη απόπειρα αστυνομικού μυθιστορήματος της εν λόγω συγγραφέως. Λείπει το «ειδικό βάρος», ιδίως στην προσωπικότητα του αστυνόμου, ενώ δεν είναι και λίγες οι περιπτώσεις που ο Ανάργυρος μένει μετέωρος στο κενό, άοπλος από επιχειρήματα και ορφανός από τις απαραίτητες… επεξηγήσεις. Άλλοτε πάλι, αν και η ροή του λόγου παραμένει σαφής και κρυστάλλινη, η συγγραφέας δεν καταφέρνει να προσδώσει «σώμα» στον μύθο της, δίνοντας έμφαση σε λεπτομέρειες που ούτε προάγουν την εξιστόρηση ούτε ερμηνεύουν – επεξηγούν προς όφελος του «χαλαρού» αναγνώστη.
Βάσω Παπαδοπούλου - Νικόλας Τελλίδης

Το φινάλε εξάλλου, αν και πομπώδες, δεν καταφέρνει να υποχρεώσει τον αναγνώστη στην ενσυναίσθηση των δραματικών εμπειριών και των λύσεων που τελικά υιοθετούνται από τους κεντρικούς ήρωες. Έτι περισσότερο, η σύλληψη του κινήτρου του δολοφόνου δεν εναρμονίζεται με την αυθεντικότητα της πλοκής (πού ούτως ή άλλως παραμένει ατελής…).

Αυτά τα δύο μελανά στίγματα αδικούν εμφανώς τις δυνατότητες της συγγραφέως. Διότι το κείμενο, που ουδαμώς στερείται βάθους (το αντίθετο, μάλιστα!), δεν διαθέτει τον απαραίτητο «όγκο» ως προς την αιτίαση του εγκλήματος. Με άλλα λόγια, ο δολοφόνος, εξωραϊσμένος κατάλληλα για τις ανάγκες του ρόλου του (έχει την σοφία της ζωής, την πείρα, την νηφαλιότητα της επίγνωσης…), εμφανίζεται ως δράστης «καθ΄ υπερβολήν».

Κατά την άποψή μου, η αστοχία οφείλεται στην σφαλερή «οικονομία» της εξιστόρησης. Οι συγγραφείς συχνά εκτιμούν λανθασμένα τον δεδομένο «χώρο» των σελίδων που τους διατίθενται, με αποτέλεσμα να επικεντρώνουν δυσανάλογα στα σημεία – κλειδιά της ιστορίας τους. Πρόκειται για ζήτημα που λύνεται με τον καιρό, με την εξάσκηση και την αδιάλειπτη συγγραφή.

Ωστόσο, η αξιέπαινη προσπάθεια της Βάσως Παπαδοπούλου δεν περνά απαρατήρητη. Και τουλάχιστον ένα θετικό πρόσημο το δικαιούται, λόγω της επιλογής ενός δύσβατου θέματος σαν «τροφή» για την πρώτη της απόπειρα στα βαθιά νερά της αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!