Το γυναικόκαστρο (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Λίγο πριν την εκπνοή της χρονιάς που πέρασε, οι εκδόσεις Πάπυρος μας παρέδωσαν το εξαιρετικό πόνημα του ταλαντούχου νεοέλληνα συγγραφέα Σπύρου Καρυδάκη, υπό τον… σκανδαλιστικό τίτλο: Το γυναικόκαστρο. Και ομολογώ πως η ανάγνωσή του με συνεπήρε καταλυτικά μα ευχάριστα, καθώς το εν λόγω ανάγνωσμα διαθέτει τα τρία βασικά χαρακτηριστικά που θεωρώ απαραίτητα για να κατατάξω ένα έργο σε αυτά της αμετάκλητης Λογοτεχνίας: Πρωτοτυπία του μύθου, απαράμιλλα εκφραστικά μέσα και βαθυστόχαστους συνειρμούς.

Σπύρος Καρυδάκης

Ο Σπύρος Καρυδάκης δεν αφήνεται να παρασυρθεί από την «παλίρροια» του ενθουσιασμού, κατακρατά κι εξουσιάζει απόλυτα το υλικό του, διαφεντεύει τον μύθο του και ταυτόχρονα πιάνει τον αναγνώστη κυριολεκτικά από το χέρι προκειμένου να τον οδηγήσει στις δικές του θαυμαστές ανακαλύψεις. Η αποκάλυψη των ευρημάτων του γίνεται συνετά, μεθοδικά, σταδιακά, επιτυγχάνοντας έτσι μιαν απόλυτη συμπόρευση με τον ανυποψίαστο αναγνώστη και μια σπάνια επικοινωνία που κανείς συναντά μόνον σε έμπειρους γραφιάδες.

Ο κεντρικός ήρωας αυτού του βιβλίου, ο Γερμανός Ντέτλεφ, ορφανός πατρός αγνώστου και αποπεμφθείς μητρός πόρνης, έρχεται στην Ελλάδα «πάνοπλος» για να καταλήξει ως pet στα χέρια έμπειρων και απομονωμένων γυναικών, οι οποίες θα τον χρησιμοποιήσουν ομαδικά για να ικανοποιήσουν την συνθήκη της διαιώνισης του είδους τους. Σ΄έναν κόσμο όπου οι άνδρες έχουν καταλυτικά αποκλεισθεί, όπου η γυναίκα έχει αναλάβει εκούσια τον κυρίαρχο ρόλο του αφέντη της ζωής της -και συνάμα καρπούται τα πλεονεκτήματα αλλά και επωμίζεται τα μειονεκτήματα της επιλογής της αυτής-, ο ζωτικός χώρος που αφήνεται στον νεαρό επιβήτορα για να «αναπνεύσει» είναι ελάχιστος: Τρέφεται επαρκώς και γυμνάζεται δεόντως προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελέσει τα σεξουαλικά του καθήκοντα, διασκεδάζει με την πρωτόγονη μουσική του τα γυναικεία γλέντια, δοκιμάζεται στην «τέχνη» της επιβίωσης -και αυτό είναι όλο! Καμμία ψυχική έπαρση, καμμία επώδυνη επαφή πέραν αυτής της σαρκικής, καμμία συναισθηματική φόρτιση που συνήθως χαρακτηρίζει τις κοινωνίες και τις σχέσεις των ανθρώπων. Εν ολίγοις, οι Σαρακατσάνες της ιστορίας μας δεν δίνουν καμμία τύχη στην αλληλεξάρτηση, στην οδύνη τυχόν απώλειας, στην μνήμη ευχάριστων και περιπαθών στιγμών, στην ενδόμυχη επικοινωνία -παρά μόνον σε μια γραμμική σχέση όλων με τα στοιχεία της φύσης, την μάνα – γη, το βασίλειο των δένδρων, των καρπών και των ζώων.

Ο νεαρός πρωταγωνιστής, αρχικά ευτυχής που μπορεί να έχει καυτή γυναικεία σάρκα όποτε οι ορέξεις του γίνονται βασανιστικές,  γρήγορα καταδυναστεύεται από το σύνδρομο της μη αποδοχής. Ζώντας σ΄ έναν μητριαρχικό κόσμο, συνειδητοποιεί όλα τα παράδοξα που έρχονται σε αντίθεση με την δική του αντίληψη περί κυριαρχίας του αρσενικού. Κι ακόμα, δοκιμάζει τις αντοχές του στην διανοητική επικυριαρχία των γυναικών, στην εξουσία τους πάνω στο κορμί και την ψυχή του, έτσι όπως ίσως οι αρχέγονες ανθρώπινες κοινωνίες ήταν συνηθισμένες.

Δεν πρόκειται για το απλό φαινόμενο της μητριαρχίας εδώ, μιλάμε για την απόλυτη κατάλυση κάθε αρσενικής πρωτοβουλίας, για απόλυτη α-βουλία, για μια κοινωνία όπου ο αρσενικός ξεπέφτει σε ρόλο ανδρείκελου! Ταυτόχρονα, η γυναικεία καθοδήγηση προτάσσει την αέναη και αδιάλειπτη επαφή με την φύση, τον εποχικό κύκλο από τον οποίο όλα εξαρτώνται και όλα διέπονται. Χωρίς διάθεση ερμηνειολαγνείας, όλο αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως πειθαναγκασμός της γυναίκας πάνω στον… φαυλοκράτη αρσενικό, που τόσους αιώνες δεν κατάφερε ν΄ απαλλάξει τις κοινωνίες των ανθρώπων από τα δεινά αιματηρών ανταγωνισμών, ασύμμετρων καταναγκασμών και επίπονων εκμεταλλεύσεων συνανθρώπων, στην διάρκεια της εξέλιξης από το δουλοκτητικό σύστημα σε αυτό της φεουδαρχίας και, επί των ημερών μας, σε αυτό της κεφαλαιοκρατίας και του μονεταριστικού συστήματος.

Στο γυναικόκασρο όμως δεν γίνεται, σκοπίμως ίσως, αναφορά σε κανένα είδος χρηματικής συναλλαγής, σε καμμία απολύτως πρακτική διαδικασία εμπορικής δράσης, τουλάχιστον μεταξύ των μελών που κατοικούν στο κάστρο, οπότε κάθε διάθεση εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο εν τη γενέσει της εξορκίζεται. Ακόμη κι όταν γίνεται λόγος για τις απολαβές του Ντέτλεφ, τον συμφωνηθέντα δηλαδή μισθό για τις υπηρεσίες του, πουθενά δεν διαφαίνεται πού και πώς μπορεί αυτός να ξοδέψει τα χρήματά του εντός των ορίων του απομονωμένου γυναικόκοσμου.

Ας επιστρέψουμε όμως στον μύθο. Η καλοτυχία σταδιακά μετατρέπεται σε εφιάλτη, καθώς με τον καιρό αντιλαμβάνεται την πλήρη του απομόνωση: Η πόρνη μάνα του δεν τον αποδέχθηκε (γεννήθηκε κατά λάθος, είναι καρπός ενός «ατυχήματος» πελάτη στο «εμπορικό» κρεβάτι της ηδονής…), και τώρα δεν τον δέχονται ως ουσία και οι γυναίκες που τόσο λατρεύει. Είναι αποδεκτός ως toy ανάμεσα στα σκέλη γυμνών κορμιών, αλλά ουδαμώς ως αυτεξούσια και αυτόνομη ύπαρξη με συναίσθημα και λογική. Έτσι, προφανώς, ο ανθρώπινος εγωισμός επιστρέφει στον πομπό για να τιμωρήσει τον υπερφίαλο άνθρωπο, τον μονοκεντρικό κι εγωιστή παντοκράτορα τούτου του κόσμου, κάνοντάς τον κοινωνό μιας αιώνιας άρνησης από τους του είδους του…

Ο συγγραφέας δεν χαρίζεται στον συμπαθέστατο Γερμανό. Δίδοντάς του φαινομενικά ασυνάρτητα άλλοθι (…Δεν πίνω αλκοόλ. Γιατί η μάνα μου έτσι έγινε και με γέννησε κατά λάθος και με σιχάθηκε…) τον βυθίζει ακόμη περισσότερο στην πλάνη, αφαιρώντας του κάθε χαρακτηριστικό (…Δεν είσαι καλός, του έλεγαν οι γυναίκες, δεν είσαι κακός, δεν είσαι δίκαιος ούτε άδικος, ούτε σύγχρονος ούτε παρελθών, και ακόμα δεν είσαι ωραίος μα ούτε κι άσχημος, δειλός ή παλληκαράς, σωστός ή λαθεμένος, πεσμένος ή όρθιος…), ώστε να καταντήσει εργάτης άχρονος, ένα μόριο στο αχανές σύμπαν της ανθρώπινης ερημιάς… Αλλά, σε μια σπάνια έκρηξη μεγαλοψυχίας, ωσάν να επιζητά την συνέχεια του ανθρώπινου γένους, ωσάν να κρέμεται από την ελπίδα μιας δεύτερης ευκαιρίας για όλους μας, ο συγγραφέας φωτίζεται και φωτίζει: «Όταν θα πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις στο κρεβάτι σου».

Επαναφορά της δράσης, λοιπόν, με φόντο ένα καθαρά λαογραφικό παρελθόν, ερμηνευμένο ελεύθερα λόγω… λογοτεχνικής αδείας! Η επαναλαμβανόμενη αναφορά σε νεράιδες και γυναικεία «ξωτικά», είτε ως σκέψη του πρωταγωνιστή που αδυνατεί να εκλογικεύσει ερμηνευτικά τον χωροχρόνο του είτε ως περιρρέουσα απατηλότητα στο υποσυνείδητο του αναγνώστη, ξάνει το νήμα της σημαντότητας και σημαντικότητας των γυναικών, έτσι όπως την αντιλαμβάνονταν οι πρωταγωνιστές των αρχαίων κοινωνιών. Η γυναικεία κυριαρχία, η γυναικεία δράση και πρωτοβουλία δεν αναβιώνει απλώς ως δικαίωση, επανέρχεται ως καθεστώς αναπότρεπτο και -γιατί όχι;- ως ευσεβής πόθος: Όπου απέτυχε ο άνδρας ίσως επιτύχει η γυναίκα -για το κοινό καλό…

Το ευχολόγιο βεβαίως δεν σταματά εδώ. Ο συγγραφέας, έχοντας σαφή επίγνωση της μητριαρχικής δομής των κοινωνιών του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου πολύ πριν την «ανατολή» της πατριαρχίας και ορμώμενος, προφανώς, από ένστικτη υποψία περί της ασφαλούς διακυβέρνησης αυτών από την γυναίκα, προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει στον αναγνώστη τον προβληματισμό του: Αν (με ψυχολογικούς πάντα όρους) ο άνδρας – ηγέτης ευθύνεται για την δυσμενή εξέλιξη του αγώνα για κατάκτηση της ελευθερίας, της ισονομίας και της ειρήνης, μήπως μια γυναίκα με τον αντίστοιχο ρόλο θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα;

Ο Σπύρος Καρυδάκης επαναφέρει λογοτεχνικά στο προσκήνιο της διανόησης την αμφιβολία ως αποτέλεσμα της τυφλής υποταγής των μαζών στον έναν και εκλεκτό, τον ηγέτη της αγέλης. Πρόκειται αναμφίβολα για ψυχολογική, όχι απαραίτητα έλλογη, εξάρτηση της ανθρώπινης αγέλης από τον «πατριάρχη», τον «γενάρχη», τον παντοδύναμο ηγέτη με τις αδιάβλητες εξουσίες του πάνω στον κοινωνικό κορμό -κάτι που ίσως στις αμιγώς γυναικείες κοινωνίες είναι αδύνατον να διαπιστωθεί, καθώς η γυναίκα, διά της μητρότητας, αποκτά άλλη σχέση εμπιστοσύνης με τον «υπήκοο»: Δεν ξέρω αν είμαι αγνός σαν το βοσκόπουλο, λέει ο Ντέτλεφ. Είμαι όμως παιδί που μπορείς να το εμπιστευτείς. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ανυπαρξία υπευθυνότητας και ρηχότητα, επιπολαιότητα: Ο πατέρας μου είμαι εγώ, ομολογεί λίγο μετά ο ίδιος.

Συνοψίζοντας, οφείλω να παραδεχθώ ότι το εν λόγω βιβλίο αποτελεί υπόδειγμα δομικής αρχιτεκτονικής του λόγου, με τέλειες αναλογίες διαλόγων – περιγραφών, ζηλευτές επάρσεις νοημάτων και ακατάλυτη γεωμετρία όσον αφορά την εξέλιξη του μύθου. Ο αναγνώστης ουδαμώς θα κοπιάσει να φτάσει στην τελευταία σελίδα, ουδαμώς θα νιώσει νοηματικά κενά ή θα «ξινίσει» από αναπάντητα ερωτήματα που τόσο πολύ οι σύγχρονοι συγγραφείς αρέσκονται να αφήνουν. Διαβάζεται αβίαστα, υποτονικά, σε απόλυτη απομόνωση, δίχως άγχος και βιάση. Άλλωστε ο κεντρικός ήρωας μας καλεί να τον μιμηθούμε: Δεν βιάζομαι. Σκέφτομαι πάντα κάθε μου λέξη. Έτσι είμαι φτιαγμένος.

Συμπερασματικά, πρόκειται για ένα βιβλίο μεστό, που δεν θα πρέπει να λείψει από καμμία βιβλιοθήκη. Σύγχρονο και απάλαφρο, σε παρασύρει στους σκοτεινούς συνειρμούς του συγγραφέα του, για να σε τυφλώσει αμέσως μετά με το φως μιας αυθεντικής αποκάλυψης. Τα συγχαρητήριά μου στον εξαίσιο διανοητή και στον εκδότη που δεν φείδεται οραμάτων προς χάριν μιας ανούσιας εμπορικότητας!

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!