Το μοτίβο του δολοφόνου (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Στην εποχή της ταχύτητας και της επιδερμικής ενασχόλησης εν είδει ερασιτεχνικού πρωταθλητισμού, υπάρχουν -ευτυχώς- επαγγελματίες γραφιάδες που καταφέρνουν να συνδυάσουν αρμονικά το πάθος τους με την επιμελή και χρόνια καλλιέργεια σεβασμού προς το αναγνωστικό τους κοινό. Ο λόγος για τον συγγραφέα αστυνομικού μυθιστορήματος Γρηγόρη Αζαριάδη που, αν και δεν είναι η πρώτη φορά που ο η κριτική καταπιάνεται μαζί του, συνεχίζει αδιάπτωτα να μας εκπλήσσει ευχάριστα με κάθε νέο του βιβλίο.Γρηγόρης Αζαριάδης

Στο Το μοτίβο του δολοφόνου αντιλαμβάνεσαι το πόσο σημαντικό είναι για κάθε συγγραφέα η αποθησαύριση εμπειριών από τις προηγούμενες γραφές του και ταυτόχρονα η εμπέδωση «τεχνικών» γνώσεων μέσα από επίμονη και σκληρή δουλειά, προκειμένου να εμφυσήσει στον αναγνώστη του εκείνη την πρώτη μα απαραίτητη για την ολοκλήρωση της ανάγνωσης διάθεση. Όχι, σε μια εποχή που όλα έχουν γραφεί και ειπωθεί, το ταλέντο δεν αρκεί! Απαιτείται έμμονη εργασία ποιότητας, έρωτας με την «πένα», φαντασία και προσήλωση για να καταξιωθείς στα μάτια ενός απαιτητικού πλέον αναγνωστικού κοινού. Και, πάνω απ΄ όλα, τιμιότητα από τον δημιουργό: Ο κ. Αζαριάδης απέδειξε με αυτό το τρίτο του βιβλίο ότι γνωρίζει πολύ καλά τους άγραφους «νόμους» αβρότητας που θα πρέπει να χαρακτηρίζει την επικοινωνία ενός επιτυχημένου συγγραφέα με τον αναγνώστη του, κι ακόμη ότι δεν φείδεται μόχθου, προκειμένου να καταστήσει το έργο του άξιο.

Στο πρώτο του πόνημα, το Παλιοί λογαριασμοί, ο εραστής της πένας «εμβαπτίστηκε» στα λογοτεχνικά ύδατα παρουσιάζοντας μιαν ολοκληρωμένη αστυνομική ιστορία με θαυμαστό επίλογο θεμελιωμένον στην ολική ανατροπή, αλλά με έντονο το άρωμα (ή την μπόχα, πιο σωστά!) της εφαρμοσμένης Πολιτικής -μια θεματική αγαπημένη στους παλαιότερους εξ ημών, από τα χρόνια τού ζεύγους των Σουηδών Περ Βάλεε – Μαγ Σγιέβαλ (Per Wahlöö – Maj Sjöwall), η σκληρή κοινωνικοπολιτική κριτική των οποίων δεν άφησε ανεπηρέαστους τους «αστυνομικούς» συγγραφείς μετά το 1975.

Λάτρης της γαλλικής σχολής, χωρίς ωστόσο να πατήσει ακριβώς στα χνάρια του Ζωρζ Σιμενόν (Georges Simenon), παρά τις επίμονες «ψυχολογικές» διαστάσεις που χαρακτηρίζουν την γραφή του, ο κ. Αζαριάδης προτίμησε να ελκύσει το ενδιαφέρον στην σκηνογραφική περιγραφή του βιωματικού χώρου των ηρώων του, ακριβώς όπως θα έκανε ο μεγάλος Βέλγος. Αλλά, τελευταία στιγμή θαρρείς, καταφέρνει ν΄ απαγκιστρωθεί από την μονομερή ψυχογραφική έκθεση των πρωταγωνιστών και προχωρά ζωηρά στην περιγραφή αυτού του ίδιου του εγκλήματος.

Το μοτίβο του δολοφόνου (κριτική)Σχεδόν με τον ίδιο τρόπο ολοκλήρωσε το δεύτερο βιβλίο του, το Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου, όπου ο συγγραφέας, βιώνοντας όλα αυτά τα χρόνια την σήψη και παρακμή της Πολιτικής στην χώρα μας, και πάλι διακατέχεται από το σύνδρομο της αντεξουσιαστικής κριτικής, καθώς και ο ίδιος, όπως λίγο πολύ όλοι μας, συχνά βρέθηκε «ναυαγός» στα πέλαγα της απανταχού ακμάζουσας διαφθοράς. Ύφος θα έλεγα μεταμοντέρνου polar, κι εδώ η απουσία ενός υπερ-ήρωα, άτρωτου και ατρόμητου ντετέκτιβ ισοσκελίζεται από την ομαδική δράση των γνωστών από το προηγούμενο βιβλίο αστυνομικών. Οι χαρακτήρες όλων, ακόμη και στο επόμενο βιβλίο του, το πιο πρόσφατο, είναι στοιχειωδώς τουλάχιστον ήπιοι και χωρίς τις εξάρσεις που συναντάμε συνήθως στην λεγόμενη «σκανδιναβική σχολή», ιδίως στην γραφή του πρόσφατα θανόντος Σουηδού Χένινγκ Μανκέλ (Henning Mankell).

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης δεν περιορίζεται σε ακόμη ένα σύνηθες detective fiction style μυθιστόρημα. Ουσιαστικά, ίσως και λόγω της προηγούμενης εργασίας του ως στελέχους πωλήσεων και μάρκετινγκ σε μεγάλες εταιρείες, λατρεύει τη ομαδική εργασία. Οι «αστυνόμοι» του αποτελούν ένα συμπαγές σύνολο επαγγελματιών που έχουν -ο καθένας για δικούς του λόγους- αφιερωθεί στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Δεν ονειροβατούν, δεν παθιάζονται και δύσκολα προδίδουν τον συνάδελφο, όπως η ομάδα τού Σουηδού αστυνόμου Μάρτιν Μπεκ στα μυθιστορήματα του προαναφερθέντος ζεύγους (Per Wahlöö – Maj Sjöwall). Κατάμεστοι από ανθρώπινες αδυναμίες, κοινοί θνητοί όπως όλοι μας, οι πρωταγωνιστές του κ. Αζαριάδη επωμίζονται σιωπηρά το άχθος των ευθυνών τους και διεκπεραιώνουν την εκάστοτε αποστολή τους έχοντας επίγνωση ότι η αναγνώριση κάποιας τυχόν επιτυχίας θα έχει συνέπειες αποκλειστικά… ηθικές! photo 111666_zpsvwrh7m4t.jpg

Εδώ θα μπορούσαμε κατά μόνας να εντοπίσουμε τα χαρακτηρολογικά αναγνωριστικά του Πέπε Καρβάλιο: Ο κεντρικός ήρωας του Καταλανού Μονταλμπάν (Manuel Vázquez Montalbán) επιβάλλεται στην συνείδηση του αναγνώστη αβίαστα, φυσιολογικά, ίσως όπως ο αστυνόμος Χαρίτος του δικού μας Πέτρου Μάρκαρη. Η διαφορά με τους πρωταγωνιστές του Αζαριάδη έγκειται στο ότι όλοι τους ανεξαιρέτως εμφανίζονται μεν ως ευπειθείς και «καθωσπρέπει» πολίτες, αλλά τους επιτρέπεται κάθε τόσο μια ανθρώπινη, άδολη και ανώδυνη για τους ίδιους και αυτούς που τους περιβάλλουν, παρέκκλιση, ώστε οι χαρακτήρες να μην παρουσιάζονται «αποστειρωμένοι», ξεκομμένοι από την σύγχρονη καθημερινότητα όπως αυτή γίνεται αντιληπτή βιωματικά από τον μέσο αναγνώστη.

Στο Το μοτίβο του δολοφόνου όλα επανεκκινούν από έδαφος εχθρικό: Δεν υπάρχει -σαφώς- παρθενογένεση ακόμη και για την περίπτωση ενός serial killer στην καρδιά της Αθήνας. Ο τοπικισμός έχει περίοπτη θέση στην καρδιά του συγγραφέα. Όλα περιστρέφονται γύρω από τις γνώριμες σε όλους μας συνοικίες που, αλίμονο, μετατρέπονται σε θέατρο επιχειρήσεων ενός μανιακού. Ήταν φαίνεται ζήτημα χρόνου να χτυπήσει την πόρτα μας η καταραμένη αυτή εμπειρία, η μάστιγα των πόλεων στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, θαρρείς ως αποτέλεσμα μιας παγκοσμιοποιημένης νοσηρής αστικής συμπεριφοράς ανθρώπων σε παράκρουση.

Γρηγόρης ΑζαριάδηςΣύσσωμο λοιπόν το… dream-team του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής αφοσιώνεται με αυταπάρνηση στο κυνήγι του δολοφόνου. Επιστρατεύονται ο επαγγελματισμός, το πείσμα, οι ολλανδικές Αρχές δίωξης εγκλήματος, η Ευρώπη ολόκληρη. Ένας αδιάπτωτος αγώνας εντοπισμού και σύλληψης, μέσω ασίγαστης κινητοποίησης αλλά και δημιουργικής ρέμβης των ανθρώπων που ορκίστηκαν να υπηρετούν την αλήθεια, να περιφρονούν την ασφάλεια των πολιτών! Η ευρηματικότητα του συγγραφέα στο φόρτε της! Κυκλοθυμικές συμπεριφορές και αναλύσεις προφίλ, περιοδικότητα και στατιστικές, δειγματοληψίες και ακριβής καταγραφή δείγματος θυμάτων, τόπου εγκλημάτων και χρονικής στιγμής -όλα στριμώχτηκαν… άνετα στο μυαλό του γράφοντος, σε μια άκρως ρεαλιστική όσο και μελλοντολογική παράθεση του τι πρόκειται να ζήσουμε κατά τα επόμενα χρόνια, όταν εκτοπιστεί ο «επαρχιωτισμός» και η πόλη μας καταστεί μέρος της ευρύτερης χωρομερίδας των κρίσεων και των εντάσεων…

Σε αντίθεση με τον ανοικονόμητο και χειμαρρώδη Έντγκαρ Ουάλας (Edgar Wallace), ο -ίσως- προφητικός λόγος του Γρηγόρη Αζαριάδη παραμένει μέχρι τέλους σφικτός και λακωνικός. Η περιγραφή του, ωστόσο, διατηρεί την δέουσα«ελαστικότητα», δίνοντας περιθώριο στον διψασμένο αναγνώστη να δοκιμάσει στιγμές μοναδικής ηδύτητας: Ερωτισμός κι αισθησιασμός, στιγμές πάθους κι αδυναμίες, εναλλάσσονται θαυμαστά με την ενσυναίσθηση των ευθυνών του εργαζόμενου γονέα, την αγωνία για το «αύριο» των παιδιών, την αποκατάσταση των σχέσεων με πρόσωπα λατρευτά. Η συνταγή της επιτυχίας: Οι πρωταγωνιστές, απόλυτα κοινωνικοποιημένοι και ρεαλιστικοί, δεν τολμούν το λάθος της απομόνωσης σε μια προστατευτική γυάλα έξω από την καθημερινότητα όλων ημών…

Από την άλλη, η αναχρονική παλινδρόμηση στην αφηγηματική ροή του μύθου (που ο κ. Αζαριάδης εφαρμόζει με συνέπεια κι ευλάβεια εν Το μοτίβο του δολοφόνου (κριτική)είδει πρωτομυημένου σε παγανιστική αίρεση!), όχι μόνον επιτυγχάνει την αποσάθρωση της τυχόν αδιαφορίας σε σημεία όπου η πλοκή κάνει την ευλόγως αναπόφευκτη «κοιλιά», αλλά και επιτείνει έτι περισσότερο το ενδιαφέρον του αναγνώστη -σαφές δείγμα τού ότι ο δημιουργός διδάχθηκε τάχιστα το μάθημά του από την προηγούμενη συγγραφική εμπειρία του.

Πιστεύω πως, με αυτό το τρίτο βιβλίο, ο συγγραφέας έφτασε πλέον στην δυσκολότερη καμπή της δουλειάς του. Με τον πήχυ στο απώτατο σημείο, το επόμενο βιβλίο θα πρέπει να διατηρήσει τον ενθουσιασμό μας αμείωτο -αν όχι να τον τροφοδοτήσει περισσότερο. Αυτή είναι και η αξία, άλλωστε, των σημαντικών συγγραφέων: Η προσμέτρηση της δυνατότητας να μετουσιώσουν σε αθάνατη Λογοτεχνία το αφηγούμενο.

Είναι στο χέρι τους -ή, πιο σωστά, στο μυαλό τους!

 

(φωτογραφίες: Γκίκας Μελαχροινός – gmelachrinos@me.com)

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Carlos Ruiz Zafόn – Ψυχογιός

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Georges Simenon – Άγρα

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Previous Image
Next Image

info heading

info content

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!