Το βρήκα

«Ceci n’ est pas un livre. Αυτό δεν είναι ένα βιβλίο. Παραφράζω τη λεζάντα – σχόλιο του René Magritte, στον πίνακά του, “Προδοσία των εικόνων”. Βάζω τη δική μου λεζάντα, κάνοντας έτσι μια πρώτη απόπειρα αισθητικής και συναισθηματικής ιχνηλάτησης ανάμεσα και μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Όπως ακριβώς, ψάχνει ο αφηγητής τον ήρωα που εξαφανίζεται αναπάντεχα από την ιστορία του. Πρόκειται δηλαδή για κάποια προδοσία γραφής ή έστω ανάγνωσης; Όχι. Κάθε άλλο.

Πρόκειται για την απόλυτη εμπιστοσύνη που οφείλουμε να δείχνουμε στον υπερρεαλισμό μας. Είναι αυτή η βεβαιότητα που νοιώθεις, τελειώνοντας το βιβλίο, πως αν αφήσεις την υπέρ-πραγματικότητα σου να σε οδηγήσει, τότε τα πράγματα θα είναι καλύτερα. Για όλους και σε όλα τα θέματα. Yπέρ-πραγματικότητα. Η παράλληλη πραγματικότητα που ξέρουμε πως υπάρχει αλλά δεν μπορούμε ή δε θέλουμε να τη ζήσουμε. Το παράλληλο σύμπαν μας ή όπως ίσως πιστεύουμε, ο καλύτερός μας εαυτός. Το “βρήκα” μου είναι αυτό που θέλω πάντα να βρω, αυτό που ακόμη κι αν το βρω θα το ψάχνω. Δεν είναι το ανικανοποίητο, αλλά η μόνιμη αναζήτηση για το “βρήκα” που μας ξεγλιστράει σχεδόν πάντα μέσα απ’ τα χέρια. Κι αυτό, γιατί νομίζουμε πως τα νοήματα βρίσκονται πάντα πίσω από τα πράγματα και όχι στην επιφάνειά τους. Κι όμως. Ας αφήσουμε την επιφάνεια των πραγμάτων ήσυχη και μην την ταράζουμε ψάχνοντας από κάτω της. Όσο ψάχνουμε ματαίως ή εφευρίσκουμε μια άλλη αλήθεια από την προφανή, τα αντικείμενα αλλά και τα πρόσωπα θα συνεχίζουν να αρνούνται τον εαυτό τους. Και κάπως έτσι η ζωή γίνεται λούπα, ζώντας και ξαναζώντας με ίδια ή διαφορετικά πρόσωπα τις ίδιες καταστάσεις. Τα πρόσωπα αυτά έχουν πάντα ένα όνομα πολύ συγκεκριμένο που ταυτόχρονα γίνεται και πολύ αφηρημένο. Ποιοι είναι ο αφηγητής, ο Πέντε, ο Έξι, ο John Travolta, ο Καλός Πρίγκηπας; Το όνομα δεν έχει καμιά σημασία. Πολύ περισσότερο όταν το υποκείμενο που ακούει σ’ αυτό ξεχνιέται.

Μα όλα ξεχνιούνται τελικά. Όχι και όλα. Οι οντότητες ναι. Τα ίχνη τους όχι. Ωστόσο καμία σημασία το ποιος και το πότε, εφόσον ονόματα και πρόσωπα γίνονται ένα στον ατέρμονα χρόνο. Μπερδεύονται τα διαφορετικά στιγμιότυπα μας σε σχέση με το χρόνο. Ποιος είμαι τώρα και πόσο διαφέρω από το πριν μου; Η ταύτιση προσώπου με το όνομα είναι προσωρινή, αλλά ισχυρή και αποτελεί κι αυτή κομμάτι της προδομένης εικόνας. Το υποκείμενο παίρνει τις διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά του ονόματός του, αλλά συχνά το προδίδουν οι απόψεις του. Προδομένη εικόνα. Σήμερα ταυτιζόμαστε με αυτό και αύριο -γιατί όχι- με το αντίθετό του. Το μη σταθερό της ύπαρξης μας, κι αυτό βασικό χαρακτηριστικό της υπερρεαλιστικής μας ταυτότητας. Αλλά ακόμη και το ίδιο το πρόσωπο με την ταυτότητά του. Μια οφθαλμαπάτη. Και τα όνειρα; Οι επιδιώξεις;

Το κύτταρο του “ψάχνω να το βρω” υποτίθεται θα γεννήσει το “βρήκα”. Αλλά δεν τελειώνει εκεί το όλο πράγμα. Πάντα θα υπάρχει η αναρώτηση αν τελικά έφτασα στο “βρήκα” μου. Κι ύστερα είναι οι τόποι. Πού στο καλό συμβαίνουν όλα αυτά που περιγράφονται; Και προσοχή! Μη σκεφτείτε επ’ ουδενί πως πρόκειται για φαντασιακές καταστάσεις ή αποτέλεσμα καθοδήγησης του ασυνειδήτου. Είναι απλοϊκές τέτοιες εξηγήσεις. Πείτε καλύτερα υπέρ-πραγματικότητα. Η μόνη δηλαδή πραγματικότητα που αντιστοιχεί σε ένα τόσο σοφά φτιαγμένο ον. Ο άνθρωπος. Το “βρήκα” του ανθρώπου είναι η Αρχιμήδειος αναφώνηση μετά την εύρεση της αρχής της άνωσης. Κάθε σώμα βυθισμένο σε ρευστό, δέχεται άνωση ίση με το βάρος που εκτοπίσει. Όπου ρευστό, σημειώστε πραγματικότητα. Όπου άνωση, υπέρ-πραγματικότητα, μοχλός που εκτοπίζει θεαματικά οποιαδήποτε νύξη κομφορμισμού. “Το βρήκα” του ανθρώπου, είναι ο ίδιος ο εαυτός του και εν τέλει δεν είναι παρά η διαδρομή του για να το φτάσει. Κι αν δεν είστε εσείς ένας τέτοιος άνθρωπος τότε ποιος είστε;

Δε σκεφτήκατε δηλαδή ποτέ πως είναι απόλυτα αρμόζον στην περίπτωσή σας να αιωρείστε στον αέρα όποτε το θελήσετε; Δεν σας πέρασε από το μυαλό πως μιλάτε κάποιες φορές αλλά δε βγάζετε κανέναν ήχο και πως δεν το καταλαβαίνει παρά μόνο ο συνομιλητή σας; Και βέβαια εσείς είστε. Μα σταθείτε. Μη νομίσετε από την άλλη πως είστε κάτι σημαντικό ή ιδιαίτερο. Είστε κι εσείς ένας από τους ομοιόμορφους ανθρώπους που στέκονται στην ουρά για εισιτήριο, για μια συνέντευξη εργασίας, για να καταναλώσετε, να σας καταναλώσουν, να πείτε την άποψή σας. Λες και θα την πάρει κανείς στα σοβαρά. Είτε είστε ο αφηγητής στην ιστορία είτε ο Καλός πρίγκηπας, δεν κάνει διαφορά. Καταλήγουν και οι δύο στο ίδιο ντιβάνι ψυχανάλυσης. Αυτό που βλέπετε δεν είναι αυτό που νομίζετε.

Και γενικά θα πρέπει να θυμόμαστε πως δεν είμαστε αυτό που νομίζουμε. Δηλαδή, να μην παίρνουμε τον εαυτό μας πολύ σοβαρά. Μα μιλάτε σοβαρά; Τελικά η ατάραχη ευτυχία της επιφανείας μας δεν είναι το χάπι για κάθε νόσο. Εντάξει. Σας μπέρδεψα. Σας απογοήτευσα ίσως. Μα σίγουρα κάπου σας βοήθησα. Να. Κοιτάξτε απ’ το παράθυρο. Αυτό που κοιτάζετε τώρα είναι το “βρήκα σας”. Σηκώνει απαλά το δεξί του πόδι από το έδαφος, φέρνει μια βόλτα γύρω από το αριστερό, το αριστερό γύρω από τον άξονα του, και στη συνέχεια παρασέρνει το σώμα του καταλήγοντας στο φρεσκοσφουγγαρισμένο πάτωμα. Ξανά και ξανά. Θα τρώει τα μούτρα του. Πριν ή μπροστά από το πρώτο σκαλοπάτι της γυριστής, φαγωμένης, ξύλινης σκάλας. Προσπαθώντας ν’ ανέβει. Ή να κατέβει.

Y.Γ. Το παρόν γράφεται σήμερα, 30/08/2016. Διεθνής ημέρα εξαφανισμένων, λέει. Περίεργο. Εξαφανισμένων. Ή αλλιώς εκείνων που δεν βρέθηκαν. Ο αφηγητής βρίσκει τελικά τον εξαφανισμένο του ήρωα; Ποιος ξέρει; Ούτε καν ο συγγραφέας».

ISBN 9789606041327, έκδοση 2016

Γρηγόρης Χατζάκης

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!