Υμνώντας το Έθνος

Ο ρόλος των σχολικών γιορτών στην εθνική διαπαιδαγώγηση

Τα εθνικά ή πατριωτικά σύμβολα που κατασκευάζονται και αναπαράγονται σε κάθε εποχή με πρωτογενές εθνικό σύμβολο τη σημαία, θεμελιώνουν έναν τύπο «κατά τον οποίο το σημαίνον είναι αυθαίρετο ή καθαρά συμβατικό», ώστε να καθιστά τα σύμβολα ακατανόητα από άτομα που δεν ανήκουν στον συγκεκριμένο πολιτισμό, εφόσον κάθε σύμβολο μεταφέρει αναγκαστικά μια ιστορία αναπαράστασης, σύνδεσης και σχέσης. Μ’ αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται μια συναισθηματική προσέγγιση της ιστορικής πραγματικότητας με την οποία επιτυγχάνεται η ομοιογενοποίηση των τιμώντων και τιμωμένων, η ταύτιση του παρελθόντος με το παρόν, η διακήρυξη της πίστης σ’ ένα ιστορικό πρότυπο, παρά η ιστορική αλήθεια.

Οι επετειακοί λόγοι στηρίζονται στην εθνική αφήγηση ως παραδοσιακή ιστοριογραφική τακτική, η οποία ανασυγκροτεί ιστορικά το παρελθόν και διδάσκει τα κατορθώματα των προγόνων με στόχο να μεταβιβάσει στη νέα γενιά την ιστορική γνώση και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και την ενότητα.

Ο P. Riceour επισημαίνει ότι αυτά τα αφηγήματα είναι σε θέση να αναδημιουργήσουν την ίδια την ιστορική πραγματικότητα, με αποτέλεσμα κάθε έθνος να έχει τις δικές του αφηγήσεις ως γενεσιουργό στοιχείο της ταυτότητάς του. Η αυθεντία της νομιμοποιημένης γνώσης προσφέρει τις αφηγήσεις και τις ερμηνείες τους για δημόσια χρήση και προτρέπει στην αποδοχή.

Στους επετειακούς λόγους των εκπαιδευτικών αρχών διαφαίνεται ο μύθος της αδιάσπαστης συνέχειας με «το ΌΧΙ του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, το οποίο επαναλαμβάνεται από τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον εις την Πόλιν, άδεται από τον Ρήγα Φεραίον, διαλαλείται με τη θυσία του Χορού του Ζαλόγγου και τα ολοκαυτώματα εις το Κούγκι, το Μεσολόγγι, εις τα Ψαρά και αργότερα εις το Αρκάδι. Ακούεται από τον Διάκο εις την Αλαμάνα, από τον Ανδρούτσο εις την Γραβιά και από πολλούς αγνώστους και γνωστούς ήρωας πανταχού της Ελληνικής Γης»( Επιθ. Φλωρίνης, Εγκ. 2395/22/17-10-1968).

Μάλλον σκόπιμα αποσιωπάται η πολυεθνική σύσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας «η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατά την υπερχιλιετή ζωή της πάλεψε με ποικιλώνυμους εχθρούς και άντεξε έως την 29 Μαΐου 1453» για να διατηρηθεί ο μύθος της αδιάσπαστης ελληνικής συνέχειας. Επίσης, η Βασιλεύουσα επανέρχεται σταθερά για να δικαιώσει τη μοναδικότητα ενός έθνους που ασφυκτιά στα σύνορα ενός μικρού και εξαρτημένου κράτους.

Με στόχο την εθνική διαπαιδαγώγηση, ο υπουργός Παιδείας Σπ. Δημητράκος αναφέρει ότι «ιδιαιτέρως η γενεά του Εικοσιένα ομοιάζει προς την σχολικήν κυψέλην», διότι «διαθέτει και εκείνη τους διδασκάλους της», που είναι «οι διδάσκαλοι του Γένους, οι πολύφωτοι αστέρες του εθνικού στερεώματος. Οι περισσότεροι εξ αυτών ήσαν κληρικοί. Ιερούργησαν ταυτοχρόνως εις τον ναόν της Παιδείας και εις τον ναόν του Κυρίου. Με τον προφορικόν και γραπτόν λόγον τους εφώτισαν, αφύπνισαν, ποδηγέτησαν». (Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 1080/15-3-71.) Σε όλη τη διάρκεια προετοιμασίας για την επανάσταση του ’21 «τα μοναδικά όπλα των Ελλήνων ήσαν το πνεύμα, το οποίο καλλιέργησαν με τα βιβλία τους οι δάσκαλοι του γένους και οι παπάδες στα κρυφά σχολειά και, στη συνέχεια, τα καριοφίλια και τα κανόνια».

Παράλληλα, αναφέρεται ότι η Γαλλική Επανάσταση «ήτο το ξέσπασμα της ωριμάνσεως μιας κοινωνίας, της οποίας οι ηγέται δεν εστάθησαν ικανοί να της δώσουν εγκαίρως τους νέους θεσμούς που επέβαλεν η εξέλιξίς της»( Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 30107/70/17-3-1962.), ενώ η Αμερικανική Επανάσταση «υπήρξε το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής κρίσεως του υπό διαμόρφωσιν ακόμη τότε Αγγλοσαξωνικού κόσμου, ο οποίος ανεζήτει εις διαφόρους επεισοδιακάς εκδηλώσεις, όπως ήτο η δογματική και εκκλησιαστική ρήξις, την λύτρωσίν του από το μεσαιωνικόν βάρος του, η ιδική μας επανάστασις υπήρξεν η πρώτη εκδήλωσις μιας νέας μορφής παγκοσμίου ιδεολογίας που κινεί έως και σήμερον την ιστορίαν: της ιδεολογίας της ελευθερίας των εθνικοτήτων». Αντίθετα, με την ελληνική επανάσταση «ξέσπασε το κύμα της ελευθερίας των λαών και ήρχισεν η κίνησις της ιστορίας προς την κατοχύρωσιν των εθνικών κρατών». Μέχρι τότε τα κράτη «ήσαν διοικητικαί εκφράσεις γεωγραφικών χώρων».

Παράλληλα η Γαλλική Επανάσταση «με τον ιδανικόν της ελευθερίας του ατόμου που διέδωσε, δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι εβοήθησε την σύνεσιν Κράτους και Έθνους» (Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 30107/70/17-3-1962.). Ως αντίποδας αναφέρεται ότι «η ελληνική επανάσταση του 21 δε μοιάζει με τις άλλες επαναστάσεις που έγιναν εκείνη την εποχή Γαλλική, Ιταλική, Αμερικάνικη διότι αυτή δεν προήλθε από την υποκίνηση ορισμένης κοινωνικής τάξης, ούτε από την σύγκρουση οικονομικών συμφερόντων, ούτε σαν ανάγκη για πολιτειακή μεταβολή, δεν είναι αγώνας ταξικός, εξέγερση ραγιάδων εναντίον των κοτζαμπάσηδων, όπως ανιστόρητα υποστηρίζουν σύγχρονοι διαστρεβλωτές της ελληνικής ιστορίας».

Στα κείμενα των επετειακών λόγων αναφέρεται ότι «η Ελληνική ψυχή είναι το ισχυρότερον όπλον, η χαλυβδίνη ασπίς δια την προστασίαν της Ελευθερίας μας και της ζωής μας»( Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 114258/16-10-54.), αυτή που «νικά πάντοτε εις τους υπέρ βωμών και εστιών αγώνας της» (Επιθ. Αμυνταίου, Εγκ. 2262/20(5)/24-9-1959.), αλλά και «όταν ακόμα δεν νικά θυσιάζεται», διότι «γνωρίζει να κάμνη τον θάνατον ζωήν και την θυσίαν ΔΟΞΑΝ, της οποίας σβύνει το φως των αστέρων και καλύπτει το άπειρον». Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως «ελληνική ψυχή», «συνέχεια στο χρόνο», «καταγωγή», «φυλή», προικισμένοι μόνο με αρετές. Τονίζεται ότι ούτε για μια στιγμή «δεν ελησμόνησαν την ένδοξη καταγωγή τους», την καταγωγή «που έδωσε στη φυλή μας μια θέση ξεχωριστή: την έκαναν φωτοδότη, φάρο της σοφίας και του πολιτισμού, και έλαμψε και φώτισε, κι οδήγησε λαούς». Πάντοτε κατάφερναν «να διατηρήσουν στα βάθη της ψυχής τους την εθνική τους συνείδηση», τις «παραδόσεις» και «τους θρύλους της φυλής». Οι Έλληνες «κατάφεραν τόσα πολλά», διότι «ανεξάντλητος ήτο η καρτερία, η θεληματικότης και η ανδρεία, η οποία κρύπτεται ωσάν μυστική σπίθα εις πάσαν νεαράν Ελληνικήν ψυχήν», και, όσες φορές χρειάστηκε, «χωρίς κομπασμούς», «λιτή, όπως πάντα και απέριττη», (Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 140981/25-10-1965.), «Όχι είπε».

Στο σύνολο των επετειακών λόγων, παρά το γεγονός ότι κάθε ιστορική περίοδος έχει το δικό της χρώμα, ιδεολόγημα και όραμα, αναφέρεται ότι οι σελίδες της ελληνικής ιστορίας «κλείουν την μίαν περίοδον και ανοίγουν την άλλην», δηλώνοντας ότι «είναι άτρωτος ο Ελληνισμός. Άφθιτον το μεγαλείον του. Ανεξάντλητος ο δυναμισμός του και παράτολμα τα έργα του»( Υπ.Ε.Π.Θ., Εγκ. 1080/15-3-1971.). Το ιδεολόγημα της συνέχειας και της ομοιογένειας του ελληνισμού εξυπηρετούσε ανέκαθεν την υπόρρητη σκοπιμότητα, τη διαμόρφωση δηλαδή της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων.

ISBN 9789604582969, έκδοση 2011

Λίγα λόγια για την συγγραφέα

Η Παρασκευή Γκόλια γεννήθηκε στη Δαμασκηνιά Κοζάνης και είναι δασκάλα. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Φλώρινας και στο ΠΤΔΕ Φλώρινας του ΑΠΘ. Στη συνέχεια αποφοίτησε από το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ Φλώρινας του ΑΠΘ. Είναι διδάκτορας παιδαγωγικής του ΠΤΔΕ Φλώρινας του ΠΔΜ.

Έχει δημοσιεύσει εργασίες σε ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα περιοδικά σχετικές με τη σχολική παιδαγωγική, την εκπαιδευτική πολιτική και την εθνική και πολιτική διαπαιδαγώγηση των μαθητών της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Εκδοτικός Οίκος

Διαβάστε επίσης...

Please wait...

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε για όλα τα νέα του βιβλίου κατευθείαν στο e-mail σας. Εγγραφείτε τώρα!